Home Βιβλία-Εκδόσεις "Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα;" του Π.Π.

Προτείνουμε να διαβάστε...


Οι βάσεις του διαλεχτικού και ιστορικού υλισμού

Από τον πρόλογο στην "Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (1859)

 



Ν. Λένιν

Για την

Αστική "Δημοκρατία" και

την Εργατική Δημοκρατία

*  *  *

Ο Αριστερισμός

Παιδική Αρρώστια

του Κομμουνισμού

Κεφ. ΙΙ - ΙΙΙ - IV

Κεφ. ΙΧ (Αποσπ.)


Λ. Τρότσκι

Τι είναι η Διαρκής Επανάσταση;

Βασικές Αρχές

* * *

Σταλινισμός και Μπολσεβικισμός

Ολόκληρη η σπουδαία μπροσούρα του Λ. Τρότσκι

* * *

Τι είναι Εθνικοσοσιαλισμός;

του Λ. Τρότσκι (1933)

* * *

"Ενιαίο Εργατικό Μέτωπο

Ενάντια στο φασισμό"

του Λ. Τρότσκι (1931)

* * *

"Ο ιστορικός ρόλος

του φασισμού

είναι να συντρίβει

την εργατική τάξη..."

Λ.Τρότσκι

* * *

Ομιλία του Λ. Τρότσκι

για την Ρώσικη

Οκτωβριανή Επανάσταση 1917

(Κοπεγχάγη 27/11/1932)

* * *

Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης

Πρόλογος Α΄ Τόμου

Εισαγωγή Β΄ Τόμου


 

Π. Πουλιόπουλος

Τα Λαϊκά Μέτωπα και η Προλεταριακή πολιτική (Ιούν.1937)

*  *  *

"Χτυπάμε μαζί προχωράμε χωριστά"

*  *  *

Η Οργάνωση του Κινήματος των ανέργων (Δεκ. 1931)

*  *  *

Γιια την Διαρκή Επανάσταση (Από το "Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα;" (1934))

*  *  *

"Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα;"

Ολόκληρο το βιβλίο σε PDF


*  *  *

Τρότσκι: Ένας μεγάλος θεωρητικός του μαρξισμού (πρωτοδημ/νο 21/8/1941)

*  *  *

Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (1931)

*  *  *

ΒΑΣΙΛΕΙΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ (1935)

*  *  *

ΣΤΑΛΙΝΙΚΗ "ΥΠΟΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ"

ΜΑΡΞΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ - Α΄ Μέρος


Για την Κυβέρνηση Εργατών και φτωχών αγροτών

Κείμενα του Λ. Τρότσκι και του Π. Πουλιόπουλου

Κείμενο - Πρόλογος της "Εργατικής Δημοκρατίας


Για το επαναστατικό πρόγραμμα της εργατικής εξουσίας

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

της Σ.Ε. της Ε.Δ.

 

Ν. Λένιν
Το πρόγραμμα του μπολσεβίκικου κόμματος (1917)

 

Π. Πουλιόπουλος

Τι θα κάνουν οι κομμουνιστές όταν πάρουν την εξουσία στην Ελλάδα (1934)

 

Λ. Τρότσκι

Το Μεταβαικό πρόγραμμα της 4ης Διεθνούς (1939)



Συνεχίζουμε τον αγώνα μας:

  • Για την εργατοδημοκρατική επαναστατική ανασύνταξη του εργατικού μας κινήματος
  • Για το Ενιαίο Εργατικό Μέτωπο Ταξικής Πάλης
  • Για την συγκρότηση της αναγκαίας επαναστατικής μαρξιστικής οργάνωσης της προλεταριακής πρωτοπορίας.
  • Για την συντριβή του Μαύρου Μετώπου της ντόπιας και της ξένης κεφαλαιοκρατικής ολιγαρχίας.
  • Για την διαγραφή ολόκληρου του δημόσιου χρέους. Για την διάλυση της ιμπεριαλιστικής λυκοσυμμαχίας που έχει τον ψεύτικο τίτλο της «Ευρωπαϊκής Ένωσης». Για την κοινωνικοποίηση, χωρίς καμιά αποζημίωση, όλων των τραπεζών και όλων των μεγάλων παραγωγικών μονάδων. Για τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας κάτω από την διεύθυνση των εργατικών συμβουλίων.
  • Για την εγκαθίδρυση επαναστατικής κυβέρνησης εργατών και φτωχών αγροτών.
  • Για την νίκη του σοσιαλισμού και της εργατικής δημοκρατίας, την εξουσία των εργατικών συμβουλίων.
  • Για τις Σοσιαλιστικές Ενωμένες Πολιτείες ολόκληρης της Ευρώπης.

Εισαγωγή χρηστών/μελών ΕΔ



"Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα;" του Π.Π. PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Ergatiki Dimokratia   
Κυριακή, 14 Απρίλιος 2013 13:31

Κατεβάστε εδώ Ολόκληρο το βιβλίο σε PDF

ΠΑΝΤΕΛΗ ΠΟΥΛΙΟΠΟΥΛΟΥ
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ
Ή
ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ;

ΝΕΑ ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Στην αγωνιστική μνήμη των:
Π. Πουλιόπουλου, Γ, Ξυπόλητου, Ν. Γιαννακού, Γ. Μακρή

(που εκτελέστηκαν στο Νεζερό στις 6 Ιούνη 1943),

Χρ. Σούλα, Γ. Κρόκου, Ηρ. Μήτση, Β. Τζαματζά, Δ. Πανταζή, Δ. Γιαννακουρέα, Γ. Κρόκου

(που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή),

Π. Τσιγκέλη, Σ. Βερούχη, Δ. Βουρσούκη, Στρ. Σπανέα, Θ. Αδραμυρίδη, Κ. Χαριτωνίδη, Ν. Αραβαντινού, Γ. Δόξα

και πολλών άλλων τροτσκιστών αγωνιστών

που εκτελέστηκαν από τα όργανα της σταλινικής γραφειοκρατίας,

Θ. Σκαλαίου, Ν. Παναγιωτίδη, Χ. Τυλιγάδη

(που εξοντώθηκαν στις φυλακές της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου ή αυτοκτόνησαν).

 



ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
(Από τις εκδόσεις «Νέοι Στόχοι» – 1972)

Γ ι α    τ ο    έ ρ γ ο :

Το βιβλίο αυτό του Παντελή Πουλιόπουλου πρωτοεκδόθηκε στις αρχές του 1934 στις Εκδόσεις Γκοβόστη, για λογαριασμό του συγγραφέα. Μα δεν πέρασαν καλά-καλά δυό χρόνια και η δικτατορία Μεταξά το κατάσχεσε από τα βιβλιοπωλεία για να το κάψει μαζί με άλλα μαρξιστικά βιβλία. Η σημερινή του επανέκδοση, 28 ολόκληρα χρόνια από τότε, έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό στην ελληνική μαρξιστική φιλοφογία και να ενισχύσει το ιδεολογικό οπλοστάσιο της προλεταριακής πρωτοπορίας και ειδικότερα των νέων αγωνιστών της με την κριτική σκέψη που διψούν για το μαρξιστικό διαφωτισμό τους. Γιατί, πραγματικά, η «Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα;» είναι το κορυφαίο ως τώρα δημιούργημα της μαρξιστικής σκέψης στην Ελλάδα, το ρωμαλέο προγραμματικό βάθρο σε μια πλατφόρμα που επεξεργάζεται κριτικά τα βασικά προβλήματα του εργατικού κινήματος συνδέοντάς τα με τις αρχές του επαναστατικού μαρξισμού και τα διδάγματα της πείρας από το ελληνικό και παγκόσμιο εργατικό κίνημα.
Στις τρεις δεκαετίες που πέρασαν από την α΄ έκδοσή του, η ιστορική πράξη επαλήθευσε και τις κριτικές αναλύσεις και την προοπτική που χάραξε αυτό το έργο του Π. Πουλιόπουλου. Ο μικροαστικός-ρεφορμιστικός στρατηγικός προσανατολισμός της 6ης Ολομέλειας του ΚΚΕ στα 1934, βάθυνε και ολοκληρώθηκε: με το πολιτικό σύνθημα του «Δημοκρατικού Συνασπισμού» (Ιούλης 1935)· με την απόφαση του 6ου Συνεδρίου (Δεκέμβρης 1935) για  την ανυπαρξία εθνικού μακεδονικού ζητήματος και την «υπεράσπιση της εθνικής ακεραιότητας και ανεξαρτησίας της χώρας»· με το πολιτικό σύνθημα του «Παλλαϊκού Μετώπου» και την πραχτική της ταξικής συνεργασίας στη Βουλή στις αρχές του 1936 (Σύμφωνο Σκλάβαινα-Σοφούλη)· με τον εκφυλισμό της μεγαλειώδους καπνεργατικής απεργίας στη Θεσσαλονίκη το Μάη του 1936· με την οργανωτική κατάρρευση και αποσύνθεση του ΚΚΕ στα χρόνια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου (προσχώρηση της πλειοψηφίας των γραφειοκρατικών κορυφών του στην αντίδραση με δηλώσεις αποκήρυξης του κομμουνισμού)· με την ευθυγράμμιση του στον πόλεμο με την αστική τάξη και τη δικτατορική της κυβέρνηση· με τη θεωρία και πράξη της υποστήριξης του δήθεν «αντιφασιστικού» και «εθνικοαπελευθερωτικού» πολέμου του δημοκρατικού ιμπεριαλισμού· με την αντιδραστική πολιτική της «εθνικής ενότητας» με την αστική τάξη, με τη συμμετοχή του ΚΚΕ στην  αστική κυβέρνηση «εθνικής ενώσεως» του Παπανδρέου, με την επίσημη διακήρυξη του Π.Γ. της Κ.Ε. του ΚΚΕ τον Ιούνη του 1943 ότι «από την ειλικρινή συνεργασίαν με τα δημοκρατικά κόμματα» και «την σύμπραξιν αυτήν θα προκύψη η βάσις μιας πληρεστέρας αμοιβαίας κατανοήσεως και μιας πλατυτέρας μελλοντικής συνεννοήσεως και συνεργασίας διά το καλόν του τόπου»· με τη θεωρία και πραχτική της «ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης» και του ειρηνικού περάσματος προς τη λαϊκή δημοκρατία· με το προσκύνημα στο βασιλικό θεσμό κλπ.
Με δυο λόγια, ακριβώς την ώρα που το πανίσχυρο επαναστατικό ρεύμα των λαϊκών μαζών επικρατούσε σ’ όλη την Ελλάδα κ’ έδινε ουσιαστικά την  εξουσία στα χέρια του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, το κόμμα αυτό, εφαρμόζοντας δουλικά τις αντεπαναστατικές ντιρεκτίβες του Στάλιν, μεταβίβαζε (με το Λίβανο, τη Γκαζέρτα και τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση «εθνικής ενώσεως») την εξουσία στην καπιταλιστική τάξη και τους συμμάχους της «δημοκρατικούς» ιμπεριαλιστές. Το ΚΚΕ στιγματιζόταν έτσι με την πιο βαριά και ανεξίτηλη ιστορική προδοσία της επανάστασης στην Ελλάδα, εντελώς άσχετα από την αυτοθυσία και αγωνιστικότητα των οπαδών, μελών, ακόμα και στελεχών του στην κατοχική και μετακατοχική περίοδο, ολότελα ανεξάρτητα από την απελπισμένη και σπασμωδική αυτοάμυνα που αντέταξε στην περίοδο 1944-45 και 1946-49 απέναντι στα αλλεπάλληλα κύματα της αντεπανάστασης.
Από τότε το ΚΚΕ (με τις αποφάσεις του 6οu, του 7ου και του 8ου Συνεδρίου του και με όλη την πολιτική του πράξη) έφτασε στον πυθμένα του γραφειοκρατικού και ιδεολογικού του εκφυλισμού με τα μοτίβα του «πανδημοκρατικού μετώπου», του «πατριωτικού μετώπου», της «πατριωτικής κυβέρνησης συνασπισμού», της συμπαράταξης με την «εθνική αστική τάξη», των «ειρηνικών  δρόμων προς το σοσιαλισμό», του «εκδημοκρατισμού του κράτους» κλπ. Η προειδοποίηση του Π. Πουλιόπουλου στο βιβλίο του από το 1934 ότι η στρατηγική και η πολιτική της γραφειοκρατικής ηγεσίας του ΚΚΕ οδηγεί κατευθείαν στη διάλυση του κομμουνισμού βρήκε μια τραγική επαλήθευση, και η πολιτική αυτή πληρώθηκε με πολύ αίμα και πολλά βάσανα από τις εργατικές, τις αγροτικές και γενικότερα τις καταπιεζόμενες μάζες της χώρας.
Ανεξάρτητα από τις αυταπάτες πλατιών λαϊκών στρωμάτων και της μεγάλης μάζας των αγωνιστών τους για το σημερινό ΚΚΕ, το κόμμα αυτό δεν είναι πια τίποτε άλλο από ένα ιδιότυπο κόμμα της μικροαστικής δημοκρατίας, ένα κόμμα πληβειακού νεομεταρρυθμισμού, γραφειοκρατικά διαβρωμένο και υποταγμένο στη χρουτσωφική γραφειοκρατία του Κρεμλίνου.

Γ ι α   τ ο ν   α γ ω ν ι σ τ ή   σ υ γ γ ρ α φ έ α   :

Στις 6 του Ιούνη του 1943 έπεφτε κοντά στο Νεζερό, χτυπημένος από τις σφαίρες του ιταλικού εκτελεστικού αποσπάσματος, σε ηλικία 43 χρονών (είχε γεννηθεί στις 10 Μάρτη του 1900 στη Θήβα), ο Παντελής Πουλιόπουλος, η μεγαλύτερη φυσιογνωμία του επαναστατικού κινήματος στην  Ελλάδα. Μαζί του εκτελέστηκαν και τρεις άλλοι τεταρτοδιεθνιστές αγωνιστές: ο Γιάννης Ξυπόλητος, ο Νώντας Γιαννακός, ο Γιάννης Μακρής. Ένα σχεδόν χρόνο αργότερα, την Πρωτομαγιά του 1944, στην Καισαριανή εκτελέστηκαν από γερμανικό απόσπασμα οι τεταρτοδιεθνιστές επαναστάτες· Χρήστος Σούλας, Γιώργος Κρόκος, Ηρακλής Μήτσης, Βασίλης Τζαματζάς, Δημήτρης Πανταζής, Δημήτρης Γιαννακουρέας, Γιώργος Κοβάνης. Παράλληλα με τους ιμπεριαλιστές δημίους της Κατοχής, οι εκτελεστές της σταλινικής γραφειοκρατίας του ΚΚΕ δολοφονούσαν τους τροτσκιστές Δημοσθένη Βουρσούκη, Στράτο Σπανέα, Θύμιο Αδραμυτίδη, Κοσμά Χαριτωνίδη, Παναγιώτη Τσιγκέλη, Νίκο Αραβαντινό, Σταύρο Βερούχη, Γιώργο Δόξα, Μάγκο, Στεφάνου, Μπαλτά, Μ. και Θ. Θεμελή, Ν. Μούσκα, Ν. Βενετσάνο  και δεκάδες  άλλους.
Οι 106 πολιτικοί αγωνιστές, που από το στρατόπεδο της Λάρισας, ύστερ’ από το σαμποτάζ στο Κούρνοβο, οδηγηθήκανε στο σφαγείο του Νεζερού, αντιμετώπισαν με θάρρος το θάνατο. Οι περισσότεροι τους  προέρχονταν από το στρατόπεδο Ακροναυπλίας που το εγκαινίασε σα σύμβολο του «τρίτου ελληνικού πολιτισμού» της η δικτατορία Μεταξά - Γλύξμπουργκ. Αλλά μέσα στον όγκο αυτό των αγωνιστών ο Πουλιόπουλος και οι σύντροφοί του ξεχώριζαν πάντα σαν κομμουνιστές-διεθνιστές. Για ύστατη φορά, μπροστά στο θάνατο, ο Πουλιόπουλος υπερασπίζει τη σημαία του προλεταριακού διεθνισμού. Καταπληχτικά γλωσσομαθής (ήξερε 10 γλώσσες) και δεινός εξάλλου ρήτορας που αιχμαλώτιζε το ακροατήριό του, απευθύνεται στους άνδρες του αποσπάσματος. Τους μιλάει στη μητρική τους γλώσσα: για τον πόλεμο, το φασισμό, για το ταξικό καθήκον των προλεταρίων σε φασιστικές και «δημοκρατικές» χώρες να μετατρέψουν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε κοινωνική επανάσταση, για τη συναδέλφωση όλων των εμπόλεμων λαών στις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης και του κόσμου. Λόγια που προκαλούν αίσθηση στους άνδρες του αποσπάσματος, ενώ ο επικεφαλής τους φασίστας αξιωματικός, φρενιασμένος, διατάζει την εκτέλεση, που θα κλείσει το στόμα του επικίνδυνου ομιλητή.
Έτσι έγινε ολοκαύτωμα μια ζωή αφιερωμένη ανένδοτα στην υπόθεση της σοσιαλιστικής επανάστασης και διαποτισμένη ως το μεδούλι από το πνεύμα του προλεταριακού διεθνισμού. Σε όλη τη ζωή και σε όλο το έργο του Πουλιόπουλου η επανάσταση και ο πόλεμος περνάνε σαν κεντρικές κόκκινες γραμμές. Είναι άλλωστε οι συγκλονιστικότερες στιγμές στην ιστορία των κοινωνιών όπου οι μάζες μπαίνουνε σε κίνηση προς τη μια είτε την άλλη κατεύθυνση κι όπου δοκιμάζεται σα σε λύδια λίθο η επαναστατική υφή και ο προλεταριακός διεθνισμός των οργανώσεων και των αγωνιστών.
Κεντρισμένη από τη νίκη της προλεταριακής επανάστασης του Οκτώβρη 1917 στη Ρωσία και τις διεθνείς απηχήσεις της, η επαναστατική δράση του Πουλιόπουλου άρχισε κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-22. Και τελείωσε πάλι μέσα σε πόλεμο: το δεύτερο παγκόσμιο.
Στο μικρασιατικό μέτωπο ο Πουλιόπουλος, παίρνει από το 1920 δραστήρια μέρος στην οργάνωση των στρατιωτικών κομμουνιστικών πυρήνων, στην έκδοση παράνομων αντιπολεμικών προκηρύξεων, φύλλων και φυλλαδίων που καταγγέλλανε τον ιμπεριαλιστικό χαραχτήρα του πολέμου, τις αντιμιλιταριστικές εκδηλώσεις των φαντάρων. Για τη δράση του αυτή φυλακίζεται μαζί με άλλους κομμουνιστές στις στρατιωτικές φυλακές του Μπαρτζόβα (στα περίχωρα της Σμύρνης). Θα περνούσε από έκτακτο στρατοδικείο με την κατηγορία της «εσχάτης προδοσίας», αλλά με την υποχώρηση του στρατού δραπετεύει από τις φυλακές.
Μετά τον πόλεμο, γυρίζοντας στην Αθήνα, συμμετέχει δραστήρια στο παλαιοπολεμιστικό κίνημα, στο εργατικό κίνημα και στην πλούσια τότε εσωτερική ζωή του ΚΚΕ με αποφασιστική ένταξη στην αριστερά του. Μετά την εκτόπιση της οπορτουνιστικής δεξιάς από την ηγεσία του ΚΚΕ (Εθνικό Συμβούλιο του ΚΚΕ, Φλεβάρης 1924) ο Παντελής Πουλιόπουλος στέλνεται αντιπρόσωπος (μαζί με το Σ. Μάξιμο και το Θ. Μάγγο) στο 5ο  Συνέδριο της Κ.Δ. και εκλέγεται στο 3ο έκτακτο Συνέδριο του ΚΚΕ (Νοέμβρης 1924) μέλος της Κ.Ε. και αμέσως έπειτα γενικός γραμματέας του Κόμματος. Επακολουθούν οι διώξεις και οι δίκες εναντίον της Κ.Ε. του ΚΚΕ για το «Μακεδονικό» στο παγκαλικό στρατοδικείο (1925-26) όπου ξεχωρίζει η μνημειώδης «απολογία» του Πουλιόπουλου που υπερασπίζει αδιάλλακτα τη σημαία του προλεταριακού διεθνισμού και γίνεται αμείλιχτος κατήγορος του αστικού καθεστώτος. Εξορίζεται τότε στη Φολέγανδρο απ’ όπου γυρίζει μετά την πτώση της παγκαλικής δικτατορίας. Για το «Μακεδονικό» ζήτημα ξαναφυλακίζεται στα 1928.
Όταν ο σταλινισμός απλώνεται στο ΚΚΕ, ο Πουλιόπουλος είναι ο πρώτος στην Ελλάδα (μαζί με τον Π. Γιατσόπουλο) που δίνει τη μάχη από το 1926 (Διάσκεψη Παραγόντων) ενάντια στον ιδεολογικό και οργανωτικό εκφυλισμό του ΚΚΕ και γίνεται ο κύριος εκπρόσωπος της αριστερής αντιπολίτευσης μέσα στο ΚΚΕ. Διαγράφεται από τη σταλινική γραφειοκρατία στα 1927 και οργανώνει την εξωκομματική αντιπολιτευτική ομάδα που πήρες τον τίτλο του «Σπάρτακου» από το όνομα του περιοδικού που έβγαλε το Γενάρη του 1928. Μετά την αυτοεκκαθάρισή της η ομάδα «Σπάρτακος» προσχωρεί το 1930 στη Διεθνή Αριστερή Αντιπολίτευση, που συγκροτήθηκε γύρω από το Λεόν Τρότσκι. Θεμελιακή είναι η ηγετική συμβολή του Π. Πουλιόπουλου όχι μόνο στην ομάδα «Σπάρτακος», αλλά και στις κατοπινές ευρύτερες τροτσκιστικές οργανώσεις που προκύψαν από την ένωση του «Σπάρτακου» με τη Λενινιστική Αντιπολίτευση του ΚΚΕ (ΛΑΚΚΕ) το 1934 στην Οργάνωση Κομμουνιστών-Διεθνιστών Ελλάδος (ΟΚΔΕ) που έβγαζε σαν όργανο της την «Εργατική Πρωτοπορία», και από την ένωση το 1937 της ΟΚΔΕ με την ομάδα του «Νέου Δρόμου» στην Ενιαία Οργάνωση των Κομμουνιστών-Διεθνιστών Ελλάδας (ΕΟΚΔΕ) που συγκέντρωσε το μεγαλύτερο και αξιολογότερο τμήμα των τροτσκιστών σ’ όλη την Ελλάδα (με όργανο τον παράνομο «Προλετάριο»).
Επικηρυγμένος από τη δικτατορία του Μεταξά, ο Πουλιόπουλος συλλαμβάνεται το 1938, φυλακίζεται στην Αίγινα και μεταφέρεται στην Ακροναυπλία την άνοιξη του 1939 όπου μένει ως το τέλος του Μάρτη του 1942, για να μεταφερθεί έπειτα στο τμήμα Μεταγωγών του Πειραιά, στο νοσοκομείο και τελικά στο στρατόπεδο της Λάρισας.
Βαθύτερη θεωρητική μαρξιστική κατάρτιση, προλεταριακή πολιτική σκοπιά, διεθνιστικό πνεύμα, διαλεκτική και κριτική σκέψη, αδιάλλακτη εμμονή στο ιδεολογικό πρόγραμμα, αυστηρή στάση ενάντια σ’ όλες τις παρεκκλίσεις από τον επαναστατικό μαρξισμό (οπορτουνιστικές, κεντριστικές, σεχταριστικές, σταλινικές, ηττοπαθείς),  αλύπητο μαστίγωμα της καπιταλιστικής τρομοκρατίας σε κάθε περίπτωση (υπεράσπιση των κατηγορούμενων κομμουνιστών στη δίκη της Άσσου Κεφαλονιάς, επεμβάσεις του στα αιματηρά γεγονότα του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, διαμαρτυρίες στα κρατητήρια των Ασφαλειών και στις φυλακές κλπ.), απεριόριστη επαναστατική και ταξική αλληλεγγύη, βαθύτατο μίσος για τα προνόμια και τη δουλοφροσύνη, ανυπέρβλητο σοσιαλιστικό ήθος, προλεταριακός ηρωισμός, ακλόνητη πίστη στην 4η Διεθνή και στο μέλλον της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης, επίμονη, υπομονετική, πολύπλευρη εργασία θεωρητική, πολιτική και οργανωτική για την οικοδόμηση του νέου επαναστατικού κόμματος – αυτά είναι τα κύρια στοιχεία της προσωπικότητας του Παντελή Πουλιόπουλου, στα οποία πρέπει να προσθέσουμε τη σπάνια γενική μόρφωση, τον πλούσιο και τρυφερό συναισθηματικό κόσμο, τη βαθειά ανθρώπινη κατανόηση και στοργή για τους πολιτικούς φίλους του που συνδυάζονταν με μια συντροφική αλλά και αυστηρή συνάμα στάση απέναντι στα πολιτικά ή οργανωτικά γλιστρήματά του.
Ο θάνατος του Πουλιόπουλου ήταν όχι μόνο η μεγαλύτερη απώλεια για το ελληνικό εργατικό κίνημα αλλά και μια απ’ τις μεγαλύτερες για το παγκόσμιο τεταρτοδιεθνιστικό κίνημα που μετά τη δολοφονία του Τρότσκι στο Μεξικό έχασε ηγετικές μορφές σαν τον Α. Λεόν, τον Λεόν Λεζουάλ και τον Μαρσέλ  Ικ (και οι τρεις εξοντωθήκανε στα χιτλερικά στρατόπεδα  είτε από τα εκτελεστικά αποσπάσματα) κ.α. Το έργο όμως του Π. Πουλιόπουλου μένει ζωντανό και φωτεινό, γεμάτο δημιουργικούς χυμούς και παρωθήσεις, όπως μπορεί να κρίνει ο αναγνώστης από το βιβλίο που επανεκδίδεται τώρα – και από τα υπόλοιπα ανέκδοτα ή δυσεύρετα κείμενά του που ελπίζουμε να επιτευχθεί ακόλουθα η έκδοσή τους σε άλλους τόμους, όχι μόνο σαν απλή εκδήλωση στοιχειώδους τιμής στη μεγάλη μορφή του, αλλά και σαν θετική συνεισφορά στον ιδεολογικό εξοπλισμό του εργατικού κινήματος και της  αγωνιστικής του πρωτοπορίας.

Π ρ ο γ ρ α μ μ α τ ι κ έ ς   β ά σ ε ι ς   γ ι α   π ε ρ ι ο δ ι κ ά  :

Σαν βασικός συντελεστής στην έκδοση οργάνων της επαναστατικής θεωρίας και πράξης, ο Π. Πουλιόπουλος μας άφησε πραγματικά πολύτιμες κατευθυντήριες υποδείξεις. Αναδημοσιεύουμε εδώ το σχετικό σημείωμα στο 1ο φύλλο του «Σπάρτακου» (Γενάρης 1928):
«Το βασικότερο έργο που μπαίνει μπροστά στους έλληνες κομμουνιστές σήμερα είναι η προσαρμογής της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας στις συγκεκριμένες συνθήκες της χώρας, στις ανάγκες της πάλης του ελληνικού προλεταριάτου. Η εξωφρενική στάση της μερίδας που διοικεί σήμερα το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας κάνει αδύνατο την αντιμετώπιση του καθήκοντος αυτού από τα όργανα του  Κόμματος. Με το έργο αυτό επιφορτίζεται από σήμερα το θεωρητικό όργανο της Αντιπολίτευσης του ΚΚΕ, ο «Σπάρτακος».    
Στη χώρα μας έλειψε ίσαμε τώρα μια συστηματική προσπάθεια να καλλιεργηθεί η μαρξιστική θεωρία όχι δογματικά παρά σαν όπλο της συνειδητής προλεταριακής πρωτοπορίας στους πραχτικούς της αγώνες. Λείπει μια επιστημονική καθοδήγηση του επαναστατικού και γενικότερα του εργατικού κινήματος. Δεν είναι φυσικά δυνατό να νοηθεί επαναστατικό κίνημα χωρίς επαναστατική πράξη. Μα και χωρίς επαναστατική θεωρία η πράξη αυτή είναι τυφλή. Η θεωρία δίνει στην πράξη ανώτερη συνείδηση και σωστή κατεύθυνση, αυτή είναι η επιστημονική μέθοδος για την αποτελεσματική καθοδήγηση της πάλης στους τελικούς της σκοπούς. Η ανάγκη να γίνει επιτέλους και στη χώρα μας μια συστηματική προσπάθεια για ένα τέτοιο πραχτικό προσανατολισμό στην καλλιέργεια της επαναστατικής προλεταριακής θεωρίας, είναι σήμερα φανερή περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ο «Σπάρτακος» είναι όργανο της προσπάθειας αυτής.
Το θεωρητικό όργανο της κομμουνιστικής αντιπολίτευσης θα εξετάσει με το πρίσμα του μαρξισμού-λενινισμού τα προβλήματα του κινήματος σ’ όλους τους τομείς του.
Στο πολιτικό επίπεδο θα προσπαθήσει να αναλύσει με τη μαρξιστική διαλεκτική μέθοδο τις οικονομικές και πολιτικές συνθήκες της χώρας, να  δημιουργήσει τη δυνατότητα για έναν επιστημονικό μελετημένο καθορισμό των πολιτικών συνθημάτων και για μια ορθή διαπίστωση της προοπτικής που μας δίνουν οι όροι της πολιτικής πάλης, να βάλει τέρμα στον πολιτικό πρωτογονισμό του επαναστατικού μας κινήματος γενικά.
Στο  επαγγελματικό θα προσπαθήσει να δώσει λύση στα βασικότερα σημερινά προβλήματα του κινήματος, στην οργάνωση των ανοργάνωτων εργατών, στην εξύψωση της επαγγελματικής οργάνωσης, στην καταπολέμηση όλων των παραγόντων που στέκουν εμπόδια στην επαναστατική συνειδητοποίηση και ενότητα της εργατικής τάξης.
Στο αγροτικό ο «Σπάρτακος» θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα της κατάχτησης συμμάχων για την εργατική τάξη, αναλύοντας τις μεθόδους επαναστατικής κινητοποίησης των αγροτών ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα.
Το όργανο της κομμουνιστικής αντιπολίτευσης συντάσσεται από τους συντρόφους εκείνους που μέσα στο επαναστατικό κίνημα της χώρας μας έχουνε συγκεντρώσει ίσαμε τώρα τη σημαντικότερη πείρα, έχουν αισθανθεί το σφυγμό του κινήματος, τις ανάγκες του και τις αδυναμίες του, από συντρόφους που κατανοούν σχετικώς καλύτερα τη μαρξιστική - λενιστική θεωρία  Και  έχουνε μια σχετικώς ορθότερη αντίληψη για τον τρόπο της πραχτικής της χρησιμοποίησης».
Στις αρχές του 1934 είχε προγραμματισθεί η έκδοση των «Μαρξιστικών Φύλλων», περιοδικού για τη θεωρία και την πράξη των μαρξιστικών διεθνιστών στην Ελλάδα, με την επιμέλεια κοινής επιτροπής της Αριστεράς Αντιπολίτευσης του ΚΚΕ (Σπάρτακος) και της Λενινιστικής Αντιπολίτευσης του ΚΚΕ. Η  έκδοση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε τελικά, ωστόσο όμως διασώθηκε το ουσιαστικό μέρος από το πρόγραμμα του περιοδικού, συνταγμένο από τον Π. Πουλιόπουλο. Το παραθέτουμε κι αυτό εδώ:
«Βήμα συζήτησης, αμοιβαίου διαφωτισμού με την προλεταριακή ευθύτητα και την επιστημονική αντικειμενικότητα, εργαστήριο κριτικής έρευνας και εστία που πρέπει να συγκεντρώσει κάθε ευσυνείδητη μαρξιστική εργασία...
Έρευνα, κριτική μελέτη και συλλογική διαφωτιστική εργασία για τη διάλυση της ιδεολογικής και πολιτικής σύγχυσης, για τον καταρτισμό μιας πλατφόρμας που να συνδέει το σύνολο των προβλημάτων του κινήματος και το καθένα απ’ αυτά με τις αρχές του Επαναστατικού Μαρξισμού και με τα δεδομένα της διεθνικής και της 15χρονης εθνικής μας πείρας...
Το έργο αυτό δε μπορεί νάναι παρά το αποτέλεσμα μιας κοινής προσπάθειας από όλους τους επαναστάτες μαρξιστές που έχουνε την ικανότητα και είναι αποφασισμένοι να δουλέψουνε γι’ αυτό, σε όποια πολιτική ομάδα κι αν ανήκουν... Όργανο για την ομαδική αυτή προσπάθεια είναι το «Μ.Φ.».
Θεμελιακές αρχές που αποτελούνε τα γενικά ιδεολογικά πλαίσια της συζήτησης και εργασίας μέσα στ «Μ.Φ.»:
1. Οι προγραμματικές θέσεις από τα πρώτα Παγκόσμια Συνέδρια της Κ.Δ. και της Κ.Σ.Δ. για τον ιμπεριαλισμό, για την εποχή της παρακμής και αποσύνθεσης του διεθνικού καπιταλιστικού συστήματος, για το χαραχτήρα της ρωσικής επανάστασης, την αστική δημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό, για την προλεταριακή επανάσταση και τη δικτατορία του προλεταριάτου, για τη φύση, την οργάνωση και το ρόλο του Κ.Κ., για το Ρεφορμισμό και τη Σοσιαλδημοκρατία, για τους  χωρικούς, τα συνδικάτα, το ενιαίο μέτωπο και τη συνδικαλιστική ενότητα, για τις αποικίες.
2.    Διεθνικός χαρακτήρας της προλεταριακής επανάστασης. Καταδίκη της θεωρίας και της πράξης του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα». Καταδίκη της σοσιαλδημοκρατικής θεωρίας για μια «επικείμενη αστικοδημοκρατική επανάσταση στην Ελλάδα» και του κεντριστικού συνθήματος για μια «δημοκρατική δικτατορία εργατών και χωρικών» σαν ενδιάμεσο καθεστώς από την αστική στην προλεταριακή δικτατορία.
3. Απόλυτη ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική ανεξαρτησία από τον Κεντρισμό της Κ.Δ.
4. Αναγνώριση του εργατικού χαρακτήρα του σοβιετικού κράτους ΕΣΣΔ, μεταρρύθμισή του ενάντια στη γραφειοκρατική παραμόρφωση, ενιαίο μέτωπο με τον κεντρισμό για την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ ενάντια στην εσωτερική και την εξωτερική αντεπανάσταση.
5.    Αναγνώριση του ασυμβίβαστου γενικά του Κεντρισμού με τον Επαναστατικό Μαρξισμό.
6. Καταδίκη όλων των αντιδραστικών πράξεων της αρχειομαρξιστικής οργάνωσης ενάντια στο επαναστατικό κίνημα. Ανεπιφύλακτη αναγνώριση  ότι όλη η «θεωρία» και η πράξη της αρχειομαρξιστικής αίρεσης είναι μικροαστικοεπαναστατική και κομφουζιονιστική, ξένη προς τον μαρξισμό και η σύνδεσή της με την κομμουνιστική αριστερά ολότελα τεχνητή.
7. Ενοποίηση της Μαρξιστικής Αριστεράς σε διεθνική κλίμακα με τη συλλογική δημοκρατική επεξεργασία μιας κοινής πλατφόρμας και με υγιές εσωτερικό καθεστώς, σε ενιαία οργάνωση, ανεξάρτητα από αποχρώσεις στα ζητήματα της ταχτικής.
...Τα «Μ.Φ.» εκπροσωπούνε την τάση για μια ενιαία πολιτική οργάνωση όλων των δυνάμεων της Ελληνικής Μαρξιστικής Αριστεράς πάνω σε μια βάση αρχών, τάση που πραγματώνει το πρώτο βήμα της με την αποφασισμένη κιόλα συγχώνευση του Σπάρτακου και της Λενινιστικής Αντιπολίτευσης...
Τα «Μ.Φ.» καλούνε σε συνεργασία κάθε επαναστάτη μαρξιστή που παραδέχεται τις γενικές αυτές αρχές και μπορεί με την πείρα του και με τη μελέτη του να δώσει μια αξιόλογη συμβολή στον ιδεολογικό εξοπλισμό του αγωνιζόμενου επαναστατικού προλεταριάτου της χώρας. Στην κοινή αυτή προσπάθεια μπορούνε και πρέπει να πάρουνε μέρος και όσοι σύντροφοι είχαν άλλοτε διατυπώσει απόψεις άμεσα ή έμμεσα ασύμφωνες με τις πιο πάνω βασικές αρχές, μα η πορεία των γεγονότων εξαφάνισε στον αναμεταξύ τις σχετικές διαφωνίες τους.
Θέματα συζήτησης και επεξεργασίας: Οικονομική και κοινωνική εξέλιξη και υφή της χώρας, αστικοί πολιτικοί σχηματισμοί, ιστορικοί σταθμοί στην εξέλιξη του πολιτικού και συνδικαλιστικού κινήματος του ελληνικού προλεταριάτου, σημερινά καθήκοντά του, αγροτικό ζήτημα και κίνημα χωρικών, φασισμός, προοπτικές της προλεταριακής επανάστασης στα Βαλκάνια και στην Ελλάδα, Κ.Δ., Β.Κ.Ο., ζήτημα φράξιας και νέου κόμματος, ζήτημα 4ης Διεθνούς, ζητήματα στρατηγικής και ταχτικής του ελληνικού κομμουνισμού, σοσιαλιστική ανοικοδόμηση  στην ΕΣΣΔ, πόλεμος, αντισοβιετικός, πόλεμος ενδοϊμπεριαλιστικός, ζητήματα πνευματικής αντίδρασης και γενικής θεωρίας του Επιστημονικού Κομμουνισμού κτλ.
Το «Μ.Φ.» είναι περιοδικό της μαρξιστικής θεωρίας και πράξης. Η εργασία του ανταποκρίνεται σε μια άμεση ανάγκη, έχει ένα επίκαιρο και πραχτικό χαραχτήρα. Μακριά από το νάναι «καθαρά θεωρητική», συνδέεται με τη ζωντανή πορεία του ελληνικού εργατικού κινήματος και των πολιτικών του τάσεων, βγαίνει φυσιολογικά μέσα απ’ αυτή την πορεία και πραγματοποιείται συνεργατικά από όλους εκείνους τους αγωνιστές, που από την πραχτική συμμετοχή τους στο κίνημα αισθανθήκανε βαθύτερα τις ζωτικές απαιτήσεις του»...

****

Στα στενά περιθώρια ενός εισαγωγικού σημειώματος δεν μπορεί βέβαια να εξαντληθεί η θεωρητική και πολιτική συμβολή του Π. Πουλιόπουλου στο εργατικό κίνημα ούτε να σκιαγραφηθεί ικανοποιητικά η αγωνιστική του δράση που καλύπτει μια ολόκληρη 25ετία γεμάτη από εκρηκτικά γεγονότα. Ελπίζουμε όμως ότι το κενό αυτό θα καλυφθεί κάποτε με συλλογική προσπάθεια από ζωντανές μαρτυρίες εκείνων που συνεργάστηκαν μαζί του και παρακολουθούσαν το έργο του για μικρό ή μεγάλο διάστημα. Η μορφή του Π. Πουλιόπουλου, όπως η μορφή όλων των πραγματικά μεγάλων αγωνιστών, δεν μπορεί να σβήσει με το πέρασμα του χρόνου. Αντίθετα, θα μεγαλώνει όλο πιο πολύ η ακτινοβολία της. Όπως το βλέπουμε να γίνεται σήμερα με την περίπτωση του Λεόν Νταβίντοβιτς Τρότσκι.

χ. α.

(Χρήστος Αναστασιάδης)



ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ

Ή

ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ;


ΝΕΑ ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ



«Επειδή όμως οι μικροαστοί και οι χωριάτες έρχουνται σε μας με μικροαστικές και χωριάτικες ιδέες και επιθυμίες, γι΄ αυτό δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε πως το προλεταριάτο θα έχανε απερίσκεφτα το διευθυντικό ιστορικό του ρόλο αν έκανε παραχωρήσεις σ΄ αυτές τις ιδέες και σ΄ αυτές τις επιθυμίες»
24 Νοεμβρίου 1879 – Φ. Ένγκελς




Στην ελληνική Κομμουνιστική Νεολαία
για τους αγώνες της, για το μαρξιστικό
της διαφωτισμό που της έλειψε στο
Κόμμα,  α φ ι ε ρ ώ ν ε τ α ι


Στις 2 του Μάρτη 1919, δεκαπέντε χρόνια ακριβώς πριν από σήμερα, λιγοστοί αντιπρόσωποι του παγκόσμιου επαναστατικού προλεταριάτου υπογράφανε στην Κόκκινη Μόσχα το ψήφισμα που ίδρυσε την Κομμουνιστική Διεθνή. Διακηρύχνανε μ’ αυτό επίσημα ότι το προλεταριακό κίνημα περνούσε από τις πατσιφιστικές και δημοκρατικές παραχωρήσεις του Τσίμερβαλντ στις βασικές θέσεις της προλεταριακής επανάστασης που είχε κιόλας θριαμβέψει στη Ρωσία και είχε φανερωθεί η αναγκαιότητά της ακόμα περισσότερο από τις συνέπειες του μεγάλου πολέμου.
Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια βαθειά κρίση μέσα στην  Κομμουνιστική Διεθνή, που είχε καταστρεπτικά αποτελέσματα ύστερ’ από την οριστική επικράτηση της σταλινικής ομάδας και τη μηχανική εξόντωση της μαρξιστικής αριστεράς μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα.
Ζωντανές μαρτυρίες μας έδωσε η πιο πρόσφατη ιστορία στην Ευρώπη. Στις αρχές του 1933 το μεγαλύτερο κόμμα της Κ.Δ. στις καπιταλιστικές χώρες, το Κ.Κ. Γερμανίας, κάτω από τις συνέπειες μιας μακρόχρονης σειράς από εγκληματικά σφάλματα της διοίκησής του, κατέρρεε μπροστά στη φασιστική άνοδο, ανίκανο να τραβήξει το ισχυρότερο προλεταριάτο του κόσμου από την αντιδραστική επιρροή της Σοσιαλδημοκρατίας και του Ρεφορμισμού και να ηγηθεί σε μια ενιαία αντιφασιστική πάλη, που η νίκη της θα ήτανε και το προοίμιο της προλεταριακής επανάστασης στη Μεσευρώπη. Τον περασμένο μήνα η θεωρία της διοίκησης για «σοσιαλφασισμό» και η εγκατάλειψη απ’ αυτήνε του ενιαίου εργατικού μετώπου πάλης παθαίνανε μια δεύτερη τραγική διάψευση από την πνιγμένη στο αίμα εξέγερση του αυστριακού προλεταριάτου. Δέκα χρόνια γραφειοκρατική εξάρθρωση, κεντριστική πολιτική και εγκατάλειψη του ενιαίου μετώπου με τις μαζικές οργανώσεις της σοσιαλδημοκρατίας, κρατήσανε το Κ.Κ. Αυστρίας στην κατάσταση μιας ασήμαντης αίρεσης, και έτσι ο «αριστερός» στην περίτεχνη φράση τους Αυστρομαρξισμός προετοίμασε άνετα, με όλη την προηγούμενη πολιτική του, την ήττα του ηρωικού αυθόρμητου ξεσηκωμού ενός προλεταριάτου ιδεολογικά, πολιτικά και στρατιωτικά απροετοίμαστου για τη νίκη. Και τον ίδιο μήνα, το αδυνατισμένο από τις ίδιες βασικές αιτίες Κ.Κ. Γαλλίας, κάτω από το γοερά διδάγματα της γερμανικής πείρας, την τελευταία στιγμή, με μια σπασμωδική κίνηση απόγνωσης μπρος στο ξαφνικό ξέσπασμα του κίνδυνου από τη  Λερναία Ύδρα της φασιστικής αντίδρασης και στη δημοκρατική Γαλλία, αναγκαζότανε να ρυμουλκηθεί ως ένα σημείο, με πολλούς δισταγμούς, από τις τετραπέρατες ενιαιομετωπικές προτάσεις των σοσιαλπροδοτών, μα  -αλίμονο!- μόνο και μόνο για να δείξει τώρα την παταγώδη χρεοκοπία όλης της προηγούμενης πολιτικής του – ουσιαστική εγκατάλειψη του ενιαίου εργατικού μετώπου, «ανεξάρτητη ηγεσία» στα χαρτιά – και ταυτόχρονα την ανικανότητά του να παίξει έναν αποφασιστικό ρόλο σα σοβαρή πολιτική δύναμη της χώρας μέσα στη μεγάλη «κρίση Σταβίσκι» που ξεσήκωνε και πάλι το ένδοξο παρισινό προλεταριάτο στα οδοφράγματα.
Η κρίση αυτή εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη οξύτητα στον ελληνισμό κομμουνισμό. Η εξέλιξη του εργατικού κινήματος στη  χώρα μας δε βρήκε ακόμα μια ολοκληρωμένη μαρξιστική βάση. Οι περισσότερες εκδηλώσεις του χαρακτηρίστηκαν από έναν επαναστατικό εμπειρισμό, ένα δίχως αρχές καιροσκοπισμό, από μια ασυνέχεια και μια μακρόχρονη «παιδική αρρώστια του κομμουνισμού». Έτσι, οι αναθεωρητικές τάσεις των επιγόνων του Λένιν δε βρήκανε στην Ελλάδα μια καλά προετοιμασμένη και ολοκληρωμένη μαρξιστική πτέρυγα. Οι πρώτες μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας τάσεις, που συνδεθήκανε ιδεολογικά από τα 1927 κιόλα με τη ρωσική και διεθνική Αριστερά, βρέθηκαν αναγκαστικά εφοδιασμένες μ’ έναν ατελή θεωρητικό και πολιτικό οπλισμό.
Αξιοσημείωτη ωστόσο στάθηκε, μ’ όλο τον πρωτογονισμό, τα ψηλαφήματα και τις παρεκκλίσεις, η πάλη τους ενάντια στη σταλινική διάλυση της πρωτοπορίας μέσα στη μάζα, ενάντια στο συνδικαλιστικό μηδενισμό, για τη συνδικαλιστική ενότητα και το ενιαίο μέτωπο, ενάντια στον τυχοδιωκτισμό της «τρίτης περιόδου», για μια σωστή αντιμετώπιση του ζητήματος του φασισμού, της μικροαστικοεπαναστατικής αίρεσης του Αρχειομαρξισμού, της οικονομικής σταθεροποίησης και ανάπτυξης πρώτα, της οικονομικής κρίσης ύστερα.
Από την άλλη μεριά, η πολιτική συκοφαντία ενάντια σ’ αυτό το ρεύμα, δεν ήταν ικανή να αναιρέσει τα ιστορικά γεγονότα, δηλαδή το πολιτικό θάρρος και την αυτοθυσία που δείξανε και  δείχνουν  έμπρακτα οι σταθεροί αγωνιστές του  μπρος στον  ταξικό εχθρό, κι όταν ήτανε μέσα κι  όταν βρέθηκαν έξω από το Κόμμα. Είναι σήμερα μέσα στο εργατικό κίνημα μια μαχόμενη μειονοψηφία. Αυτό όμως μόνον οι ραμπαγάδες θα το κατηγορήσουνε στην τάση μας, και όσοι αγνοούνε πως οι επαναστάτες πολλές φορές στην ιστορία χρειάστηκε να δείξουν ότι είναι τέτοιοι μόνο με το θάρρος τους να πολεμάνε ενάντια στο ρεύμα. Γιατί το ιστορικό κίνημα των επαναστατικών τάξεων, και ειδικότερα του νεότερου προλεταριάτου, αγνοεί τη «μονολιθικότητα» των προσταγών από τα πάνω και είναι οργανικά εχθρικό προς τον ησυχασμό μιας «φτωχομεσαίας» μικρομπουρζουαζίας που ταράζεται και συγχύζεται από τη σύγκρουση των αντιθέσεων.
Δεν ενσαρκώνει ο φωνακλάδικος εμπειρισμός τη μαρξική σύνθεση της θεωρίας με την πράξη. Όταν η δράση γίνεται στα σκοτάδια, μένει τελικά άκαρπη, και οι θυσίες ηρωικά ξεσπάσματα ατελεσφόρητα. Εκείνο που μας χρειάζεται τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά είναι η ιδεολογική και  πολιτική σαφήνεια. Η έξοδο από το χάος της σύγχυσης. Και ο κομμουνιστής δεν είναι άνθρωπος της πειθαρχίας μονάχα. Μελετάει βαθιά όλα τα ζητήματα, σχηματίζει δικές του γνώμες. Και τις υπερασπίζει με ανεξαρτησία. Εξίσου θαρραλέα τόσο απέναντι στον ταξικό εχθρό όσο και μέσα στο ίδιο του το κόμμα. «Μπορεί σήμερα νάναι μειονοψηφία. Μα αυτό δε θα πει πάντοτε πως έχει άδικο».

Το πρόβλημα πως θα κερδίσουμε την προλεταριακή πρωτοπορία στις ιδέες του επαναστατικού μαρξισμού, μ’ όλο που η λύση του βρίσκει τα πιο μεγάλα εμπόδια από την κατάσταση μέσα στη Ρωσία, ωστόσο θα λυθεί κυρίως από την εξέλιξη του επαναστατικού κινήματος στις καπιταλιστικές χώρες. Ο γραφειοκρατικός κεντρισμός την Ρωσία διαχειρίζεται, με επικίνδυνα τρικλίσματα, δίχως μαρξιστικό πρόγραμμα, τεράστιες καταχτήσεις μιας νικηφόρας προλεταριακής επανάστασης που νίκησε ίσα-ίσα ενάντια στη στρατηγική του, και έχει στα χέρια του έναν κολοσσιαίο κρατικό μηχανισμό. Τον  μεταχειρίζεται με άγριο τρόπο ενάντια στη μαρξιστική αριστερά. Οι φυλακές και τα απομονωτήρια των εξόριστων παλιών μπολσεβίκων το μαρτυρούνε. Είναι δυσκολονίκητες οι δυσχέρειες της δράσης των μαρξιστών-διεθνιστών μέσα στα όρια της Ρωσίας. Ουσιαστικά τους καταδικάζει η γραφειοκρατία σε μια πολιτική αποστρατεία. Κάτω από την καταθλιπτική πίεση του διοικητικού μηχανισμού, πολλούς κι από τους καλύτερους εκπρόσωπους του ρεύματός μας τους οδήγησε στη συνθηκολόγηση. Ας γιορτάζει η κεντριστική ομάδα τα τέτοια κατορθώματά της. Δεν πρόσθεσε στο στρατόπεδό της παρά πολιτικά πτώματα.
Μα στις καπιταλιστικές χώρες ο κεντρισμός και οι κομματικές γραφειοκρατίες δεν έχουνε στα χέρια τους ούτε νίκες ούτε κρατικό μηχανισμό, παρά ενσαρκώνουν ήττες μόνο. Οι δυνατότητες της εργασίας του επαναστατικού μαρξισμού είναι τεράστιες. Η αποφασιστικότητά του και η ικανότητά του να οδηγήσει καλά τους αγώνες της εργατικής τάξης, να αναπτύξει στελέχη και να καταχτήσει με το παράδειγμα της πράξης του και με τον επίμονο διαφωτισμό την εμπιστοσύνη της πρωτοπορίας, θα κρίνουν αν στην προσεχή άνοδο του διεθνικού κινήματος θα σταθεί ικανός να κατανικήσει μέσα στο επαναστατικό κίνημα τον κεντρισμό και να πάρει την ηγεσία στα χέρια του στις καπιταλιστικές χώρες. Αυτή η ιδεολογική επανάσταση θάχε τεράστιο αντίχτυπο μέσα στο ρωσικό προλεταριάτο και δίχως άλλο θα έφερνε μαζικές μεταβολές μέσα στη Μεγάλη Προλεταριακή μας Δημοκρατία, την ΕΣΣΔ, προς την κατεύθυνση του ξαναγυρίσματος στη λενινική πολιτική του 1917 – 1923, προς τη σωτηρία δηλαδή των καταχτήσεων του κόκκινου Οχτώβρη που κινδυνεύουνε πραγματικά από την κεντριστική διοίκηση, από την απομόνωση και καπιταλιστική τους περικυκλωσιά τόσα χρόνια.
Γενικά, πρέπει να πούμε ότι η τάση μας ίσαμε τώρα αφιέρωσε τις λιγοστές δυνάμεις της στην Ελλάδα περισσότερο σε μια άνιση πάλη ενάντια στο μηχανισμό της σταλινικής γραφειοκρατίας και ενάντια στη σύγχυση της αρχειομαρξιστικής ψευτοαριστεράς. Είχε παράλληλα να πολεμήσει στο εσωτερικό της με επιρροές από ιδεολογικώς αμφίβολα, κεντριστικά και πολιτικώς αποσυντεθειμένα στοιχεία, που καιροσκοπικά σκεπαστήκανε και στην Ελλάδα κάτω από τη σημαία της αριστερής αντιπολίτευσης. Γι’ αυτό καθυστερήσαμε σημαντικά στο σπουδαιότερο καθήκον μας: την υπομονετική έρευνα των ζητημάτων και την κριτική επεξεργασία μιας πλατφόρμας που να συνδέει το σύνολο των προβλημάτων του ελληνικού κινήματος και το καθένα απ’ αυτά με τις αρχές του Επαναστατικού Μαρξισμού και με τα δεδομένα της διεθνικής και της 15χρονης εθνικής μας πείρας.
Το έργο αυτό είναι ακόμα μπροστά μας στο μεγαλύτερο μέρος. Η πραγματοποίησή του δε μπορεί νάναι παρά το αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας από όλες τις διασκορπισμένες δυνάμεις της μαρξιστικής αριστεράς. Οι δυνάμεις αυτές πρέπει να ενωθούνε γιατί το απαιτούνε ιστορικές ανάγκες του κινήματος, και θα ενωθούνε σύντομα σε μια ενιαία οργάνωση, εθνικά και διεθνικά, πάνω σε μια κοινή βάση αρχών, ανεξάρτητα από αποχρώσεις στα ζητήματα της ταχτικής.
Την ανάγκη μιας τέτοιας σοβαρής κριτικής προσπάθειας ήρθανε να κάνουν άμεσα αισθητή και επίκαιρη οι αποφάσεις της  6ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας («Ριζοσπάστης» 21-1-1934). Θίγουνε το στρατηγικό πρόβλημα της ελληνικής προλεταριακής επανάστασης, δηλαδή την πολιτική του ελληνικού κομμουνισμού στο σύνολό της. Αποτελούνε μια νέα φάση στην κρίση του ελληνικού κομμουνισμού και ανοίγουνε μια αληθινή άβυσσο ανάμεσα στην αριστερά και στην κεντριστική διοίκηση.
Από μια απάντηση στις αποφάσεις της σταλινικής Ολομέλειας βγήκε το βιβλίο τούτο, που μερικά μέρη του πρωτοδημοσιευτήκανε στο «Σπάρτακο» (1934, φύλ. 46, 47 «Η «αστικοδημοκρατική» ιλαροτραγωδία του σταλινισμού στην Ελλάδα» - - «Το αναποδογύρισμα της ελληνικής πραγματικότητας από τους σταλινικούς»). Μ’ όλο που ανταποκρίνεται περισσότερο στις  άμεσες ανάγκες της καθημερινής* πολιτικής εργασίας μας και έχει χαραχτήρα πολεμικής, ωστόσο μπορεί νάναι ωφέλιμο κι από την άποψη ότι, άσχετα με την αξία των συμπερασμάτων, καταπιάνεται κριτικά με βασικότατα ζητήματα μιας πλατφόρμας των Ελλήνων επαναστατών μαρξιστών, δίνοντας νύξεις για ένα καρποφόρο αντίκρισμά τους συλλογικά από όλες τις δημιουργικές πνευματικές δυνάμεις που κρύβει η τάσης μας.


* Στον ίδιο λόγο οφείλεται και το σχετικά μικρό φρόντισμα της γλωσσικής εμφάνισης του βιβλίου που σε αρκετά σημεία δεν ικανοποιεί πλέρια τις απαιτήσεις της γραμματικής και συνταχτικής ομοιογένειας στη δημοτική γλώσσα.



Οι αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας σημειώνουμε δίχως άλλο τον πιο σημαντικό σταθμό στην πορεία του καταστρεπτικού έργου της σταλινικής ομάδας, που είναι έργο γραφειοκρατικής εκφύλισης  του ΚΚΕ και ιδεολογικής αποσύνθεσής του. Αν, δίχως μια σθεναρή αντίσταση και πάλη από τα υγιέστερα στοιχεία της επαναστατικής πρωτοπορίας, οι αποφάσεις αυτές βρίσκανε  τυχόν μια συνεπή εφαρμογή σε όλες τις λογικές τους συνέπειες στην περίοδο που μας ανοίγεται, - το επίσημο τμήμα την Κομμουνιστικής Διεθνούς στην Ελλάδα θα ξοφλούσε οριστικά ως επαναστατικό κόμμα του προλεταριάτου. Η μαρξιστική αριστερά οφείλει σήμερα να ρίξει συγκεντρωμένες τις δυνάμεις του ιδεολογικού της μετώπου στην οργάνωση και καθοδήγηση αυτής της αντίστασης. Η επιτυχία της θα μπορούσε να οδηγήσει στο ξεσκέπασμα και στον εκμηδενισμό της κεντριστικής ομάδας, στην αναγέννηση του επαναστατικού προλεταριακού κινήματος της χώρας.

 


Π. ΠΟΥΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Αθήνα, 2 του Μάρτη 1934.
Δεκάτη Πέμπτη επέτειο της Κ.Δ.






Ι.  ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΟΣ   ΕΚΦΥΛΙΣΜΟΣ


Οι αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας πάνω στο «χαραχτήρα και τις κινητήριες δυνάμεις της επικείμενης επανάστασης» στην Ελλάδα, «για πρώτη φορά», καθώς λένε, μέσα στην 15χρονη ιστορία του Κόμματος, χαράζουνε μια  νέα στρατηγική προγραμματική αρχή, ριζικά αντίθετη με ό, τι ίσαμε τώρα δεχότανε το Κόμμα για πρόγραμμά του: Η επανάσταση που θ’ ανατρέψει την εξουσία των καπιταλιστών στην Ελλάδα δε θα είναι πια η προλεταριακή, παρά θα είναι μια άλλη, «αστικοδημοκρατική», και η νέα εξουσία που θα δημιουργήσει η επανάσταση αυτή δε θα είναι η δικτατορία της εργατικής τάξης, παρά θα είναι μια κάποια «δημοκρατική δικτατορία», που δε θα την ασκήσει η εργατική τάξη μονάχη της, παρά μαζί και μοιρασμένα με τους  «φτωχομεσαίους» χωρικούς.

 


ΠΗΓΕΣ. Οι παραθέσεις από τις αποφάσεις και τα πραχτικά των Παγκοσμίων Συνεδρίων της Κ.Δ., Συνεδρίων του Κ.Κ. Ρωσίας και από έργα του Ν. Λένιν γίνανε με βάση τα κείμενά τους από διάφορες εκδόσεις και αναδημοσιεύσεις ελληνικές, όσες υπάρχουνε, και ξενόγλωσσες, «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», θεωρητικό όργανο του ΚΚΕ, τόμ. 1 και 2 – Thesen und Resolutionen des III Weltkongresses der Komintern. 1921, Hamburg. – G. Sinowieff, Die KI. Auf dem Vormarsch, 1922 (4ο Συνέδριο ΚΔ) – «Die Internationale», θεωρητικό όργανο του Κ.Κ. Γερμανίας, Μάρτης 1925. – N. Lenin, L’ imposta alimentaria  στη «Rassegna Communista», θεωρ. Οργ. του Κ.Κ. Ιταλίας, 1922, 6. – Materialen zur Frage des Programmw der KI.  Εκδ. Κ.Δ. 1924, όπου και όλα τα σχέδια προγραμμάτων με τις εισηγητικές εκθέσεις και το σχέδιο πλατφόρμας του Λένιν, Απρ. 1917: Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην Επανάστασή μας. – G. Zinovieff Leninisme, Paris 1926,αναδ. Από τη ρωσ.  έκδ. της Κ.Δ. – N> Lenine, L’ Etat et la Revolution, - Die Wahlen zur konstituierenden Versammlung und die Diktatur den Proletariats, 1920.-  «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι» κλπ. Όπου ήτανε δυνατή η παραβολή των σχετικών κειμένων, οι αντίστοιχες παραπομπές στη ρως. έκδ. των Απάντων του Λένιν γίνανε με βάση τις κατοπινές αναδημοσιεύσεις στη  γερμ. Έκδοση του οργάνου της Κ.Δ. «Imprekor», 1925, 18, 1928, 61. – L. Trotsky, L’ International Communiste après Lenine, 1930. – Platform der russischen Opposition, nicht veroftenltickt von Stalin’schen ZK. 1928. Από τις ίδιες πηγές, καθώς και από: Der Kampf um die KI., Dokumente der rus. Op. nicht veroff. Vom Stalin’ schen ZK., Berlin 1927,  είναι οι παραθέσεις από άρθρα της «Πράβδας», έγγραφα και λόγους της ρωσικής αντιπολίτευσης. Οι παραθέσεις από ντοκουμέντα κινέζικα γίνουνται με βάση την έκδοση της «Fahne des KommunismusQ Wie die chinesische Revolution zugrunde gerichtet wurde, 1927, Επιστολή από τη Σαγκάη προς την Ε.Ε. της Κ.Δ., που τη εξαφάνισε ο Στάλιν. ΄Οσες άλλες πηγές χρησιμοποιήθηκαν, από έργα και μονογραφίες των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Τρότσκι, της Ρόζας Λούξεμπουργκ, Στάλιν, G. Lucacs, Κάουοτσκι, Hegel,  αναφέρουνται ξεχωριστά στα σχετικά μέρη του βιβλίου.



Αυτό θα είναι ένα ενδιάμεσο πολιτικό και οικονομικό καθεστώς, που θα τον περάσουμε αναπότρεπτα ώσπου νάρθει «λίγο ή πολύ γρήγορα» η δικτατορία του προλεταριάτου. Και το νέο αυτό μιχτό «εργατοαγροτικό» καθεστώς δε θα εφαρμόσει μέτρα σοσιαλιστικής κοινωνικής επανάστασης, παρά θα περιορίζεται μονάχα να συμπληρώνει τον ατέλειωτο ακόμα από την αντιδραστική μπουρζουαζία αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό της χώρας, ώσπου να ωριμάσουν έτσι – πάντα «λίγο ή πολύ γρήγορα» - οι «προϋποθέσεις» για την έναρξη της σοσιαλιστικής μετατροπής και στη χώρα μας. («Ριζοσπάστης», 21, 24, 25, 26 Γενάρη 1934).
Μια τέτοια κολοσσιαίας  σημασίας αλλαγή, που οι συνέπειές της θίγουνε το σύνολο της πραχτικής δράσης του Κόμματος σαν ταξικού κόμματος του προλεταριάτου, αναγγέλθηκε στις 21 του Γενάρη 1934 αιφνιδιαστικά, σαν αναπάντεχη είδηση για κάποιο παράδοξο γεγονός, δίχως το Κόμμα ούτε σε συνέδριό του, ούτε στη βάση του, όχι να συζητήσει, να διαφωτιστεί και να πειστεί για την ορθότητά της, μα ούτε καν να υποψιάζεται από πριν πως υπάρχει ένα τέτοιο ζήτημα. Οι τοποθετημένοι από τα πάνω υπάλληλοι της σταλινικής γραφειοκρατίας, που ποτέ δεν εκλέχτηκαν, ούτε λογοδοτήσανε στο Κόμμα, βγάλανε μέσα σε μια συνάθροισή τους (δήθεν 6η Ολομέλεια) το νέο «διάταγμα», και ύστερα κάλεσαν από τη μια μεριά τα τοποθετημένα από τους ίδιους πάλι πρόσωπα του τοπικού μηχανισμού τους να στείλουνε στο «Ριζοσπάστη» τις συνηθισμένες «παμψηφεί» εγκρίσεις των «αχτίβ», κι από την άλλη μεριά τα εμβρόντητα μέλη να πειθαρχήσουνε στη «γενική γραμμή» και να καταδικάσουνε «παμψηφεί» ως «αντεπαναστάτη πράκτορα του τροτσκισμού» κάθε «ασεβούντα» προς το αλάθητο της «καθοδήγησης», όμοια όπως αυτή έκανε με το μέλος της Ασημίδη. Φαίνεται μόνο πως το πράμα δεν είναι και τόσο εύκολο τούτη τη φορά, γιατί, καθώς ο ίδιος ο εισηγητής μας το λέει, η απόφασή του «για πολλά μέλη είναι βουνό»! («Ριζοσπάστης» 26-1-34).
Κάθε στοχαστικός επαναστάτης που παρακολούθησε οπωσδήποτε την εξέλιξη στη Διεθνή ύστερ’ από το Λένιν και θυμάται με πόση προσοχή στον καιρό τους τα Κομμουνιστικά Κόμματα θέτανε από πριν σε όλα τα μέλη τους για συζήτηση και έγκριση όχι μονάχα τις στρατηγικές στροφές, μα ακόμα και κάθε ουσιώδη ταχτική στροφή, έτσι που όλο το Κόμμα, διαφωτισμένο και πεισμένο για την ορθότητά της, να την εφαρμόσει ενσυνείδητα, με πραγματική κομμουνιστική πειθαρχία, αυτός δε μπορεί παρά να δει στη λεγόμενη 6η Ολομέλεια το αποκορύφωμα της γραφειοκρατικής εξαχρείωσης.
Ο οργανωτικός εκφυλισμός της Κομμουνιστικής Διεθνούς από τη σταλινική ομάδα που επικρατούσε ύστερ’ από το Λένιν,  εκδηλώθηκε με την ολοκληρωτική κατάργηση του Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού, που είναι θεμελιακή αρχή για την οργάνωση ενός κομμουνιστικού κόμματος. «Το δημοκρατικό συγκεντρωτικό σύστημα προέρχεται από τη σύνθεση της προλεταριακής συγκεντρωτικότητας και της προλεταριακής δημοκρατικότητας. Συγκέντρωση μέσα στο Κ.Κ. είναι συγκέντρωση πολιτικής δράσης, όχι συγκέντρωση κυριαρχίας και εξουσίας. Το δυϊσμό γραφειοκρατίας και «λαού»..., την υποδιαίρεση από τη μια μεριά σε υπάλληλους που παίζουνε τον ενεργητικό ρόλο και από την άλλη στους διοικούμενους που βρίσκουνται σε παθητική κατάσταση, τις τάσεις αυτές που το επαναστατικό κίνημα τις κληρονόμησε αναγκαστικά από το αστικό περιβάλλον...,  το Κ.Κ. πρέπει να τις υπερνικήσει... με μια συστηματική πολιτική και οργανωτική εργασία». (Απόφαση 2ου Παγκόσμιου Συνέδριου Κ.Δ., συνταγμένη από τον ίδιο τον Λένιν). Η «πιο αποφασιστική πάλη ενάντια στο γραφειοκρατισμό» μπήκε με πρόταση του Λένιν στο πρόγραμμα του Κ.Κ. Ρωσίας σαν ένα «απόλυτα επιτακτικό καθήκον... γιατί ο γραφειοκρατισμός είναι συνδεδεμένος με το μικροαστικό χάος, με την αποσυνθετική του επίδραση». Σήμερα η σταλινική ομάδα, χρησιμοποιώντας τις μέθοδες της παλιότερης ρωμέικης φαυλοκρατίας, χαρακτηρίζει για «αντεπαναστατική» κάθε πάλη των κομμουνιστών ενάντια στο γραφειοκρατισμό γενικά. Κάθε πολιτική διαφωνία, που αναπόφευγα ξεσπάει μέσα στο Κόμμα, την πνίγει με μηχανικά μέτρα, διαγραφές από την οργάνωση, και με την πολιτική συκοφαντία. Κι αυτά, στο όνομα του Λένιν, που ωστόσο δεν κουραζότανε να φωνάζει: «Είναι ανάγκη όλα τα μέλη του Κόμματος με απόλυτη ψυχραιμία και με την πιο μεγάλη ευθύτητα, να καταπιάνουνται κάθε φορά και να μελετούνε: πρώτα την ουσία των διαφωνιών και ύστερα την εξέλιξη της ενδοκομματικής πάλης. Πρέπει και τα δυό να τα μελετούνε και ν’ απαιτούνε ακριβέστατα ντοκουμέντα για τις διάφορες γνώμες, που πρέπει να τυπώνουνται και να συζητιούνται από όλες τις πλευρές». (Λένιν, Άπαντα Τόμος 18, μέρ. 1, σ. 29).
Η κεντριστική ομάδα σκεπάζει την ποδοπάτηση των οργανωτικών αυτών αρχών βάζοντας μπρος στα πολιτικά αδιαπαιδαγώγητα μέλη το δίλημμα: Έχουμε καιρό για συζήτηση σε τόσο κρίσιμες στιγμές πάλης; Η μαρξιστική Αριστερά ποτέ δεν υποστήριζε να συζητήσουμε αντί ν’ αγωνιστούμε. Η πάλη με τον ταξικό εχθρό, ενάντια στην τρομοκρατία και στις φασιστικές επιθέσεις του κεφάλαιου, πρέπει να διεξαχθεί ταυτόχρονα με την ιδεολογική πάλη μέσα στην επαναστατική πρωτοπορία και στο Κόμμα για τη σωστή γραμμή, για τη διόρθωση των καταστρεπτικών σφαλμάτων που κάνουν άκαρπη την πάλη με την εχθρική τάξη. Μόνο εκείνοι που στην πολιτική συζήτηση θα φέρουνε τις αμφιβολίες τους, όσοι εκεί θα χαλυβδωθούνε πολιτικά, εκείνου μόνο θα μπορέσουν έξω, στην πάλη με τον εχθρό, να φέρουν αποτέλεσμα, εκείνοι μόνο πάνω στον καθημερινό ταξικό αγώνα θα καταχτήσουνε με την πνευματική τους πάλη και την  επιχειρηματολογία τους τη συνείδηση του καθυστερημένου εργάτη, του επηρεασμένου από τους αστούς, τους εργατοκάπηλους και τους ρεφορμιστές, και θα τόνε φέρουνε στον κομμουνισμό. Όταν ο γερμανικός ιμπεριαλισμός άπλωνε το σιδερένιο τακούνι του στο 1918 για να συντρίψει τη Σοβιετική Ρωσία που είχε καταρρεύσει στρατιωτικά, όταν υπαγόρευε την άτιμη συνθήκη του Μπρέστ Λιτόφσκ, τότε μέσα στο Μπολσεβίκικο Κόμμα ξέσπασε μια τεράστια πάλη. Να δεχτούν ή ν’ αποκρούσουνε την άτιμη συνθήκη; Ο Λένιν έλεγε: Πρέπει να κερδίσουμε καιρό, η γερμανική επανάσταση θα μας βοηθήσει. Ο Μπουχάριν και ο Ράντεκ φωνάζανε: ο οπορτουνιστής Λένιν θέλει να υπογράψει μια άτιμη συνθήκη. Κρινότανε η ζωή ή ο θάνατος της Επανάστασης. Και όμως ο Λένιν με τη συζήτηση έπεισε το Κόμμα, δεν έπνιξε μηχανικά την Αντιπολίτευση, μ’ όλο που αυτή τότε άρχισε να παίζει και με την ιδέα της σύλληψης του Λένιν.

 

 

 

ΙΙ.  ΕΘΝΙΚΟΡΕΦΟΡΜΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΙΚΗ

ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 

Αφετηρία στο νέο πρόγραμμα που διατάζει για το Κ.Κ.Ε., η σταλινική ομάδα είναι η εχτίμηση της ελληνικής οικονομίας πάνω στη βάση μιας εθνικής στατικής κι όχι της διεθνικής δυναμικής. Τον αστικό δημοκρατικό χαρακτήρα της επανάστασης στη χώρα μας τόνε βγάζει πρώτα – πρώτα από το χαμηλό επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων, από την καθυστερημένη βιομηχανία της που παίρνει στο εξωτερικό τις πρώτες της ύλες, από την αριθμητική αδυναμία του ελληνικού προλεταριάτου (θέση 6 της απόφασης). Ταυτόχρονα δέχεται πως η Ελλάδα έχει «μέσο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού» και ένα «μίνιμουμ υλικών προϋποθέσεων, που είναι αναγκαίες για τη σοσιαλιστική της ανοικοδόμηση».
Κατ’ αρχήν, το κριτήριο αυτό για τον καθορισμό του επαναστατικού στρατηγικού σκοπού που θα βάλει μπροστά του το προλεταριάτο, είναι ολότελο ψεύτικο. Αποτέλεσε πάντοτε τη θεωρητική βάση όπου στήριξε τα συμπεράσματά του και την πολιτική του ο εθνικορεφορμισμός και ο σοσιαλπατριωτισμός. Είναι αδύνατο, είναι καθαρός παραλογισμός να ζητούμε να βρούμε ποιό είναι το «αναγκαίο μίνιμουμ» υλικών προϋποθέσεων για  το σοσιαλισμό σε κάθε μια χώρα ξεχωριστά μέσα στην τωρινή περίοδο, όπου η διεθνική αλληλεξάρτηση των εθνικών οικονομικών και ο διεθνικός καταμερισμός έχουνε φτάσει σε υπέρτατο βαθμό και έχει δημιουργηθεί μια ενιαία παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία με όλη την αναρχική και ανισόμερη λειτουργία του μηχανισμού της, μια παγκόσμια αγορά μαζί με έναν παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας και των παραγωγικών δυνάμεων.
Σε μια περίοδο οργανικής κρίσης και κατάρρευσης της παγκόσμιας αυτής οικονομίας, περίοδο της διεθνικής προλεταριακής επανάστασης, όπου διεξάγεται μια αδιάκοπη, συνεχής πάλη δυό κοινωνικών συστημάτων – του Καπιταλισμού με το Σοσιαλισμό -,  σ’ αυτή την περίοδο η προλεταριακή επανάσταση ακόμα κι από καθυστερημένες χώρες μπαίνει στην τροχιά της διεθνικής προλεταριακής επανάστασης, γίνεται ένας κρίκος της και ταυτόχρονα μια νέα κινητική της δύναμη. Το κριτήριο του βαθμού «ωριμότητας» κάθε μεμονωμένης χώρας για τη σοσιαλιστική της μετατροπή είναι αντιδραστικό, γιατί και οι πιο εξελιγμένες καπιταλιστικές χώρες είναι ίσα-ίσα πιο μπασμένες στο διεθνικό καταμερισμό (λ.χ. απόλυτη εξάρτηση της Αγγλίας από τα εισαγόμενα σιτηρά και  πρώτες ύλες αποικιών) έτσι που με τις δικές τους μόνο εθνικές «υλικές προϋποθέσεις» η σοσιαλιστική ανοικοδόμησή τους θα σήμανε οικονομική οπισθοδρόμηση στους προκαπιταλιστικούς χρόνους της κλειστής οικονομίας. Υπερώριμη όμως είναι για το σοσιαλισμό η διεθνική καπιταλιστική οικονομία. Οι παγκόσμιες οικονομικές και πολιτικές κρίσεις είναι φανερώματα του ασυμβίβαστου των εθνικών συνόρων με τις αναπτυγμένες κιόλα διεθνικές παραγωγικές δυνάμεις, όπως ταυτόχρονα φανερώνουνε την υπέρταση όξυνση της αντίφασης – που  ζητάει μια επαναστατική διεθνική λύση – ανάμεσα στις παραγωγικές αυτές δυνάμεις και στο κοινωνικό σύστημα των αστικών παραγωγικών σχέσεων.
Γι’ αυτό, στην ιστορική εποχή που ζούμε, ακόμα και στις καθυστερημένες οικονομικά χώρες (λ.χ. Ρωσία 1917) το προλεταριάτο, ενόσω όλες οι ιστορικές συνθήκες το οδηγούνε στην  επανάσταση, δεν περιμένει την «ωρίμανση» των εθνικών προϋποθέσεων, βάζει για στρατηγικό του σκοπό την προλεταριακή δικτατορία και τη σοσιαλιστική επανάσταση. Μόνο αυτές είναι ικανές να λύσουνε διαδοχικά και όλα τα προβλήματα της ανάπτυξης των καθυστερημένων παραγωγικών τους δυνάμεων μέσα στη διαρκή πορεία της διεθνικής προλεταριακής επανάστασης, με την οικονομική συνεργασία των χωρών του σοσιαλισμού, που δίνει τεράστια προώθηση στο ρυθμό της σοσιαλιστικής μετατροπής σε κάθε εθνικό τομέα, αφάνταστη γι’ αυτόν ως τότε με το «δικό του μίνιμουμ υλικών προϋποθέσεων». Από την άποψη αυτή, μόνον αστεία μπορεί να θεωρηθεί η διαπίστωση της 6ης Ολομέλειας, ότι η Ελλάδα έχει τάχα το «ορισμένο μίνιμουμ» υλικών προϋποθέσεων για την εγκαθίδρυση της ολοκληρωτικής σοσιαλιστικής κοινωνίας στα εθνικά της πλαίσια! Θάφτανε μόνο να θυμηθούμε τη θέση των βασικών εξαγωγικών προϊόντων της – ευγενή  γεωργικά προϊόντα – που μέσο της διεθνικής αγοράς μπαίνουν άμεσα και ολοκληρωτικά στο μηχανισμό της παγκόσμιας οικονομίας σα συστατικά μέρη του.
Η παιδαριωδία της 6ης Ολομέλειας γίνεται κατάφωρη αν απλά και μόνο θέσουμε το ζήτημα της δημιουργίας μιας βαρειάς βιομηχανίας (παραγωγή μέσων παραγωγής) με το «μίνιμουμ» υλικών προϋποθέσεων για το σοσιαλισμό», που βρίσκουνται μέσα στα εθνικά πλαίσια της Ελλάδας! «Σοσιαλισμός σ’ ένα μόνο πεζοδρόμιο» έλεγε ο Ράντεκ προτού, συνθηκολογώντας με το σταλινισμό, σβήνει την πολιτική του υπόσταση μέσα στη συνταχτική υπαλληλία των «Ισβέστια».*


* Για την πραχτική εφαρμογή στην ΕΣΣΔ της θεωρίας του «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα» και για το Πεντάχρονο Σχέδιο του Στάλιν και των Μπολσεβίκων – Λενινιστών Βλέπε Λ. Τρότσκι, «Οι επιτυχίες του σοσιαλισμού και οι κίνδυνοι του τυχοδιωκτισμού», έκδ. «Σπάρτακου» - Αριά, «Το Πεντάχρονο Σχέδιο», στο «Σπάρτακο» 1932, αριθ. 7-10, - Λ. Τρότσκι, «Η Σοβιετική Ρωσία σε κίνδυνο». Διεξοδική ανάλυση για το ζήτημα από την άποψη της μαρξιστικής θεωρίας δίνει ο Λ. Τρότσκι στην κριτική  του για το Σχέδιο Προγράμματος της Κ.Δ. (L’ Internationale Communiste après Lenine, 1930, p. 97-167) Βλ. Οικονομικές θέσεις Ρωσικής Αντιπολίτευσης, «Σπάρτακος» 1928, 2-4


Η παιδαριωδία αυτή δεν έχει ολωσδιόλου τίποτα το κοινό με την ορθότατη διαπίστωση ότι το ελληνικό προλεταριάτο, όταν τυχόν όλες οι συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες το επιβάλουνε – στη σύγχρονη εποχή με τις απότομες και αναπάντεχες καμπές – μπορεί και πρέπει να εγκαθιδρύσει την προλεταριακή δικτατορία, στηριγμένη και στη συμμαχία της φτωχής αγροτιάς, και να προχωρήσει αποφασιστικά σε μέτρα σοσιαλιστικής μετατροπής της χώρας, δίχως να αυταπατάται με την ψευτοδιεθνιστική ουτοπία της ταυτόχρονης επανάστασης σ’ όλες τις χώρες, μα ξέροντας από το Μαρξ, το Λένιν και τον Τρότσκι ότι η σοσιαλιστική αυτή μετατροπή δε μπορεί να βρει την τελείωση και ολοκλήρωσή της, παρά μόνο στο διεθνικό πεδίο, δηλαδή στην επικράτηση της προλεταριακής δικτατορίας και στις άλλες προχωρημένες χώρες.
Ανάμεσα στις δυό αυτές αντιλήψεις υπάρχει τόση απόσταση, όση χωρίζει την αλήθεια από τη σταλινική της διαστρέβλωση, τον Επαναστατικό Μαρξισμό από τον Εθνικομπολσεβίκικο Κεντρισμό.
Η 6η Ολομέλεια από τη σχετική καθυστέρηση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας – που άλλωστε σφαλερά, καθώς θα δούμε, την εχτιμάει – βγάζει για το ελληνικό προλεταριάτο όχι το καθήκον της προλεταριακής σοσιαλιστικής επανάστασης που, ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες, μπορεί ν’ αρχίσει και από μια  καθυστερημένη χώρα, και μέσα στην πορεία της διεθνικής προλεταριακής επανάστασης, όπου θα ενσωματωθεί, θα λύσει διεθνικά ακόμα και όσα οικονομικά προβλήματα αφήνει η σχετική της οικονομική καθυστέρηση – αλλά χαράζει στο ελληνικό προλεταριάτο το καθήκον μιας εθνικής αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Τούτη, διατηρώντας την καπιταλιστική οικονομική κυριαρχία, θα περιοριζότανε να  «συμπληρώνει την αστική δημοκρατική μετατροπή της χώρας» ώσπου έτσι να γίνει ύστερα «ώριμη» για την προλεταριακή δικτατορία!



 

ΙΙΙ.  ΤΑ  ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ  ΚΡΙΤΗΡΙΑ

ΤΗΣ  6ης  ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ

 


Δυό γενικές παρατηρήσεις σχετικά με την οικονομική και πολιτική ανάλυση που γίνεται δω:  Όσο για τη γενική θεωρία θα ήτανε περιττό ίσως να δηλώσουμε ότι δε λέμε τίποτα καινούργιο μα διερμηνεύουμε τις ιδέες των δασκάλων του Επιστημονικού  Κομμουνισμού, συχνά με τα ίδια τους τα λόγια από τα σχετικά χωρία των κλασικών τους έργων. Ύστερα μια καθολική και  ολοκληρωμένη έρευνα για την υφή της ελληνικής οικονομίας με τη μαρξιστική μέθοδο, θα ήτανε δίχως άλλο προϋπόθεση για νάχουμε μια αυστηρά επιστημονική προσέγγιση με την πραγματικότητα  και τα συμπεράσματα και οι θεωρητικές γενικεύσεις πάνω σε όλα προβλήματα που θέτει η σταλινική Ολομέλεια δίχως καλά-καλά και η ίδια να το καταλαβαίνει. Μια τέτοια έρευνα, θ’ αγκάλιαζε τη γένεση και την εξέλιξη της νεότερης ελληνικής οικονομίας, κοινωνίας και πολιτικής, στους εθνικούς τους σχηματισμούς και στη διεθνική τους αλληλεξάρτηση, στη δυναμική και στη στατική τους. Πρέπει να το πούμε, δεν έχει γίνει ακόμα η δουλειά αυτή από τους έλληνες μαρξιστές. Με μια έννοια ούτε καν έχει αρχίσει. Αποσπασματικά, σποραδικά και σε διάφορα ξεχωριστά πεδία, γίνανε προετοιμαστικές προσπάθειες.
Ίσως νάπρεπε σ’ αυτές τις προσπάθειες να καταταχτεί και τούτη εδώ η εργασία. Ωστόσο, όπως κι αν την κρίνει κανείς, για ένα πράμα θα πειστεί, θαρρούμε, ο αμερόληπτος αναγνώστης: ότι όσο κι αν είναι λειψή, ατελής – σε πολλά σοβαρά σημεία από αντικειμενική αδυναμία και ανυπαρξία των σχετικών στοιχείων -  η συνοπτική σκιαγραφία που δίνει η ανάλυσή μας εδώ για ορισμένες απόψεις της οικονομίας της χώρας, όσο κι αν δεν παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη και συνθετική αναπαράστασή της – που άλλωστε δεν είναι ο καθαυτό σκοπός του βιβλίου -, πάντα όμως δείχνει με τρόπο αναμφίβολο την κολοσσιαία απόσταση που χωρίζει την τωρινή ελληνική πραγματικότητα από το «μισοφεουδαρχικό» νοητικό κατασκεύασμα που αποτελεί την οικονομική θεμελίωση των στρατηγικών αποφάσεων της 6ης Ολομέλειας. Στο σύνολό του το έργο – το μεγάλο έργο της οικονομικής επιστημονικής θεμελίωσης του ελληνικού κομμουνισμού -  θάναι το συμπυκνωμένο καταστάλαγμα από συλλογικές, επίμονες και συστηματικές προσπάθειες. Μονομιάς να περάσουμε από το μηδέν στην τελειότητα θα ήταν αντίθετο στο νόμο της διαλεκτικής ανάπτυξης. Αυτό δεν έγινε και δε μπορούσε να γίνει ούτε και στο επαναστατικό κίνημα των πιο εξελιγμένων χωρών της Ευρώπης.
Ξεκινώντας και οι τρεις τους από το εθνικιστικό αντιδραστικό κριτήριο της «ωριμότητας» των εθνικών υλικών όρων, η σοσιαλδημοκρατία από τη μια μεριά καταλήγει στην εξάρτηση του προλεταριάτου από τη φιλελεύθερη μπουρζουαζία, ο αρχειομαρξισμός κατάντησε στην ελληνική «κερενσκυάδα» του 1933, ενώ από την άλλη μεριά ο σταλινικός κεντρισμός καταντάει σε μια θέση ανάλογη με τους ναρόντνικους και τους σοσιαλεπαναστάτες που κηρύχνανε τη «λαϊκή επανάσταση» και δημοκρατία των χωρικών και εργατών με πρόγραμμα ριζοσπαστικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις μικροαστικού σοσιαλισμού πάνω στη βάση του καθεστώτος της μικρής ατομικής ιδιοχτησίας.
Αν οι επινοήσεις των μανδαρίνων της αρχειομαρξιστικής αίρεσης είναι ένα κωμειδύλλιο, το κατασκεύασμα του σταλινισμού παίρνει τη μορφή μιας ιλαροτραγωδίας. Γιατί, ενώ φανερώνει την κωμικότητα των «θεωρητικών» της σταλινικής ομάδας, ταυτόχρονα απειλεί το κόμμα της εργατικής τάξης με μια τραγική ιδεολογική και πολιτική διάλυση.
Από την άποψη της οικονομίας η ουσία της αστικοδημοκρατικής επανάστασης είναι η αγροτική μεταρρύθμιση και η κατάργηση των φεουδαρχικών σχέσεων. Εδώ η 6η Ολομέλεια κακοποιεί όχι μόνο τα στοιχεία της μαρξιστικής διδασκαλίας, μα και πασίγνωστα δεδομένα της πείρας και αποδείχνει τη θεωρητική αναπηρία της και το μικροαστικό της κομφουζιονισμό. Σε τελευταία ανάλυση, όλη η κατασκευή της σταλινικής Ολομέλειας στηρίζεται σ’ ένα χοντροκομμένο μεθοδολογικό σφάλμα. Είναι ολοφάνερος ο επηρεασμός της από το πνεύμα της ουτοπικής αναζήτησης ενός χημικά ολοκάθαρου και άμιχτου καπιταλισμού, τέτοιου που δεν υπάρχει πραγματικά σε καμιά χώρα, παρά μόνο σαν επιστημονική αφαίρεση στη μαρξιστική ανάλυση. Είναι ανίκανη να συλλάβει την ουσία των διαλεκτικών νόμων της ιστορικής κίνησης μέσα στην  κοινωνία. Δίπλα και στις πιο εξελιγμένες ακόμα μορφές ενός νέου κοινωνικού σχηματισμού που κυριαρχεί, εξακολουθούνε να συνυπάρχουνε και να μπλέκουνται στα πιο διαφορετικά και πρωτότυπα συμπλέγματα αλληλεπιδράσεων, απομεινάρια από οικονομικοκοινωνικές κατηγορίες παλιότερων σχηματισμών που ιστορικά έχουνε πέσει σαν κυριαρχικά συστήματα. Αυτό το γεγονός, που για τη μαρξιστική θεωρία δεν επηρεάζει καθόλου το βασικό χαρακτηρισμό ενός οικονομικού συστήματος, οδηγεί τη σταλινική διοίκηση σε μια ατέλειωτη σειρά σφαλερά συμπεράσματα, που ζητάeι να τα σκεπάσει με κεντριστικά αμφίβολες, αντιφατικές και διφορούμενες διατυπώσεις στο πεδίο τόσο της οικονομικής ανάλυσης όσο και της πολιτικής συμπερασματολογίας της. Λ.χ. συλλογίζεται: κρατικοκαπιταλιστικό μονοπωλιακό κέρδος = φεουδαρχικός φόρος, κολιγικό γεώμορο. Ή, κυβέρνηση του μεγαλοαστικού κόμματος = «αστικοτσιφλικάδικη συγκυβέρνηση». Ή, «εργατοφτωχομεσαία» κυβέρνηση που απαλλοτριώνει και τους καπιταλιστές = προϊόν αστικοδημοκρατικής επανάστασης κττ. κττ.*
Από τέτοια αντιδιαλεκτική νοοτροπία ξεκινώντας, καταντάει όχι μόνο σε μια τερατώδη υπερτίμηση των μικρών μισοφεουδαρχικών υπολειμμάτων της ελληνικής οικονομίας και σε μια σχηματική «αυτονόμησή» τους, δηλαδή σε ένα μηχανικό ξεχωρισμό τους από τη ζωντανή καπιταλιστική τους ατμόσφαιρα, που δίχως αυτή είναι ακατανόητα σαν «υπολείμματα» παλιών σχέσεων, μα διαπράττει ακόμα τερατωδέστερους συλλογισμούς. Βάζει στην κλίνη του Προκρούστη και προσπαθεί να παρουσιάσει για μορφές φεουδαρχικές, σχέσεις καθαρά αστικές που ίσα-ίσα γεννηθήκανε πάνω στο έδαφος των διαλυμένων φεουδαρχικών μορφών, όπως ο ΑΣΟ, οργανισμοί συγκέντρωσης, κρατικοκαπιταλιστικά μονοπώλια, Αγροτική Τράπεζα, υποδούλωση αγροτών στο τραπεζικό και τοκοφόρο κεφάλαιο γενικά, φορολογία του αστικού κράτους κλπ.

 


*«Το κολιγικό γεώμορο το παίρνει, αντί του τσιφλικά, το μονοπώλιο, ο ΑΣΟ, ο κλητήρας...» (Απόφαση, 1η θέση). «Ο αστικοτσιφλικάδικος συνασπισμός διατηρώντας πάντα το βασικό του (δηλαδή τον ταξικό του Π.Π.) χαρακτήρα και περιεχόμενο, μας κυβερνάει μέχρι σήμερα» («Ριζ.» 25-1-34). «Η εργατοαγροτική κυβέρνηση (όχι η προλεταριακή δικτατορία Π.Π.) πραγματοποιεί την επανάσταση... Η κεφαλαιοκρατία θα διωχτεί από όλα τα διευθυντικά οικονομικά πόστα... Από την πρώτη μέρα της (αστικοδημοκρατικής Π.Π.) επανάστασης θα θίξουν (οι συγκυβερνήτες «εργατοφτωχομεσαίοι» Π.Π.) την αστική μεγάλη ιδιοχτησία» («Ριζ.» 25-1-34) κττ. κττ.



Στον ΑΣΟ (Αυτόνομο Σταφιδικό Οργανισμό) η Ολομέλεια βλέπει μια «μισοφεουδαρχική εξωοικονομική γραμμή (;) εκμετάλλευσης», επειδή, λέει, ο Οργανισμός «παίρνει ένα ποσοστό  παραγωγής σε είδος απλήρωτο» («Ριζ.» 21-1-34). Υπερασπίζοντας μια ανόητη θέση πέφτουνε σε ακόμα μεγαλύτερες ανοησίες. Μάθανε λέξεις ηχηρές από το μαρξιστικό λεξιλόγιο, δε μάθανε όμως ούτε την έννοιά τους  ούτε να ξεχωρίζουνε κάτω από τις ίδιες εξωτερικές εμφανίσεις το διαφορετικό ταξικό οικονομικό και ιστορικό περιεχόμενο. Ο ΑΣΟ (ανάλογα με την πρωτύτερη «Προνομιούχο») και μόνο με την ιστορική προέλευση και ύπαρξή του είναι ίσα-ίσα μια ζωντανή απόδειξη ότι η Ελλάδα στο τομέα του ευγενούς αυτού εξαγωγικού προϊόντος έχει περάσει ολοκληρωτικά από καιρό τώρα μέσα στον καπιταλισμό κ’ έχει ενσωματωθεί στο μηχανισμό της παγκόσμιας υπερεξελιγμένης καπιταλιστικής οικονομίας. Η αρχική προέλευση των οργανώσεων αυτών είναι η φροντίδα του σταφιδεμπορικού κεφάλαιου και του καπιταλιστικού του κράτους ν’ αντιμετωπίσουνε με ένα συνειδητό οικονομικό μέτρο το διεθνικό συναγωνισμό και τον εξευτελισμό των τιμών στην παγκόσμια αγορά. Τη χρόνια δηλαδή σταφιδική εμπορική κρίση, ένα φαινόμενο που μόνο μέσα στις εξελιγμένες καπιταλιστικές οικονομικές σχέσεις μπορούσε ν’ αναπτυχθεί, όχι σε φεουδαρχικές και μισοφεουδαρχικές σχέσεις. Θυσία στο βωμό των  αντιφάσεων του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος είναι το  απλήρωτο παρακράτημα του φτωχού και πειναλέου σταφιδοπαραγωγού, όχι φεουδαλικό δόσιμο. Το ίδιο αληθεύει και για το σχεδιαζόμενο κρατικοκαπιταλιστικό μονοπώλιο καπνού. Αν γίνει, οι κεντριστές στο ΚΚΕ θα ξαναμιλήσουνε για νέες «μισοφεουδαρχίες», ενώ εδώ, ολωσδιόλου αντίθετα, πρόκειται για μορφές άμεσα προετοιμαστικές ίσα-ίσα και «ωριμαστικές» του σοσιαλισμού στο πεδίο της κρατικής οικονομικής οργάνωσης.
Τα σε είδος δοσίματα στους φεουδάρχες είναι μια ολωσδιόλου διαφορετική οικονομική κατηγορία από κείνη που αποτελεί όσο μέρος του προϊόντος περνάει άμεσα σαν «παρακράτημα» στον καπιταλιστικό, όπως ομολογούν οι σταλινικοί, Οργανισμό, και γίνεται αντικείμενο εμπορευματικής κυκλοφορίας και αξιοποίησης, όργανο για συσσώρευση υπεραξίας στα χέρια του εμπορικού και βιομηχανικού κρατικού καπιταλιστή (εμπορία και βιομηχανοποίηση του προϊόντος στα εργοστάσιο του ΑΣΟ). Το ένα πράμα είναι φεουδαρχική οικονομική εκμετάλλευση, το άλλο αστική – καπιταλιστική. Το γεγονός ότι μένει απλήρωτο στον παραγωγό το αντικείμενο της εκμετάλλευσης, δεν είναι ικανό αυτό καθαυτό για να μεταμορφώσει  την κατηγορία της εκμετάλλευσης σε φεουδαρχική. Απλήρωτη είναι και η εργασία του νεότερου προλετάριου, όση ενσωματώθηκε στην καπιταλιστική υπεραξία. Ούτε ενδιάμεση «μισοφεουδαρχική» μιχτή μορφή έχουμε εδώ, γιατί η ουσία του ΑΣΟ είναι το κεφάλαιο στην πιο εξελιγμένη μάλιστα σύγχρονή του μορφή: του κρατικοκαπιταλιστικού μονοπωλίου. Ότι το σύγχρονο μονοπωλιακό κεφάλαιο ξαναγυρίζει με μια έννοια ακόμα και στις αντιδραστικότερες μορφές της προκαπιταλιστικής εκμετάλλευσης αυτό μόνο σε μαρξιστικά αμύητους μπορεί να δώσει την ευκαιρία να δούνε μισοφεουδαρχίες και ασυμπλήρωτους αστικούς μετασχηματισμούς*.

 

 


*Ολότελα αστεία είναι η χρήση του όρου «εξωοικονομικός» από τους «θεωρητικούς» του «Ριζοσπάστη». Κ’ εδώ πρόκειται  για μια ηχηρή λέξη που το νόημά της μένει χώρα άγνωστη σ’ αυτούς. Εξωοικονομική δεν είναι  η εκμετάλλευση ούτε κάτω από το φεουδαρχικό κοινωνικό καθεστώς (ανεξάρτητα ακόμα και από την ιστορική προέλευση της ατομικής ιδιοχτησίας, που και γι’ αυτό το ζήτημα πολλά δίδαξε κάποτε ο Φ. Ένγκελς στο μέγα δάσκαλο της «εξωοικονομικής» βίας Ε. Ντύρινγκ). Γιατί και αυτό το είδος η εκμετάλλευση στηρίζεται σε ένα σχηματισμένο ιστορικό οικονομικοκοινωνικό ταξικό καθεστώς, δηλαδή σε ένα ορισμένο είδος συγκροτημένης κιόλας ιδιοχτησίας. Οι «θεωρητικοί» μας νομίζουνε πως είναι το ίδιο πράμα μαρξιστική επιστήμη και επανάληψη μερικών προπαγανδιστικών λέξεων (ληστρικός, εκμετάλλευση, βία κλπ.). Sancta simplicitas!



Με αγοραιοθεωρητικό (vulgaroekonomisch) κομπασμό οι σταλινικοί αρθογράφοι
της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης» ξαναλένε τη λέξη «τοκογλυφία» νομίζοντας πως βρήκανε τη λύδια λίθο της σύγχρονης «μισοφεουδαρχίας»!  Περιμένουνε να αρνηθούμε την ύπαρξή της για ν’ αποδείξουμε συντελεσμένο τον αστικό μετασχηματισμό στην ύπαιθρο. Ωστόσο η αγριότατη καταλήστευση του έλληνα μικροϊδιοκτήτη την κάνει ολοφάνερο γεγονός. Μα μέσα στη φραστική μέθη τους ξεχνούνε δυό ουσιωδέστερα γεγονότα, πρώτα το  μεγαλύτερο τοκογλύφο πούναι η φινάντσα της Αθήνας και της Λόντρας (Εθνική – Αγροτική Τράπεζα), και ύστερα τους αντιτοκογλυφικούς νόμους του Δημητρακόπουλου. Μένουνε βέβαια τύποι στο μεγαλύτερο μέρος, μα τύποι ίσα-ίσα αποδειχτικοί της «ανορθωτικής» τόλμης, που μ’ αυτή η ολοκληρωνόμενη στα 1910 αστική κυριαρχία ζήτησε να αντικαταστήσει τις μεσαιωνικές μορφές απομύζησης από τον τοκογλύφο με τις μοντέρνες της «έντιμης», «δίκαιας», νόμιμης εκμετάλλευσης από το σύγχρονο αστό και από το τραπεζικό κεφάλαιο.
Η σταλινική απόφαση παραποιεί ακόμα και την εξαθλίωση των «αποκαταστημένων» κληρούχων γηγενών και προσφύγων που, κάτω από τα φορολογικά και τοκογλυφικά βάρη και δίχως επαρκή καλλιεργητικά εφόδια, εγκαταλείπουνε τους κλήρους και πυκνώνουνε στην πόλη τις γραμμές του προλεταριάτου. Παρουσιάζει σαν υπόλειμμα φεουδαρχικό ή σα μισοφεουδαρχικές σχέσεις τα φαινόμενα αυτά που είναι ίσα-ίσα κλασικές συνέπειες της ορμητικής διείσδυσης αστικών εμπορευματικών μορφών εκμετάλλευσης στα χωριά, ειδικά του τραπεζικού κεφάλαιου και συγκεκριμένα της μεγάλης φινάντσας της Εθνικής Τράπεζας. Αυτή με τα εξαρτήματά της, τους συνεταιρισμούς, και με την τεράστια χρηματιστική επιχείρηση «Αποκατάσταση Προσφύγων – Ανταλλάξιμα Κτήματα», υποδούλωσε το μεγαλύτερο μέρος από τους εργαζόμενους χωρικούς, συγκέντρωσε στα χέρια της μια μονοπωλιακή οικονομική κυριαρχία στην αγροτική οικονομία και απομυζάει με τις πιο σύγχρονες καπιταλιστικές μέθοδες την υπεραξία που  παράγουν οι «ελεύθεροι» μικροκαλλιεργητές.
Ενώ ύστερα η 6η Ολομέλεια αναγνωρίζει ότι στο μεγαλύτερό της μέρος η φεουδαρχική ιδιοχτησία απαλλοτριώθηκε με την αστική αγροτική μεταρρύθμιση, παραγνωρίζει ότι τα μικρά  υπολείμματα από φεουδαρχικές σχέσεις ιδιοχτησίας που μένουνε δεν αποτελούνε την επικρατέστερη μορφή της σύγχρονης ελληνικής οικονομίας για να μπορεί έτσι να δικαιολογηθεί, από οικονομική άποψη, ο αστικοδημοκρατικός χαραχτήρας της ερχόμενης ελληνικής επανάστασης.
Κάπου ο εισηγητής της 6ης Ολομέλειας διάβασε πως οι σύγχρονες τελειοποιημένες μορφές του μονοπωλιακού και χρηματιστικού κεφάλαιου οδηγούνε σε μια «σήψη του καπιταλισμού», σε νέους εμποδιστικούς φραγμούς για την εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων, όπως άλλοτε έκαναν οι φραγμοί του μεσαιωνικού φεουδαρχισμού. Και ανόητα μας σερβίρει κι αυτό σαν ένα στοιχείο της σύγχρονης ελληνικής οικονομίας, που κάνει αναγκαία την ...αστικοδημοκρατική επανάσταση για να ...ελευθερωθούνε προς την πρόοδο οι παραγωγικές δυνάμεις της χώρας! Δε βλέπει πως ίσα-ίσα αυτή η ορθότατη διαπίστωση είναι και η θεωρητική αυτοκτονία της νέας του στρατηγικής, γιατί φανερώνει ότι ίσα-ίσα αφού και οι πιο τελειοποιημένοι τύποι που έδωσε η καπιταλιστική εξέλιξη καταντούνε σήμερα ανασχετικοί φραγμοί στην ιστορική πρόοδο, μόνο η κατάργησή τους και οι σοσιαλιστικές λύσεις μπορούνε να προωθήσουνε τις οικονομικές δυνάμεις της χώρας στο δρόμο της ιστορικής προόδου. Δηλαδή λύσεις που μόνο μια προλεταριακή δικτατορία είναι σε θέση να εφαρμόσει.
Ήτανε φυσικό η κεντριστική ομάδα που φιλοτέχνησε τις αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας, να έχει και για την ουσία της γενικής καπιταλιστικής κρίσης ιδέες που να συμβιβάζουνται με τη θεωρία του «ανωρίμαστου της σοσιαλιστικής επανάστασης». Έτσι, ένας από τους θεωρητικούς της φωστήρες με το ψευδώνυμο του ευαγγελιστή Μάρκου, ανέλαβε, μαζί με πολλά άλλα, ν’ αποδείξει και πως ο ξεχωριστός τονισμός του φαινόμενου της  μαζικής υποκατανάλωσης και της καταναλωτικής ανικανότητας όπου βρίσκεται η καπιταλιστική κοινωνία γενικά στην τωρινή εποχή για να εκμεταλλευτεί ολάκαιρο τον παραγωγικό της μηχανισμό, είναι τάχα ξανακύλισμα στις θεωρίες του Σισμοντί και  του Ντύρινγκ για τις οικονομικές κρίσεις. Αρνήθηκε ότι η μαζική υποκατανάλωση που επεχτείνεται με τη χρόνια ανεργία είναι από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα της τωρινής και της γενικής κρίσης του καπιταλισμού, γιατί, λέει, αν είναι έτσι, «αυτό σημαίνει πως η κρίση μπορεί να υπερνικηθεί και ν’ αποφευχθεί μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού, προσαρμόζοντας την παραγωγή στην ικανότητα κατανάλωσης ή ανεβάζοντας το επίπεδο κατανάλωσης, όπως προτείνει ο Φόρντ...» («Κομμουνιστική Επιθεώρηση», Μάης 1932, σ. 280). Είναι βιβλίο εφτασφράγιστο για τους σταλινικούς στην Ελλάδα η μαρξική ανάλυση για τη λειτουργία των νόμων του καπιταλιστικού συστήματος (σχετικός υπερπληθυσμός, χρόνια ανεργία, πτώση του σχετικού ημερομισθίου, προοδευτική πτώση του ποσοστού του κέρδους και αντίφαση ανάμεσα στη ροπή του συσσωρευμένου κεφάλαιου προς μια απεριόριστη επέχταση της παραγωγής και στην ολοένα στενότερη καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας). Οι νόμοι αυτοί κάνουνε λογικά αδύνατη μια τέτοια «προσαρμογή» και κατάργηση της καπιταλιστικής αναρχίας.
Ακόμα λιγότερο είναι σε θέση οι θεωρητικοί της κομματικής διοίκησης να δούνε πως η ιστορική παγκόσμια αναγκαιότητα του σοσιαλισμού βγαίνει, στη σημερινή περίοδο της χρόνιας στασιμότητας και κατάρρευσης του καπιταλισμού, σαν αναπότρεπτη συνέπεια από τη «μονοπωλιακή σήψη» του, από τον ακατάπαυστο περιορισμό της σχετικής καταναλωτικής ικανότητας της κοινωνίας, από την πτώση του μεταβλητού κεφάλαιου σχετικά με την υπεραξία και του καταναλωτικού σχετικά με το σωρευόμενο βασικό κεφάλαιο, από την ακρίβεια ζωής και τη χρόνια δεκάδων εκατομμυρίων ανεργία, από τον προοδευτικό ρυθμό της εξάντλησης των αποικιακών και εξωκαπιταλιστικών γενικά διεξόδων, από την ακατάλυτη μέσα στα καπιταλιστικά πλαίσια Σφίγγα του διπλού περισσεύματος που αναλύει ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο»: «Περίσσευμα κεφάλαιου και περίσσευμα πληθυσμού», φαινόμενο που αποτελεί το σπουδαιότερο γνώρισμα της σύγχρονης γενικής κρίσης του καπιταλισμού*.  Όλη τη συζήτηση με το «θεωρητικό» της κεντριστικής ομάδας βλέπε σε άρθρο στο «Σπάρτακο» 1932, 23: Π. Πουλιόπουλου, «Σταλινική υποκατανάλωση μαρξικής σκέψης».

 

 


* Κ. Marx, Kapital. I I I Band, 1, Volksausgabe, S.208 κ. Εφ. Στο ίδιο μέρος του 3ου τόμου, πιο κάτω, αναλύοντας ο Μαρξ τη μεγάλη εξάπλωση που έπαιρνε από τότε ο τύπος της καπιταλιστικής συγκέντρωσης με τις ανώνυμες εταιρίες, καταλήγει στον περίφημό του χαρακτηρισμό που αληθεύει για όλες τις μεγάλες μονοπωλιακές επιχειρηματικές οργανώσεις που κρατούνε πια σήμερα στα χέρια τους την οικονομική ζωή όλου του κόσμου: «Στις ανώνυμες εταιρίες η λειτουργία του κεφάλαιου έχει χωριστεί από την ιδιοχτησία πάνω στο κεφάλαιο, επομένως και η εργασία είναι ολοκληρωτικά αποχωρισμένη από την ιδοχτησία στα παραγωγικά μέσα και στην υπερεργασία. Αυτό είναι αποτέλεσμα από την ανώτατη ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής, ένας αναγκαίος μεταβατικός σταθμός για την ξαναμετατροπή του κεφάλαιου σε ιδιοχτησία των παραγωγών, όχι όμως σε ιδοχτησία των ατομικών παραγωγών, αλλά άμεση ιδιοχτησία της κοινωνίας. Από την άλλη μεριά είναι ένας μεταβατικός σταθμός για τη μετατροπή όλων των λειτουργιών μέσα στο προτσές της αναπαραγωγής που συνδέουνται μέχρι τώρα με την καπιταλιστική ιδιοχτησία, σε απλές λειτουργίες των κοινωνικά οργανωμένων παραγωγών, σε κοινωνικές λειτουργίες». Ο Φρ. Ένγκελς, συμπληρώνοντας το 1894 με μια σημείωσή του τη μαρξιστική ανάλυση στο μέρος αυτό, μας δίνει μια βαθυστόχαστη προοπτική για την κατοπινή εξέλιξη του καπιταλισμού, που τη βλέπουμε επαληθευμένη στα μεταπολεμικά και τωρινά χρόνια από την καταλυτική κρίση του υπερωριμασμένου πια για το σοσιαλισμό παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος στο μονοπωλιακό ιμπεριαλιστικό στάδιο: «Από τότε πούγραψε ο Μαρξ τα παραπάνω είναι γνωστό ότι αναπτυχτήκανε καινούργιες μορφές βιομηχανικής οργάνωσης που είναι ανώνυμες  εταιρίες υψωμένες στο τετράγωνο και στον κύβο. Απέναντι στην καθημερινά αυξανόμενη ταχύτητα που μπορεί σήμερα να μεγαλώνει η παραγωγή σε όλες τις σφαίρες της μεγάλης βιομηχανίας, στέκεται η ολοένα και πιο μεγάλη επιβράδυνση στην επέχταση της αγοράς για τα πολλαπλασιασμένα αυτά προϊόντα. Ό, τι εκείνη φτιάνει μέσα σε μήνες, τούτη μπορεί να τα απορροφήσει μόλις σε χρόνια. Κοντά σ’ αυτό έρχεται η προστατευτική τελωνειακή πολιτική που μ’ αυτή κάθε βιομηχανική χώρα κλείνεται απέναντι στις άλλες και ειδικά στην Αγγλία και μεγαλώνει τεχνητά ακόμα περισσότερο τη ντόπια παραγωγικότητα. Οι συνέπειες είναι μια γενική χρόνια υπερπαραγωγή, εξευτελισμένες τιμές, κέρδη που λιγοστεύουνε ή και χάνουνται ολότελα. Κοντολογίς,  ο τόσο πολύ υμνημένος ελεύθερος συναγωνισμός δε μπορεί πια να κάνει τίποτα και αναγκάζεται να αναγνωρίσει μονάχος την ολοφάνερη σκανδαλώδη χρεοκοπία του...» Κ. Marx, Kapital, I I I Band 1, S 383. Οι «θεωρητικοί» μας της 6ης Ολομέλειας, θέλουν να ξαναλένε σχεδόν φωνογραφικά τις φράσεις του Λένιν από τον «Ιμπεριαλισμό» του, όπου ο Λένιν τα φαινόμενα, που είχανε κιόλα παρατηρήσει οι ιδρυτές του επιστημονικού κομμουνισμού στα χρόνια τους, τα αναλύει με την ίδια μέθοδο στις πιο αναπτυγμένες μορφές της εξέλιξης τους ύστερ’ από μισό αιώνα. Ωστόσο στέκουν ανίκανοι να δούνε το αληθινό πνεύμα των μαρξιστικών αυτών αναλύσεων, και από τις θεωρητικές γενικεύσεις, που λογικά βγαίνουν από κείνες τις αναλύσεις, να αντλήσουνε τα ορθά κριτήρια για την οικονομική θεμελίωση μιας ορθής προλεταριακής διεθνιστικής πολιτικής στην Ελλάδα. Εξηγούμε ειδικότερα το βαθύτατα αντιμαρξιστικό χαραχτήρα της «οικονομικής θεωρίας» των νέων στρατηγών μας στο θεωρητικό κεφάλαιο του βιβλίου. Βλέπε πιο κάτω ΙΧ. – Ειδική ανάλυση για την πορεία της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα από το 1929 ίσαμε το 1933 έγινε με τις θέσεις του Σπάρτακου 1930 και τις εισηγήσεις της Κ.Ε. του Σπάρτακου στην 1η και 2η Εθνική του Συνδιάσκεψη («Σπάρτακος» Δεκέμβρη 1930, Ιούνη 1932, 29 Ιούλη – 12 Αυγούστου 1933).



Θα έφτανε μόνο ν’ αντικρύσει κανείς το φοβερό πρόβλημα της χρόνιας μαζικής ανεργίας στο ελληνικό προλεταριάτο (λογαριάζουνε το συνολικό αριθμό των ανέργων σε όλη τη χώρα πάνω από 200.000), για να καταλάβει αμέσως ότι ακόμα και τα πιο τυπικά γνωρίσματα της κρίσης του παγκόσμια «συμπληρωμένου» και παρακμασμένου πια καπιταλισμού, αγκαλιάσανε και την Ελλάδα. Το μόνο που θάλειπε είναι οι θεωρητικοί της σταλινικής Ολομέλειας ν’ αναζητήσουνε τη γενεσιουργία  του φαινόμενου σε... θεομηνίες και σιτοδείες λ.χ., που μόνο αυτές ήτανε στα φεουδαρχικά καθεστώτα οι συνηθισμένες αιτίες του μαζικού παουπερισμού και της ανεργίας.

 

 

IV. ΕΙΝΑΙ ΜΙΣΟΦΕΟΥΔΑΡΧΙΚΗ

Ή ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ   ΧΩΡΑ Η ΕΛΛΑΔΑ;

1.  Γενικά

Ανεξάρτητα από τις ιστορικές περιπέτειες του βαθμιαίου αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού της χώρας και ανεξάρτητα από το βαθμό της εξέλιξης των καθαρά αστικών καπιταλιστικών μορφών στα διάφορα πεδία της οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής της συγκριτικά με τις εξελιγμένες χώρες της Ευρώπης, οι μορφές αυτές είναι σήμερα αναμφισβήτητα κυρίαρχες στην ελληνική οικονομία. Μια ανάπτυξη εξαιρετικά γοργή από το 1916-1930 της βιομηχανίας, η διάλυση των κλειστών οικιακών  οικονομιών, η ορμητική διείσδυση και ολοκληρωτική επικράτηση των αστικών εμπορευματικών σχέσεων στα χωριά, ο εκτοπισμός της μεσαιωνικής χωρικής συντεχνίας από το εμπορικό κεφάλαιο και από τα προϊόντα της καπιταλιστικής επιχείρησης, με όλες τις μεγάλες ελλείψεις στο συγκοινωνιακό δίχτυ, η γοργή ταξική διαφοροποίηση μέσα στα χωριά και η αξιοσημείωτη αύξηση του αριθμού των αγροτικών προλεταρίων, το μικρότερο ποσοστό των αγροτικών εισοδημάτων σχετικά με τα  αστικά, η σημαντική αριθμητική αναλογία του βιομηχανικού προλεταριάτου σχετικά με όλη την εργατική τάξη και όλου του ελληνικού προλεταριάτου σχετικά με τον πληθυσμό της χώρας, η αναλογία γεωργικού και αστικού πληθυσμού και ειδικότερα η πυκνή συγκέντρωση του πληθυσμού στα μεγάλα κέντρα, οι σύγχρονες μέθοδες οργάνωσης του τραπεζικού συστήματος, η συγκέντρωση και η αποφασιστική επίδραση του στην αγροτική οικονομία, στη βιομηχανία και στο εμπόριο, η  καπιταλιστική εκμετάλλευση στα κυριότερα αγροτικά προϊόντα από το εξαγωγικό εμπορικό κεφάλαιο, τραστοποιημένο σε σημαντικό βαθμό, η ύπαρξη μιας καπιταλιστικής συγκεντρωμένης εμπορικής ναυτιλίας, κλπ. – όλα αυτά αποδείχνουν όχι μόνο ότι οι καθαρά καπιταλιστικές σχέσεις έχουν αποφασιστικά πια επικρατήσει στην οικονομική ζωή της χώρας, μα ακόμα και ότι υπάρχει κιόλας ένα ισχυρό προλεταριάτο που συνολικά και ειδικά στο βιομηχανικό του πυρήνα, είναι το μεγαλύτερο στη Βαλκανική. Έτσι με όλη την  - άλλωστε πολύ μικρή – αριθμητική υπεροχή του αγροτικού πληθυσμού, μπορούμε σοβαρά να αντικρίζουμε, στην εποχή της διεθνικής καπιταλιστικής κατάρρευσης, την  προοπτική της προλεταριακής επανάστασης και ηγεμονίας του προλεταριάτου μέσα στο συμμαχικό του συνασπισμό με την αγροτική φτωχολογιά ενάντια στην κυριαρχία της ελληνικής μπουρζουαζίας.

2. Η αστικοδημοκρατική εξέλιξη

Ο αστικοδημοκρατικός μετασχηματισμός της Ελλάδας, στο σύνολό του, ήταν από τους πιο καθυστερημένους και συντελέστηκε με αργό ρυθμό ίσαμε το 1910. Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα (Τρικούπης) αρχίζει να προχωρεί σταθερά στο δρόμο για την ολοκλήρωσή του. Η ελληνική μπουρζουαζία ίσαμε την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα προχώρησε, είναι αλήθεια, δισταχτικά και σε διαρκείς συμβιβασμούς με τον παλιό κόσμο, αυλή, φεουδαρχία, κλήρο. Όλα τα μεταρρυθμιστικά της βήματα φέρνουνε τη σφραγίδα του μεσοβέζικου και δισταχτικού της πνεύματος, του φόβου της μπροστά σε ριζοσπαστικές «πληβειακές» λύσεις. Μ΄ όλες τις ιδιομορφίες δημοκρατικές λαϊκές παραδόσεις μας που χρονολογουνται κιόλας από τα χρόνια της Εθνικής Επανάστασης, ο 19ος αιώνας για την ελληνική μπουρζουαζία είναι μια αδιάκοπη προσπάθεια για την άμβλυνση των αυθόρμητων δημοκρατικών ορμών στις εργαζόμενες μάζες, για συμβιβασμούς με το Στέμμα, παίρνοντας για το σκοπό αυτό σα σύμμαχο τις κλίκες των τοπαρχών Ελλήνων φεουδαρχών. Είναι χαρακτηριστικό το αίσθημα της «εθνικής υπερηφάνειας» της για τον «ειρηνικό» τρόπο που τιθάσευσε τις επαναστάσεις του 1844, 1863 και για τη «μεγάλη ειρηνική επανάσταση» του 1909 (Γουδί). Σύμβολο του βαθύτερου τότε συντηρητισμού της ελληνικής μπουρζουαζίας στο πεδίο του κρατικού δημοκρατικού μετασχηματισμού είναι, στο κατώφλι ακόμα της καινούργιας ορμητικής ανόδου της  (από τα 1910 κ’ ύστερα), το ιστορικό σύνθημα που ο πολιτικός ηγέτης της φιλελεύθερης μπουρζουαζίας Ελ. Βενιζέλος έριχνε στις ριζοσπαστικοποιημένες μάζες της Αθήνας ύστερ’ από το κίνημα του Γουδί: «Όχι Συνταχτική, αλλά Αναθεωρητική», δηλαδή όχι επαναστατική δημοκρατική ανατροπή, αλλά «ειρηνικός» συμβιβασμός με τη μοναρχία. Από τότε μπορεί κανείς καθαρά να διαπιστώσει σε όλη την κατοπινή εξέλιξη της μεγάλης ελληνικής μπουρζουαζίας, στο στάδιο της ολοκληρωτικής της κυριαρχίας, μια χαρακτηριστικότατη ανισομέρεια και αντιφατικότητα, που έχει την αιτιολογία της στις ειδικές εθνικοϊστορικές συνθήκες της ανάπτυξής της και στη διεθνική οικονομική και πολιτική constellation όπου μέσα υποχρεώθηκε από την ιστορία να πραγματοποιήσει το μεγάλο «ανορθωτικό» έργο του αστικού μετασχηματισμού της χώρας: όσο ορμητική κ’ επαναστατική, άσπλαχνη και κυνική στάθηκε στην οικονομική σφαίρα της καθυπόταξης του τόπου στην ταξική κυριαρχία της, άλλο τόσο δισταχτική και συντηρητική, μεσοβέζικη, κίβδηλη και δόλια στάθηκε στην πολιτική σφαίρα.
Ο βαθύτερα μεσοβέζικος, κίβδηλος και συντηρητικός χαραχτήρας του ελληνικού αστικού φιλελευθερισμού στο πολιτικό πεδίο επηρέασε και τους πιο ριζοσπαστικούς εκπροσώπους της μικροαστικής δημοκρατίας. Οι «κοινωνιολόγοι» του 1910 σβήσανε το μικροαστικό ριζοσπαστισμό τους και γίνανε απλές φραστικές αριστερές διακοσμήσεις του κόμματος της δόλιας μεγαλομπουρζουαζίας. Έτσι ο πολιτικός χάρτης στην Ελλάδα δε γνώρισε ένα αληθινά ριζοσπαστικό σοβαρό κόμμα της μικροαστικής δημοκρατίας. Ο Αλ. Παπαναστασίου σωστά διακήρυχνε πρόσφατα ότι η παράταξή του στην Ελλάδα δεν είναι ούτε καν τόσο αριστερό κόμμα όσο το Ριζοσπαστικό Κόμμα της Γαλλίας.
Το αστείο εδώ είναι να  συλλογιστεί κανείς ότι η σταλινική ιδέα για μια «συμπλήρωση της αστικής δημοκρατικής εξέλιξης» σα νέος στρατηγικός προσανατολισμός του ελληνικού προλεταριάτου, είναι η λογική βάση και για τους «νέους» επίσης «δρόμους»  που με χιουμοριστική, φαίνεται, διάθεση θελήσανε να μας ανοίξουνε στην τελευταία συζήτηση του «Σπάρτακου» δυό μέλη του. Δίνοντας άνετα στην ελληνική οικονομία το χαρακτηρισμό «ανατολική»(;), έσπευσαν να κάνουνε τερατώδεις αναλογίες σύγχυσης του πολιτικού κομματικού χάρτη της Γαλλίας με το δικό μας, τονίσανε με σπουδαιοφάνεια την «αντιμαρξιστική» παραμέληση κάποιων ακαθόριστων «ελιγμών» της προλεταριακής πρωτοπορίας με τα αριστερά (;) κόμματα της χώρας μας και καταντήσανε να βάλουνε για κορωνίδα και τελικό σημάδι του «νέου» δρόμου τους τη γνωστή από το 1923 ουτοπία της  Αγκέλικας Μπαλαμπάνοβας: πολιτική ένωση του «δημοκρατικού» σοσιαλισμού με τον επαναστατικό! Τούτοι όμως τουλάχιστο διαβάσανε πρόσφατα, όπως έκανε κι ο ήρωας του Νεκράσωφ, το τελευταίο έργο του Κάουτσκι, απ’ όπου, φαίνεται, δανειστήκανε και τους αντεπαναστατικούς χαρακτηρισμούς τους για την προλεταριακή δικτατορία στην ΕΣΣΔ. Μα οι ήρωες της 6ης Ολομέλειας που παριστάνουνε τους γνήσιους μαθητές του Λένιν!
Η εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας ήρθε σαν αναγκαστική συνέπεια της μικρασιατικής καταστροφής και η φιλελεύθερη μπουρζουαζία, στο σύνολό της, την δέχτηκε σαν ένα εξαναγκασμένο από τα πράγματα τερματισμό της συμβιβαστικής της πολιτικής με την Αυλή. Ο  αρχηγός της Ε. Βενιζέλος ακόμα και το 1928 (προεκλογικός τους λόγος στην Άρτα) δήλωνε ότι διαφωνίες  αρχής δεν είχε ποτέ με το μοναρχικό καθεστώς. Κι ο Γ. Καφαντάρης τελευταία ακόμα αναγνώριζε για «τεχνητή» και «βεβιασμένη την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας από το στρατό». Ωστόσο, και κάτω από το μοναρχικό ακόμα συνταγματικό καθεστώς, ο αστικοδημοκρατικός συγχρονισμός της Ελλάδας σε όλες  τις σφαίρες της πολιτικής και οικονομικής ζωής προόδεψε εξαιρετικά, από το 1910 ιδίως («Ανόρθωση»).
Στους εξωτερικούς τύπους και θεσμούς ο μετασχηματισμός αυτός πήρε πολύ συγχρονισμένες μορφές (κρατική οργάνωση, αγροτική μεταρρύθμιση, κοινωνική νομοθεσία, γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917 κλπ.). Αλλού (λ.χ. Εκκλησία) μένει κολλημένος στην αντιδραστική παράδοση. Ένας υπερσυντηρητικός όμως μηχανισμός, διοικητικός, δικαστικός κλπ., κάνει τους προοδευτικούς τύπους καθαρές ειρωνείες για τον εργαζόμενο λαό. Όλοι οι προοδευτικοί τύποι, που οι περισσότεροί τους μιμητικά πάρθηκαν από τη Δύση, δεν εμποδίσανε τον Έλληνα προλετάριο και αγρότη να βρίσκουνται ανέκαθεν σε μια από τις πιο χαμηλές μέσα στην Ευρώπη στάθμες από την άποψη των όρων της ζωής και της εργασίας τους. Παραδειγματικά θα μπορούσαμε ν’ αναφέρουμε τις επίσημες εκθέσεις των Επιθεωρητών Εργασίας για τον τρόπο της εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας του 1914. Οι καταπληχτικές εικόνες που μας δίνουνε για τη ζωή της εργατικής τάξης μας είναι αμυδρότατες αναπαραστάσεις ενός κομματιού από την αληθινή φρίκη της. Αυτή σε τίποτα δεν υστερεί από την ανατριχιαστική απεικόνιση όπως μας τη δίνει ο 1ος τόμος του «Κεφάλαιου» για τη ζωή του αγγλικού προλεταριάτου στις αρχές του 19ου αιώνια.
Τέλος, ο αστικός δημοκρατισμός, φτάνοντας στην Ελλάδα με τόσο μεγάλη ιστορική καθυστέρηση, διασταυρώνεται, στην τωρινή περίοδο του διεθνικού ιμπεριαλισμού, με τις τάσεις της αντιδραστικής αναστροφής της μπουρζουαζίας (δικτατορίες, φασισμός). Η αστική δημοκρατία στην Ελλάδα μοιάζει με έναν πρόωρα γερασμένον άντρα που έζησε πολύ λίγο και ξεζεί γρήγορα. Έτσι κι αυτή άρχισε να ξεζεί δίχως νάχει δώσει στο προλεταριάτο ούτε και όσες δημοκρατικές ελευθερίες γνώρισαν οι Ευρωπαίοι εργάτες. Γι’ αυτό η πάλη του προλεταριάτου για διεκδίκηση των πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών της εργατικής δημοκρατίας ενάντια στις δικτατορίες και στο φασισμό, είναι πάλη όχι για την «ολοκλήρωση» του «προοδευτικού» ρόλου αυτής της δημοκρατίας, μα είναι πάλη με σκοπό την κατάχτηση ενός πλατύτερου πεδίου και περισσότερων όπλων για την ανατροπή της Αστικής και για την εγκαθίδρυση της Προλεταριακής Δημοκρατίας.
Οι ιδιαίτερες ωστόσο συνθήκες όπου γεννήθηκε και αναπτύχτηκε η αστική δημοκρατία στην Ελλάδα, μόνο σε  ανθρώπους πούχουνε πάθει πολιτική τύφλωση, μπορούνε να δώσουνε την αφορμή να σκεφτούνε πως «μέχρι σήμερα μας κυβερνάει ο αστικοτσιφλικάδικος συνασπισμός διατηρώντας το βασικό χαραχτήρα του και το περιεχόμενό του». («Ριζοσπάστης» 25 Γενάρη σελ. 2). Είναι απίστευτο να χαρακτηρίζεται «αστικοτσιφλικάδικος συνασπισμός», στο βασικό του ταξικό χαραχτήρα και στο κοινωνικό του περιεχόμενο, το μεγάλο συμπαγές και με ξεκάθαρο ταξικό πρόγραμμα και αστική συνείδηση Φιλελεύθερο Κόμμα της μεγαλομπουρζουαζίας, που γεμίζει με την τεράστια «ανορθωτική» αστικοδημοκρατική δράση του σχεδόν όλο το τελευταίο τέταρτο αιώνα της πολιτικής ιστορίας του τόπου.
Όσο για το αστικό οικονομικό υπόστρωμα της Ελλάδας, αυτό είναι σε σημαντικό βαθμό ανισόμερα και πιο πολύ προχωρημένο από το πολιτικό αστικοδημοκρατικό της εποικοδόμημα, όπως το σκιαγραφούμε πρόχειρα πιο πάνω.

3. Η βιομηχανική ανάπτυξη

Από το 1912 ίσαμε το 1930 η βιομηχανική ανάπτυξη στην Ελλάδα ξεπέρασε όλες τις άλλες χώρες της Βαλκανικής και ιδιαίτερα τη Βουλγαρία, που η 6η Ολομέλεια την εξαιρεί από το ειδύλλιο το αστικοδημοκρατικό των άλλων βαλκανικών χωρών. Στα 1892 η αξία των βιομηχανικών εγκαταστάσεων της χώρας ήτανε 40.000.000 χρυσές δραχμές. Κινητήρια δύναμη ίπποι 5.568. Στα 1917 είχαμε εργοστάσια μόνο 2.000, βιομηχανική παραγωγή χρονιάτικη 200.000.000 δρχ., βιομήχανους εργάτες 35.000. στα 1930, εργοστάσια 4.000, βιομηχανική παραγωγή καθαρή 480.000.000 χρ. Φράγκα, κινητήρια δύναμη 230.000 ίππους. Το ρυθμό της βιομηχανικής καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα τόνε βλέπουμε στον ακόλουθο πίνακα.

 


Χρόνοι    Πληθυσμός    Αξία βιομ.    Αξία βιομ.    Αξία βιομ.                   Αξία βιομ.

εγκαταστ    παραγωγής   εισαγωγής                    εξαγωγής


Σε χρυσές δραχμές


 

1917    4.800.000    200.000.000  200.000.000 101.000.000 (1914)    18.000.000 (1914)
1929    6.200.000    560.000.000  480.000.000 333.000.000               30.000.000


Δείχνει ότι μέσα σε 11 χρόνια, ενώ ο πληθυσμός της χώρας δεν αυξήθηκε ούτε κατά μισό (μαζί με τους πρόσφυγες), η βιομηχανία τριπλασιάστηκε στην αξία των εγκαταστάσεών της, έγινε 2 ½ φορές μεγαλύτερη στην αξία στης παραγωγής της και πλησίασε το διπλάσιο στην αξία των εξαγωγών της.
Τον ίδιο ρυθμό συγκριτικά με τη γεωργία μας δίνουν οι ακόλουθοι αριθμοί:
Αυξήθηκε η βιομηχανική παραγωγή από το 1923 ως το 1928 κατά 124%, η γεωργική στο ίδιο διάστημα μόνο 68%.
Από το 1924 ίσαμε το 1929 ιδρυθήκανε 221 νέες ανώνυμες εταιρίες, τοποθετηθήκανε νέα κεφάλαια συνολικά (παλιές και νέες επιχειρήσεις) 1.500.000.000, γίνανε νέα βιομηχανικά εργοστάσια 770 με παραπανιστή δύναμη ίππους 83.000.
Οι πληροφορίες της Επιθεώρησης Βιομηχανίας του Υπουργείου φέρνουνε για το 1932 νέα εργοστάσια βιομηχανικά ιδρυμένα 91 με δύναμη 1633 ίππους, με διπλασιασμό της εξαγωγής βιομηχανικών προϊόντων, που το 1929 είχε φτάσει τα 470 εκατ. χρ. Φράγκα και το 1923 ήτανε 210 εκατ.
Την τέτοια ανάπτυξη της βιομηχανίας τη συνόδεψε ο πολλαπλασιασμός της εξαθλίωσης των εργατών και η αριθμητική αύξηση του προλεταριάτου που στατιστικά τη δίνουμε ξέχωρα πιο κάτω.
Η Εισήγηση της Κ.Ε. για την 1η Εθνική Συνδιάσκεψη του Σπάρτακου («Σπάρτακος» Ιούνης 1932) λογαριάζει σε 50% τον κατά μέσον όρο εξευτελισμό στα προπολεμικά εργατικά ημερομίσθια το 1923. λογαριάζοντας ύστερα τα εργατικά ημερομίσθια 1914, 1923, 1924, 1928, κλωστοϋφαντουργών, εργατών χρωματουργείων, υαλουργείων και χημικής βιομηχανίας, συγκριτικά με την πτώση της συναλλαγματικής αξίας της δραχμής και την ύψωση του τιμάριθμου της ζωής, συμπεραίνει πως, ενώ στο διάστημα αυτό η δραχμή έπεσε 12 φορές κι ο τιμάριθμος ανέβηκε 20, το μέσο ημερομίσθιο του Έλληνα προλετάριου ανέβηκε μόνο στο διπλάσιο. Να ένας συγκριτικός πίνακας:

Μισθός εργατών χημικής βιομηχανίας, υαλουργίας, χρωματουργίας


Χρόνοι    Συναλλαγματική     Τιμάριθμος           Ημερομίσθια

αξ δραχμ         χοντρ πούλησ

1914                   100            100                       100
1923                 1250          2150                        525
1928                 1120          1762                        525



Χρυσές δραχμές

 


 

Χρόνοι    Μηνιάτικος    Ημερομίσθιο    Ημερομίσθιο

μισθ υφαντή    υφάντρας        κλώστρας

(αποκοπή)       (αποκοπή)


1914         250                               4
1928         165            2,5              1,50*


*Η εκμετάλλευση της γυναικείας εργατικής δύναμης στη βιομηχανία βλέπουμε ότι ξεπερνάει κάθε όριο.


Να που στηρίχτηκε κυρίως η μεγάλη ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας όλα αυτά τα χρόνια, εξόν από το προστατευτικό δασμολόγιο, το πλάτεμα της εσωτερικής αγοράς και το νομισματικό πληθωρισμό. Έτσι, απομυζώντας απάνθρωπα την απόλυτη και σχετική αύξηση της υπεραξίας που έβγαζε η υπερεργασία του ελληνικού προλεταριάτου, το ελληνικό κεφάλαιο πραγματοποίησε τον «ιστορικό του προορισμό» στο πεδίο της βιομηχανίας. Πραγματοποίηση που η 6η Ολομέλεια τολμάει ν’ αμφισβητήσει στο όνομα κάποιου νέου αστικού μετασχηματισμού.
Ο συνδικαλιστικός ηγέτης του πρώτου γραφειοκρατικού συγκροτήματος των κεντριστών στην Ελλάδα Κ. Θέος, σα για ιδρυτικό θεμέλιο της Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας στο 1ο Πανελλαδικό της Συνέδριο στ 1929 έβαζε την ακόλουθη καταπληχτική δήλωση, νομίζοντας ο άμοιρος πως έτσι παριστάνει το μεγάλο επαναστάτη: «Οι λικβινταριστές μας φλυαρούνε δω για βιομηχανικές αναπτύξεις στην Ελλάδα, ενώ η χώρα δε βγάζει παρά μόνο κάτι χαλβάδες και κάτι μεντζισόλες»! Ο οικονομικός αναλφαβητισμός της σταλινικής ομάδας, καθώς μας πείθει η 6η Ολομέλεια, δε διορθώθηκε σε τίποτα από τότε.
Εβδομήντα πέντε στα εκατό από τις βιομηχανικές ανάγκες της χώρας υπολογίζανε αστοί στατιστικοί, από το 1929 κιόλας, ότι σκεπάζονταν από την εγχώρια βιομηχανία. Βαριά βιομηχανία λείπει. Είναι γενικά ελαφριά η βιομηχανία μας. Ντόπια  βιομηχανική επεξεργασία ή μισοκατεργασία γίνεται και στα ευγενή προϊόντα της γεωργίας, που εξαρτιουνται άμεσα από τη διεθνική καπιταλιστική αγορά. Βέβαια η καπιταλιστική Ελλάδα δε μπορεί, από την άποψη της οικονομικής της συγκρότησης και του εθνικού εισοδήματος, να χαρακτηριστεί χώρα του βιομηχανικού καπιταλισμού. Μα ούτε και «εμπορομεσιτική» ή κυρίως αγροτική. Το μεγάλο ειδικό βάρος της μικροβιοτεχνίας μας είναι σημαντικό τεκμήριο της οικονομικής καθυστέρησής μας. Η βιομηχανική καθυστέρηση δεν οφείλεται στην έλλειψη πρώτων υλών, όπως αφήνει να εννοηθεί η 6η Ολομέλεια. Η έλλειψη ντόπιας πρώτης και καύσιμης ύλης (πετρέλαια, βενζίνα κλπ.) δεν εμπόδισε την τεράστια βιομηχανική ανάπτυξη της Αγγλίας, Γερμανίας κλπ. Όπως αντίστροφα οι τεράστιες ποσότητες από τέτοιες  ύλες στην Τουρκία δε φτάσανε για να εξελιχτεί βιομηχανικά αυτή η χώρα. Ο σταλινισμός κ’ εδώ αγνοεί το διεθνικό καταμερισμό της εργασίας και αρνιέται τους ιστορικοϋλιστικούς όρους της κοινωνικής εξέλιξης. Αντικρίζει τη μετατροπή των φυσικών δυνάμεων σε παραγωγικές ανεξάρτητα από το διαλεκτικό συσχετισμό που βρίσκουνται οι παραγωγικές δυνάμεις με τις παραγωγικές σχέσεις (κοινωνικές συνθήκες).
Στο μεγαλύτερο μέρος οι πρώτες ύλες της ελληνικής βιομηχανίας είναι εγχώριες. Ειδικά: μεταλλουργία, οικοδομικές βιομηχανίες (έξω ιδίως από το ειδικό τσιμέντο πλακοποιίας), βιομηχανία διατροφής (έξω 60% ξένο σιτάρι, κακάο), τσιγαροβιομηχανία (έξω από τσιγαρόχαρτο) έχουνε σχεδόν 100% ντόπια  πρώτα υλικά. Οι μηχανολογικές βιομηχανίες, χαρτοποιία, πιλοποιία, ξυλοβιομηχανία έχουν 100% ξένες πρώτες ύλες. Κλωστοϋφαντουργία και χημικές βιομηχανίες 65-70% ντόπιες, βυρσοδεψία 50%. (Επίσημες εκθέσεις Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, 1931).
Στο πεδίο της ναυτιλίας που είναι ένας από τους πιο συγχρονισμένους και καπιταλιστικά συγκεντρωμένους κλάδους της οικονομίας μας, η Ελλάδα έρχεται δέκατη στη σειρά μέσα σε όλες τις ναυτιλιακές χώρες στον απόλυτο αριθμό χωρητικότητας σκαφών σε τόνους. Έρχεται όμως έκτη στον κόσμο αν πάρουμε υπόψη τις σχετικές αναλογίες ανάμεσα στους πληθυσμούς.
Παρόμοια όπως ο δημοκρατικός μετασχηματισμός του ελληνικού κράτους έχει συμπέσει ιστορικά στο μεγαλύτερο μέρος με την περίοδο του ιμπεριαλισμού και με τις παραμονές της κατάρρευσης του αστικού κοινοβουλευτισμού στις προχωρημένες δημοκρατικές χώρες, έτσι και η βιομηχανική ανάπτυξη και γενικότερα η απόλυτη κυριάρχηση των καπιταλιστικών μορφών στην οικονομία της χώρας συμπέσανε ιστορικά με την περίοδο της γενικής κρίσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Ο διαλεκτικός συσχετισμός των δυό αυτών φαινομένων – γεγονός πούχει κεφαλαιώδη σπουδαιότητα για όποιον σκοπεύει να μελετήσει επιστημονικά την ελληνική οικονομία, και που χωρίς να το πάρουμε για βάση είναι αδύνατο να εξηγήσουμε και να χαρακτηρίσουμε τη σύγχρονη οικονομία στην Ελλάδα – διαπιστώθηκε επίσημα, για πρώτη φορά μέσα στο ελληνικό εργατικό κίνημα, από τις θέσεις του «Σπάρτακου» 1928:

«Ανάπτυξη του καπιταλισμού και των καπιταλιστικών σχέσεων γενικά, μέσα σε μια γενική εποχή καπιταλιστικής κατάπτωσης και σε περίοδο με οξύτατους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς για την κατάχτηση αγορών...».


4. Η αγροτική μεταρρύθμιση

Για κύριο και πρώτο στη σειρά καθήκον της «ερχόμενης ελληνικής αστικοδημοκρατικής επανάστασης», η σταλινική απόφαση θέτει: «Η γη στους χωρικούς». Εδώ η 6η Ολομέλεια ξεκινάει από μια ολοκληρωτική άγνοια της εξέλιξης του αγροτικού ζητήματος στην Ελλάδα και της ιστορίας του Κόμματος. Μοιάζει με άνθρωπο που έχει δεμένα τα μάτια και χτυπάει γροθιές στον αέρα. Τα συνθήματα «η γη στους χωρικούς» - «απαλλοτρίωση των τσιφλικιών δίχως αποζημίωση» ήτανε πραγματικά ίσαμε το 1923-24 τα κεντρικά επαναστατικά συνθήματα του Κόμματος στα χωριά. Σ’ αυτά τα συνθήματα κυρίως βασίζαμε στην περίοδο εκείνη τη συμμαχία του προλεταριάτου με τους εργαζόμενους στον κάμπο και την προπαγάνδα των αρχών μας στα χωριά. Από τότε τα συνθήματα αυτά περάσανε σαν καθολικά συνθήματα σε δεύτερη μοίρα, κρατήσανε μόνο μια πολύ περιορισμένη τοπική σημασία. Ο λόγος είναι η αστική αγροτική μεταρρύθμιση που έγινε στο αναμεταξύ. Στην πρώτη γραμμή τώρα περάσανε για τους χωρικούς άλλα άμεσα συνθήματα, για τα χρέη, για την πάλη με τα καπιταλιστικά μονοπώλια, τους φόρους, δωρεάν χορηγήσεις εφοδίων στους φτωχούς, διεκδικήσεις αγροτικών προλετάριων κλπ. κλπ. Κοντά σ’ αυτά, διάφορες με τοπικό χαρακτήρα επιδιώξεις, που μια απ’ αυτές είναι και η συμπλήρωση της απαλλοτρίωσης όπου τυχόν σποραδικά δεν έγινε.
Πως η 6η Ολομέλεια εκμηδενίζει, στο χαρτί, τη σημασία της πραγματοποιημένης αυτής αστικοδημοκρατικής μας μετατροπής στις σχέσεις της αγροτικής ιδιοχτησίας;
Πρώτο: Επινοεί αυθαίρετα (άγνωστο με ποιά στατιστικά στοιχεία) ένα ποσοστό 70% όπου ανεβάζει τις απαλλοτριωμένες φεουδαρχικές ιδιοχτησίες στην Ελλάδα. Η αλήθεια είναι πως, ανεξάρτητα από την καθυστέρηση της «οριστικής διανομής» (παραχώρηση και των τυπικών τίτλων ιδιοχτησίας) που χρονίζει στη Μακεδονία, η αναπαλλοτρίωτη μοναστηριακή γαιοχτησία μαζί με τις εξαιρεμένες από την απαλλοτρίωση ψευτοϊδιοκαλλιεργούμενες εχτάσεις (όσες, λίγες πραγματικά, ιδιοκαλλιεργουνται είναι επιχειρήσεις αστικού κερδοσκοπικού τύπου πλούσιων χωρικών, συχνά με μισθωτούς εργάτες) και μαζί με τα σποραδικά κατά τόπους αναπαλλοτρίωτα αγροχτήματα (λ.χ. ΄Ηπειρο) αποτελούν ένα τέτοιας λογής απομεινάρι φεουδαλικών σχέσεων ιδιοχτησίας, που μόνον πολιτικά αναλφάβητοι μπορούνε να το γενικέψουνε για να στηρίξουνε σ’ αυτό νέους στρατηγικούς προσανατολισμούς του επαναστατικού προλεταριάτου. Ακόμα και μια σειρά από προοδευμένες καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης έχουνε τέτοια, κι ακόμα σοβαρότερα, υπολείμματα φεουδαλικών σχέσεων ιδιοχτησίας (γιούνκερς Ανατ. Πρωσίας – βρετανοί λάντλορντς).
Δεύτερο: Η ομάδα που διοικεί το Κόμμα, όντας οργανικά ανίκανη να συλλάβει τις διαλεκτικές διακρίσεις στα ιστορικοκοινωνικά φαινόμενα, αδυνατεί να καταλάβει ότι: Σήμερα (κι αυτό όχι μόνο στην Ελλάδα) για τους χτεσινούς κολίγους, περκεντέδες κλπ. πούγιναν «ελεύθεροι» κληρούχοι, η μικροϊδιοχτησία καταντάει μια αληθινή κοροϊδία. Γιατί τα αβάσταχτα βάρη και δεσμά του τραπεζικού και τοκογλυφικού κεφάλαιου και του αστικού κράτους, η έλλειψη από καλλιεργητικά εφόδια, η ληστρική εκμετάλλευση του εμπορικού και βιομηχανικού κεφάλαιου και της ιδιωτικής και κρατικής καπιταλιστικής επιχείρησης μεταφορών (μάστιγα των ληστρικών κομίστρων) τους ξαναρίχνει σε μια αθλιότητα όμοια και κάποτε χειρότερη από του παλιού δουλοπάροικου. Τους ξαναπαλλοτριώνει με πωλήσεις, υποθηκεύσεις και μακροχρόνιες μισθώσεις (Ανατολική Μακεδονία, Θράκη, Πελοπόννησο). Κ’ έτσι πραγματοποιείται με γοργό ρυθμό σε πολλές περιφέρειες, λ.χ. Μακεδονία, μια νέα συγκέντρωση ιδιοχτησίας στα χέρια των πλουσιότερων χωρικών και μια νέα ταξική διαφοροποίηση. Αυτά όμως όλα προέρχουνται ίσα-ίσα από την τεράστια αστική μετατροπή πούγινε στο ελληνικό χωριό. Αυτή είναι που έκανε ώστε την παλιότερη φεουδαρχική σχέση εκμετάλλευσης να την έχει αντικαταστήσει η σύγχρονη αστική-καπιταλιστική σχέση εκμετάλλευσης πάνω στους εργαζόμενους. Αυτή είναι που τον παλιό γαιοχτήμονα τον αστικοποίησε και τον ενσωμάτωσε μέσα στο μηχανισμό της αστικής οικονομίας, επιχειρηματία ή απλό ραντιέρη της καπιταλιστικοποιημένης παλιάς έγγειας προσόδου του. Αντίθετα με τους ισχυρισμούς του εισηγητή της απόφασης, η αλήθεια είναι πως και η βιομηχανική ανάπτυξη ίσαμε το 1928 οφείλεται (εξόν από τα προστατευτικά δασμολόγια, τα φτηνά εργατικά χέρια, πληθωρισμό κλπ.) στην επέκταση ίσα-ίσα της εσωτερικής αγοράς, με την αστική αγροτική μεταρρύθμιση και τους ιμπεριαλιστικούς πόλεμους.
Για ποιό λόγο στάθηκε τόσο καταπληχτική σ’ όλο το Κόμμα και πραγματικά «βουνό» για τα περισσότερα μέλη η νέα στρατηγική της 6ης Ολομέλειας, ο εισηγητής της δυσκολεύτηκε να το εξηγήσει. Και όμως είναι το πιο απλό πράμα. Ήτανε φυσικό να πέσουνε σαν αερόλιθοι τα «σημαντικά φεουδαρχικά υπολείμματα» που κάνουνε την Ελλάδα «αστικοτσιφλικάδικη» από καπιταλιστική και την επανάσταση αστικοδημοκρατική από προλεταριακή. Γιατί διοριστήκανε και κυβερνάνε το Κόμμα οι νέοι σταλινικοί στρατηγοί μας, από το 1931. Από τότε ίσαμε τις 21 Γενάρη 1934, σειρά ατέλειωτη «μελέτες», άρθρα κ’ επίσημες αποφάσεις τους, ειδικές πάνω στο αγροτικό ζήτημα στο σύνολό του, δεν είχαν ανακαλύψει αυτό το θεμελιακής σημασίας γεγονός, ότι δηλαδή έχουμε τόσο σημαντικά φεουδαρχικά υπολείμματα στην αγροτική μας οικονομία που, για να τα ξεκαθαρίσουμε, είμαστε αναγκασμένοι ν’ αλλάξουμε προσανατολισμό και να βαδίσουμε για μια ενδιάμεση αστικοδημοκρατική επανάσταση πριν από την προλεταριακή. Όλα τα ντοκουμέντα αυτά μιλάνε απλά και μόνο για διεκδικήσεις των αγροτών ενάντια στην αστική εκμετάλλευση, φορολογία κλπ. και σχεδόν στερεότυπα ξαναζητάνε – πολύ σωστά – την «απαλλαγή από κάθε τοκοχρεολύσιο για τις (γινόμενες πια) απαλλοτριώσεις», την «ελάττωση του γεώμορου και το πέρασμα των νοικιασμένων χωραφιών στα χέρια εκείνων που τα νοικιάζουνε». Δηλαδή μιλάνε για καθαρά αστικές σχέσεις αγροτικών μισθώσεων από πλούσιους χωρικούς σε φτωχούς και αχτήμονες (με νοίκι σε χρήμα ή σε μέρος από το προϊόν, αδιάφορο), σχέσεις πούναι κάθε άλλο παρά φεουδαρχικές και που τις συναντούμε σ’ όλες τις προοδευμένες καπιταλιστικές χώρες. Βλέπε απόφαση «Αγροτικής Πανελλαδικής Σύσκεψης του ΚΚΕ» στην «Κομ. Επιθεώρηση» 1932, 12 σ. 643, 644 – άρθρα του ειδικού, φαίνεται, «θεωρητικού» της ομάδας για το αγροτικό Ατσάλη (!!!), «Κ.Ε.» 1932, σε. 487 – σχέδιο απόφασης της διοίκησης, δηλαδή ολάκαιρου του γραφειοκρατικού συγκροτήματος, για το αγροτικό, «Κ.Ε.» 1932, 5 σ. 155 – γενική «μελέτη» για την αγροτική κρίση στην Ελλάδα από δυό «θεωρητικούς» της ομάδας (και του περιβόητου Κ.), «Κ.Ε.» 1932, 11, σ. 525, που αγνοεί ολότελα πως υπάρχει πρόβλημα οποιωνδήποτε μισοφεουοδαρχικών υπολειμμάτων, και πολλά άλλα τέτοια. Στο σημείο αυτό η 6η Ολομέλεια φαίνεται σαν άγγελος κυρίου ή σαν ξαφνικό φως της Αποκάλυψης! Φυσικό λοιπόν είναι τα εμβρόντητα μέλη να σκέφτουνται σήμερα: ή θεόστραβη ήταν η διοίκηση τόσα χρόνια, και μείς μαζί της που δε βλέπαμε μπρος στη μύτη μας τόσο σπουδαία πράματα στην ελληνική ύπαιθρο, ή κάποιο θάμα έγινε στην Αθήνα την 21 Γενάρη 1934 στις κεφαλές των ηγετών μας!
Η αστική αγροτική μεταρρύθμιση, που ούτε κ’ οι ίδιοι εκπρόσωποι της μπουρζουαζίας αρνιουνται πως έγινε μπροστά στον τρόμο της από μια ενδεχόμενη αγροτική λαϊκή επανάσταση, πέρασε στην Ελλάδα δυό φάσεις: «αποκατάσταση» αχτημόνων γηγενών και εποικισμός προσφύγων. Ύστερ’ από τα 1922 διανεμηθήκανε και τα τελευταία αγροχτήματα που απομείνανε στη Μακεδονία και Θράκη. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Υπουργείου Γεωργίας και της ΕΑΠ διανεμηθήκανε συνολικά 13.889.000 στρέμματα. Απ’ αυτά 8.000.000 περάσανε στους πρόσφυγες. Καλλιεργήσιμες γαίες από όλη την έκταση λογαριάζουνται κοντά 8.000.000 στρέμματα. Άρα, μια που όλη η καλλιεργήσιμη γη στην Ελλάδα λογαριάζεται κοντά 15.000.000 στρέμματα, απαλλοτριώθηκε περίπου το ½ της, ίσως  και περισσότερο. Ο Γερμανός ειδικός Siring, που μελέτησε τις εξωρωσικές αγροτικές μεταρρυθμίσεις, θεωρεί την αναλογία αυτή σαν την πιο μεγάλη από κάθε άλλη χώρα, ύστερ’ από τη «ριζοσπαστικότερη» όπως τη λέει, μεταρρύθμιση της Ρωσίας. Δίνει έναν συγκριτικό, πίνακα: Ελλάδα 50%, Λετονία 42%, Ρουμανία 29,7% Εσθονία 25%, Λιθουανία 17,5%, Τσεχοσλοβακία 14,1%, Ουγγαρία 9,7%, Πολωνία 6,1%. Γιουγκοσλαβία 4,6%, Φιλανδία 2,1%, Βουλγαρία 2%*. (Sering, Die argarischen Umwaelzungen im ausserrussischen Osteuropa, 1930 σ. 33 κ.εφ.).


* Το σπουδαιότερο ειδικό ζήτημα της «φτώχειας» και «στενότητας» της γης και του «υπερπληθυσμού» στην Ελλάδα δε μπαίνει στο θέμα της μελέτης μας εδώ. Το έθιξε πρώτος ο Ι. Σοφιανόπουλος. Πρέπει ειδικά και  το συντομότερο να μελετηθεί από τους έλληνες μαρξιστές. Σχετίζεται άμεσα με τη θεωρία του πληθυσμού και θα ξαναφέρει μπροστά μας σ’ όλο το πλάτος της τη συζήτηση του Μαρξ με το Malthus. Μονάχα μπορούμε και πρέπει από τώρα να πούμε ότι η σχετική συζήτηση πούγινε ίσαμε τώρα ανάμεσα στους αστούς πολιτικούς και οικονομολόγους, όπως θα το περίμενε κανείς, περιορίστηκε να θίξει το ζήτημα απομονωμένα στη στενή «ανθρωπογεωγραφική» και δημογραφική πλευρά του, ανεξάρτητα από τους κοινωνικούς ιστορικοϋλιστικούς όρους όπου εμφανίζεται. Γι’ αυτό κατάληξή της λογική δε μπορεί νάναι άλλη παρά αντιδραστική και ιμπεριαλιστική. Η «ανθρωπογεωγραφική» πρωτοτυπία του Σοφιανόπουλου κρύβει σε τελευταία ανάλυση όλες τις θεωρητικές προϋποθέσεις ενός καθαρά φασιστικού προγράμματος.


Για αποζημίωση των Ελλήνων τσιφλικάδων καθορίστηκε κεφαλαιοποίηση με 5% της έγγειας προσόδου τους από το 1909 – 1914. Με πρόφαση την υποτίμηση της δραχμής και τον εξευτελισμό των ομολογιών τους πολύ κάτω από το άρτιο, το κράτος έδωσε προσαύξηση 50%. Και πάλι το παράπονό τους είναι ότι χάσανε από την παρασιτική τους ιδιοχτησία τα 4/5 της προπολεμικής σε χρυσό αξία της. 100.000 περίπου γηγενείς κληρούχοι οφείλανε στα 1932 από αντίτιμο των γαιών 722.000.000 σταθεροποιημένες δραχμές, δηλαδή 7.200 καθένας μέσα σε μια 20ετία με 8% που κάνει για κάθε χρόνο 1.060 σταθ. δραχμές.
Οι 145.000 εποικισμένες προσφυγικές οικογένειες, μαζί και με τους εποικισμένους από το κράτος ύστερ’ από τη διάλυση Ε.Α.Π. οφείλουνε για αντίτιμο των γαιών τους 13.463.000 λίρες στερ. Ο νεαρός νόμος 5.952 κατεβάζει το ποσό, υπολογίζοντάς  το με 350 δρχ. τη λίρα, σε 4.712.050.000 σημερινές δραχμές, που μειώνουνται σήμερα κατά 40% περίπου, γιατί θα πληρωθούνε σύμφωνα με το νόμο αυτό σε ομολογίες ελληνοβουλγαρικής μετανάστευσης υποτιμημένες. Δηλαδή 29.000 ως 32.000 οφειλές κάθε οικογένεια με 3% σε 15 χρόνια.
Οι γαιοχτήμονες υπολογίζεται ότι θα πάρουνε 556 εκατ. δραχμές για βασική τιμή, 30% προσαύξηση για βελτιώσεις, δηλ. 166 εκατομ., και 50% κρατική προσαύξηση (278 εκατομ.) – ολικά 1.000.000.000. Αυτά είναι που θα πάρουν οι γαιοχτήμονες σε καπιταλιστικοποιημένο «φεουδαρχικό φόρο», όπως τον ονομάζει η απόφαση της 6ης Ολομέλειας. Και αυτά θα πληρώσουνε για αντίτιμο γης οι «αποκαταστημένοι». Τα αγροτικά χρέη στην τράπεζα και σε ιδιώτες είναι ιδιαίτερο βάρος.
Τρίτο: Σε τελευταία ανάλυση και μόλο το φρασεολογικό υπερριζοσπαστισμό της, η 6η Ολομέλεια ξεκινάει από ένα πνεύμα ειδυλλιακού εξωραϊσμού της ουσίας της αστικής αγροτικής μεταρρύθμισης. Δασκαλεύει με την απόφασή της την ελληνική μπουρζουαζία πόσο συμφέρον θα είχε για την εύρυνση της εσωτερικής αγοράς της και την ανάπτυξη των παραγωγικών της δυνάμεων, αν καταργούσε τις προαναφερμένες «φεουδαρχικές σχέσεις» (;) και δεν ήτανε τόσο αντιδραστική για να καταντήσει σε έναν επονείδιστο «αστικοτσιφλικάδικο συνασπισμό»!
Εφιστούμε από δω την προσοχή της άφρονης ελληνικής μπουρζουαζίας στις αξιοσημείωτες υποδείξεις που προθυμοποιήθηκε ευγενικά να της κάνει από τις στήλες του «Ριζοσπάστη» ο ρηξικέλευθος εισηγητής και επίσημος ερμηνευτής της απόφασης της 6ης Ολομέλειας Κούτβης, απόφοιτος, όπως μας είπε ο ίδιος, της Κομμουνιστικής Ακαδημίας της Μόσχας (εννοείται, καθώς αυτή έγινε ύστερ’ από το θάνατο του Λένιν). Να τα προσέξει καλά αυτά τα λόγια, που μιλάνε για το δικό της συμφέρον η ελληνική μπουρζουαζία και να επωφεληθεί παίρνοντας, όσο το δυνατό, η ίδια τα κατάλληλα μέτρα, προτού προφτάσει ο Κούτβης επικεφαλής της στρατιάς των «εργατοφτωχομεσαίων»:


«Δισεκατομμύρια από τον κόπο των εργαζομένων πάνε στους τσιφλικάδες και στους ξένους. Η αστική τάξη είχε  κάθε συμφέρον τα δισεκατομμύρια αυτά να τα χρησιμοποιήσει για το ξάνοιγμα της εσωτερικής αγοράς και για την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Τα δισεκατομμύρια που πληρώνουνται στους ξένους και στους τσιφλικάδες, τράπεζες, αυτόνομους οργανισμούς κλπ. (κλπ.;), θάμεναν κατά ένα μέρος στις λαϊκές μάζες, η αγοραστική δύναμη θάτανε πιο μεγάλη και το ίδιο θα συνέβαινε για τη δυνατότητα ανάπτυξης της βιομηχανίας». («Ριζοσπάστης» 24-1-34).


Η ελληνική μπουρζουαζία όμως, μόλις της τα διαβάσαμε αυτά, έσκασε κυριολεχτικά στα γέλια και με κακεντρεχή ειρωνεία είπε σε μας τους «πράχτορές» της (κρυφά όμως να μην τ’ ακούσει ο λαός): «Σπολάτη σας που μου υποδείχνετε το ταξικό μου συμφέρον, μα το ξέρω καλύτερα. Τον καπιταλισμό τον αναπτύσσω πολύ ωραία φτιάνοντας και με ξένα κεφάλαια ηλεχτρικά εργοστάσια, τράπεζες, αποξηραντικά έργα. Εκεί θα εκμεταλλευτώ την πιο παραγωγική δουλειά του «λιτοδίαιτου από εθνικό χαραχτήρα», δηλαδή του χρονίως πειναλέου χωρικού μας. Ανοίγω μεταλλεία, ταπητουργεία κλπ. και με τη μέθοδο των αυτόνομων οργανισμών μπάζω μαζικά μέσα στον κύκλο της καπιταλιστικής μου κυριαρχίας τους σταφιδοπαραγωγούς και σταφιδεργάτες, τους καπνοπαραγωγούς και καπνεργάτες, τους ελαιοπαραγωγούς κλπ. Με τα μονοπώλιά μου τα κρατικά και ιδιωτικά ρυθμίζω κυριαρχικά την αγορά και αντιμετωπίζω το συναγωνισμό στο εξωτερικό όσο μπορώ. Φυσικά είμαι αναγκασμένη ν’ αφήνω στον ξένο ένα μέρος από την υπεραξία που μου δίνουν οι μισθόδουλοί μου, κάποτε πολύ μεγάλο. Μα δε μπορώ να κάνω αλλιώς για να μεγαλώσω τα κέρδη μου και να στεριώσω το καπιταλιστικό μου σύστημα. Αντί για 2, δίνω πρόθυμα 20 στον ξένο, αν έτσι θα βγάλω τώρα, αντί για 200 πούβγαζα πριν, 2.000. Ξέρω καλύτερα να λογαριάζω από όλους μαζί τους τέτοιους απόφοιτους της Κομμουνιστικής Ακαδημίας. Αν μπορούσα να μη δίνω και τα 20, θα τόκανα πρόθυμα. Μα δε μπορώ. Σ’ αυτό μου δίνετε μια συμβουλή; Θα τη δεχόμενου μ’ ευχαρίστηση».
Όλα σωστά, της απαντάμε εμείς οι προλετάριοι επαναστάτες, που μας λέει «αντεπαναστάτες» ο Κούτβης. Και θα μπορέσουμε να της λύσουμε της μπουρζουαζίας και την τελευταία απορία της που, εξαιτίας από τους ακαταμάχητους νόμους του παγκόσμιου καπιταλισμού είναι φυσικά αδύνατο να τη λύσει ποτέ η ελληνική μπουρζουαζία. Της λέμε: «Ευχαριστούμε για τις εξηγήσεις σου που τις βλέπουμε πιο σωστές από τις φτωχομεσαίες παρλαπίπες των σταλινικών. Όσο για το τελευταίο είναι δική μας ιστορική δουλειά, του προλεταριάτου, όχι δική σου. Τον ξένο ζυγό θα τον τινάξει από τον τόπο το προλεταριάτο μαζί με το δικό σου το ντόπιο. Τότε, όταν τα εργοστάσιά σου και τους οργανισμούς σου, τις τράπεζές σου κλπ. θα πάρει το προλεταριακό κράτος στα χέρια του, θα ελευθερώσει το «λιτοδίαιτο» χωριάτη από τα δεσμά της πείνας και της εξαθλίωσης. Αυτός θ’ αρχίσει να καταλαβαίνει σιγά-σιγά εμάς για αληθινούς προστάτες του και να μας υποστηρίζει ενάντιά σου, ενώ εσύ θα είσαι έτοιμη να παραδοθείς – προσωρινά – ολάκαιρη στον ξένο ιμπεριαλισμό για να κερδίσεις την υποστήριξή του ενάντιά μας. Μα θάναι αργά, γιατί το ίδιο θα πάθουνε στις χώρες τους και οι ξένοι κεφαλαιούχοι από το προλεταριάτο τους, που θάναι αδελφικά ενωμένο μαζί με το ελληνικό. Τότε όλα τα μεγάλα και ωραία πράματα του υλικού πολιτισμού που, με τη βοήθεια και των ξένων, για να θησαυρίσεις κέρδη – όχι για την αγάπη της ομορφιάς τους – οργάνωσες και θα οργανώσεις ακόμα, όσο λίγο θα βαστηχτείς, πάνω στα κουφάρια μας και με τη σκληρή εργασία των σκλάβων στην πόλη και στο χωριό – τότε όλα αυτά θάναι μια καλή κληρονομιά για τη σοσιαλιστική πρόοδο της χώρας κάτω από την κυβέρνηση του προλεταριάτου τη στηριγμένη και στη σύμμαχό του, την εργαζόμενη αγροτιά».
Και τώρα περιμένουμε φυσικά, ν’ ακούσουμε από τον εξοργισμένο αρθρογράφο του «Ριζοσπάστη» ότι οι «λικβινταριστές» πράχτορες κττ. κττ.

Το φαινόμενο της καταστροφής πολλών «αποκαταστημένων» μικροϊδιοχτητών γεωργών και της εγκατάλειψης του κλήρου από τους οικονομικώς «ασθενέστερους», το διαπιστώνει ο καθηγητής Sering ακόμα και για μια αστική αγροτική μεταρρύθμιση της προϊμπεριαλιστικής εποχής, για τη γερμανική του 19ου αιώνα.
Ακόμα και αστοί ειδικοί μελετητές της αγροτικής μας μεταρρύθμισης – όσοι δεν παίρνουνε μια στενή απολογητική θέση απέναντι στην αγροτική πολιτική του Φιλευλεύθερου Κόμματος – ομολογάνε ανοιχτά πια σήμερα την «οργανική» αρρώστια της αγροτικής μας οικονομίας και τη μαύρη «προοπτική του οικονομικού της αδιεξόδου» με τη σημερινή κατάσταση. Κι αυτοί ακόμα αναγνωρίζουνε πως, μόλο που η δική μας αγροτική μεταρρύθμιση ήταν η «πιο ριζοσπαστική» στο είδος της, ωστόσο «οι αποκατασταθέντες είναι τυπικώς μόνον ελεύθεροι», η εξάρτησή τους με τα απομυζητικά βραχυπρόθεσμα δάνεια από τις καπιταλιστικές τραπεζικές επιχειρήσεις (Εθνική, Αγροτική Τράπεζα), ο ανεπαρκέστερος καλλιεργητικός οπλισμός κλπ. σπρώχνουνε τους «οικονομικά ασθενέστερους σε τραγική θέση», σε εγκατάλειψη του κλήρου κλπ. («Αρχείον Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών», Οχτώβρης 1932, σ. 453).
Μα και γενικότερα η «πρόοδο» που έφερε στην αγροτική οικονομία της χώρας η κυριάρχησή της από τον καπιταλισμό φαίνεται στην εικόνα που μας δίνει τα τελευταία χρόνια η αγροτική παραγωγή. Ενώ από το 1916 ως το 1929 ο αγροτικός πληθυσμός τριπλασιάστηκε, η αύξηση της αγροτικής παραγωγής είναι δυσανάλογα ελάχιστη, αν εξαιρεθεί μόνο ο καπνός που η κρίση του υπόκεινται άμεσα στους νόμους της παγκόσμιας αγοράς. Ακόμα και από το 1923 ίσαμε το 1928 είχαμε μια αύξηση 20% του αγροτικού πληθυσμού, αύξηση όμως της συνολικής αγροτικής παραγωγής είχαμε μόνο 10% περίπου. Η νομαδική κτηνοτροφία καταβαραθρώθηκε κατά 40% περίπου. Και τραγικότερη θέση από όλους τους άλλους αγρότες έχουνε σήμερα οι παραγωγοί βιομηχανικών προϊόντων. Κυρίως γιατί εξαρτιώνται από τις διακυμάνσεις των τιμών στη διεθνική αγορά και από τα παντοδύναμα καπιταλιστικά μονοπώλια (καπνός, σταφίδα, λάδι, κρασί). Ποιανού είδους «συμπλήρωση» της «αστικοδημοκρατικής» αυτής «επανάστασης» μπορεί να σώσει την εργαζόμενη αγροτιά από την οριστική καταστροφή και, ακόμα περισσότερο, να προωθήσει στην πρόοδο τις παραγωγικές δυνάμεις της αγροτικής μας οικονομίας, αν η εργατική τάξη δεν πάρει την εξουσία στα χέρια της, για να προχωρήσει τολμηρά σε ριζικές σοσιαλιστικές επεμβάσεις στην καπιταλιστική ιδιοχτησία και να τραβήξει βαθμιαία τους αγρότες σε νέες, κολλεχτιβιστικές μορφές αγροτικής παραγωγής με βάση έναν ευρύτατο βιομηχανικό – τεχνικό εφοδιασμό του χωριού και με συστηματική οργάνωση της τοποθέτησης των ευγενών μας προϊόντων στο εξωτερικό δίχως καμιά απόλυτα επέμβαση του εμπορικοκαπιταλιστικού παρασίτου; Να τα πρώτα βήματα της δικτατορίας του προλεταριάτου και του σοσιαλισμού στην αγροτική Ελλάδα (Βλέπε παρακάτω ΧΙΙ)
Ένα νέο πεδίο για τη διείσδυση του μεγάλου χρηματιστικού κεφάλαιου στην αγροτική μας οικονομία, που «συμπληρώνει» κιόλας από τώρα τον αστικό αγροτικό μετασχηματισμό με τις πιο σύγχρονες καπιταλιστικές μορφές, είναι τα λεγόμενα «παραγωγικά έργα» του ξένου και ντόπιου κεφάλαιου. Είναι πραγματικά καταπληχτικό πως η 6η Ολομέλεια βρίσκει κ’ εδώ ακόμα ένα είδος «μισοφεουδαρχικά υπολείμματα» που αφήσανε τάχα στη μέση το έργο της αστικοδημοκρατικής μετατροπής στη χώρα και κάνουνε το σημερινό καθεστώς στην Ελλάδα όχι αστικό, μα «αστικοτσιφλικάδικο»! Θεωρητική αποκολοκύνθωση! Το ίδιο αληθεύει και για τη μεγάλη λ.χ. καπιταλιστική αγροτική επιχείρηση της εταιρίας Κωπαΐδας, με την οργάνωσή της, με το συγχρονισμένο τεχνικό της εφοδιασμό σε μηχανήματα, μεγάλες εγκαταστάσεις, συγκεντρωμένες αποθήκες, μηχανικά έργα συντήρησης, αποστράγγισης κλπ. και με την εμπορικοκαπιταλιστική αξιοποίηση του προϊόντος που ιδιοποιείται από τους σκλάβους της. Κι εδώ τα πράματα αναποδογυριστήκανε. Οι σταλινικοί, παρασυρόμενοι από τον εξωτερικό τύπο του καθαρά αστικού μισθωτικού γεώμορου που πληρώνουνε στην εταιρία οι καλλιεργητές, και από την απάνθρωπη απομύζηση που τους γίνεται, εφαρμόζουνε κ’ εδώ το σχήμα της «αντιφεουδαλικής» επανάστασης.

Ας περιοριστούμε για μια στιγμή μόνο στις πιο πάνω αναλύσεις  και στα λιγοστά που δώσαμε στοιχεία της βασικά συντελεσμένης αστικοδημοκρατικής μας εξέλιξης. Αν θέλαμε να συγκρίνουμε τα αυτονόητα συμπεράσματα που βγάζει ο αντικειμενικός κριτής απ’ αυτές τις πραγματικότητες, με την εικόνα που μας δίνει η 6η Ολομέλεια για μια «αστικοτσιφλικάδικη» Ελλάδα στα 1934, τί θάπρεπε να σκεφθούμε;
Όλη η σταλινική σκέψη κρατάει το μαγικό ραβδί της Κίρκης και παραδέρνει μέσα σε έναν ωκεανό από  ασυμφιλίωτες αντιθέσεις με την πραγματικότητα. Ό, τι εδώ είναι πρόοδο, εκεί γίνεται οπισθοδρόμηση. Οι τολμηροί ναυτίλοι της νεοελληνικής μεγαλοαστικής Οδύσσειας μεταμορφωθήκανε σε μισοφεουδαρχικά γουρούνια, η λάμψη της αστικής αναγέννησης έγινε έρεβος κάποιου «μισοφεουδαρχικού» μεσαίωνα, το γκισέ του Λοβέρδου πουγκί του σπαγκοραμμένου γεροτοκογλύφου από το Μενίδι. Από τον εικοστό αιώνα πήγαμε στο δέκατο ένατο, από την «ανορθωμένη» Ελλάδα του Βενιζέλου στην Ψωροκώσταινα του Κωλέτη, κι από την Ανατολική Μεσόγειο στο λεκανοπέδιο του Ευφράτη. Ο Ερμής έγινε Ερμαφρόδιτος, ο Φαντομάς Νταβέλης κι ο Παπαστράτος αρχοντοχωριάτης. Ο πολλαπλασιασμός έγινε αφαίρεση και η γεωμετρική πρόοδο αριθμητική πρόσθεση, το θάρρος μεταμορφώθηκε σε δειλία και το πάθος σε ανία, η ορμή έγινε βήμα σημειωτόν και η θύελλα γαλήνη. Η πρόωρη γεροντική παρακμή αναιμία άγουρου εφταμηνίτικου νεογνού, το βραδινό σούρουπο χαραυγή και η σημερινή προχτεσινό σούρουπο, το φως μισοσκόταδο και το σκοτάδι μισόφωτο. Ο προλεταριακός διεθνισμός ξέπεσε στο επίπεδο κάποιου «φτωχομεσαίου» επαρχιωτισμού και η εθνικιστική στενοκεφαλιά κορδώθηκε για να παραστήσει τη διεθνική θεωρία, η μαρξική οικονομική ανάλυση έγινε αγοραία οικονομία (Vulgaroekonomie). Ολόκληρη η ελληνική πραγματικότητα αναποδογυρισμένη με το κεφάλι κάτω και με τα πόδια πάνω!
Ο μαρξισμός υποχρεώνεται έτσι να ξαναπαίξει το ρόλο του Οδυσσέα που ξανάφερε στην ανθρώπινη μορφή τους μεταμορφωμένους από τη μάγισσα συντρόφους του.

5. Ο αστικός μετασχηματισμός δημογραφικά

Συμπληρώνουμε ακόμα περισσότερο τα στοιχεία για την ελληνική αστική εξέλιξη. Τόσο ξεχωριστά για την Ελλάδα όσο και συγκριτικά με μερικές άλλες προοδευμένες και καθυστερημένες χώρες της Ευρώπης. Έτσι η εικόνα θάναι όσο μπορεί πιο καθαρή.
Η επίσημη απογραφή του 1928 – που τα κριτήριά της δεν έχουνε βέβαια αυστηρά ταξικό (μαρξιστικό) χαραχτήρα – ξεχωρίζει τους «ατομικώς εργαζόμενους» για δικό τους λογαριασμό,  τους μισθωτούς εργάτες και υπάλληλους. Μας δίνει για το έτος εκείνο εργάτες γεωργικούς 97.117 και εργάτες κτηνοτροφίας – θήρας 26.713, δηλαδή πάνω από 10% του γεωργοκτηνοτροφικού πληθυσμού. Έχουμε δω ένα αξιοσημείωτο τεκμήριο για την πρόοδο πούχει κάνει στην ελληνική αγροτιά η αστική ταξική της διαφοροποίηση και στρωματική διάρθρωση.
Ο ακόλουθος συγκριτικός πίνακας μας δίνει μια εικόνα για το σημαντικά ανώτερο βαθμό αστικής εξέλιξης της Ελλάδας σχετικά με τη Βουλγαρία που τάχα αυτή μόνη στα Βαλκάνια, κατά τη σταλινική απόφαση, έχει κιόλα περάσει το στάδιο του αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού της και πάει για το σοσιαλισμό:


Χώρες         Χρόν.  Γεωργικός    Εργαζόμενοι γεν.    Στη βιομη    Στο     Στη ναυτι    Στις συγκοι

απογρ. πληθυσμός   στα μεταλεία             χανία    εμπόριο       λία         νωνίες και με

ταφορές


Ελλάδα       1928    1.475.700      6.400          429.800     208.500     34.000         72.800
Βουλγαρία   1920    2.143.000      5.600          204.500       69.700         800          33.200
Ρουμανία    1913    3.158.900       9.200         308.300      106.800      4.000          67.400



Χαρακτηριστικές είναι δω οι αναλογίες του γεωργικού με το βιομηχανικό πληθυσμό. Ο πρώτος στην Βουλγαρία είναι λίγο μικρότερος από το διπλάσιο του ελληνικού. Ο δεύτερος είναι στη Βουλγαρία λιγότερος από το μισό του ελληνικού. Οι μεταβολές στη Βουλγαρία από το 1920 και δώθε δεν αλλάζουνε σε ουσιώδη βαθμό τις αναλογίες της συγκριτικά με την Ελλάδα.
Χαρακτηριστικό για τη δυναμική πορεία του αστικού μετασχηματισμού μας είναι και τούτο: Ανάμεσα στα 1920 και 1926 ο πληθυσμός των πόλεων αύξησε 59.9%, των χωριών όμως μόνο 15%. Στο ίδιο διάστημα η αγροτική παραγωγή μεγαλώνει μόνο 10%, ενώ η βιομηχανική 125%. Συγκριτικά στοιχεία για τις αναλογίες του αγροτικού και αστικού πληθυσμού – συνολικά, όχι μόνο του «ενεργού» - σε περισσότερες χώρες μας δίνει ο ακόλουθος πίνακας της Κοινωνίας των Εθνών:

Χώρες                        Αγροτικός Πληθυσμός    Αστικός Πληθυσμός
Ρουμανία                            78                             22
Βουλγαρία                          76                              24
Πολωνία                             75,9                           24,1
Γιουγκοσλαβία                     70                              30
Ουγγαρία                           58,2                            41
Ιταλία                                56,1                           43,9
Ελλάδα                              54                              46


Μια έκτυπη εικόνα για την προοδευτική πορεία του αστικού μετασχηματισμού στην Ελλάδα παίρνουμε σαν παρακολουθήσουμε το διαδοχικό πέσιμο του αγροτικού πληθυσμού σχετικά με το συνολικό στα τελευταία πενήντα χρόνια.

Χρόνια    Ποσοστό αγροτών στο συνολικό πληθυσμό
1879                         72%
1889                         70%
1896                         69%
1907                         67%
1920                         63%
1928                         54%


Ο Σ. Μάξιμος, λογαριάζοντας («Σπάρτακος» Απρίλης 1932) τη 10% φυσιολογική μέση αύξηση του πληθυσμού και τα επίσημα δεδομένα της απογραφής ανάμεσα στα χρόνια 1920 και 1928, σωστά καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μέσα σε μια οχταετία μισό εκατομμύριο χωρικοί «εγκαταλείψανε τη γη των πατέρων τους» για να συγκεντρωθούνε στα αστικά κέντρα και να πέσουνε σε αστικά επαγγέλματα και στο προλεταριάτο. Η αστυφιλία από τότε ίσαμε σήμερα έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις, όπως γενικά είναι ομολογημένο από όλους.

6. Ο αστικός μετασχηματισμός με κριτήριο τα εισοδήματα

Οι αστοί στατιστικοί (καθηγητής Ξ. Ζολώτας, Π. Ρεδιάδης, Π. Δερτιλής) λογαριάζουνε σε 35-45 δισεκατομμύρια σταθεροποιημένες δραχμές το συνολικό εθνικό εισόδημα στην Ελλάδα για το 1928. Με βάση τα επίσημα στατιστικά δεδομένα υπολογίζεται κατά μέσον όρο το 10.150 εκατομμύρια η «καθαρή γεωργική παραγωγή και πάνω κάτω 6.500 εκατομμύρια η υπόλοιπη «γεωργική» παραγωγή κατά την επίσημη ονοματολογία και κατάταξη της κρατικής στατιστικής υπηρεσίας (δάση, αλιεία, κλπ. μαζί και τα μεταλλεία-ορυχεία). Δηλαδή όχι περισσότερο από 35% του συνολικού εθνικού εισοδήματος. Σ’ αυτή την αξία περιλαμβάνουνται και 4.145 περίπου εκατομμύρια επεξεργασμένα βιομηχανικά και μικροβιοτεχνικά ή μόνο μισοκατεργασμένα αγροτικά προϊόντα. Το υπόλοιπο, πάνω από 65%, είναι αστικό εισόδημα. Οι υπολογισμοί αυτοί έχουνε πάντα πολύ σχετική αξία, γιατί τα στοιχεία σε μια τέτοια έρευνα είναι γενικά δυσκολόβρετα και πολύ ατελή στην Ελλάδα. Λογαριάζουνε σε 12 περίπου δισεκατομμύρια σταθεροποιημένες δραχμές τη «μιχτή» βιομηχανική χρονιάτικη παραγωγή και σε 5,5 δισεκατομμύρια την καθαρή.
Η υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας τη λογάριαζε για το 1929 σε 7.210.722.100 σταθεροποιημένες δραχμές ή 480.000.000 χρυσές. Το ποσοστό της βιομηχανικής παραγωγής μεγαλώνει ακόμα, αν λογαριάσουμε την αξία που αναλογεί στην επεξεργασία του κρασιού και λαδιού και στην αλευροποίηση. Οπωσδήποτε, και μόλο το από πολλές απόψεις αμφισβητήσιμο και πολύ υποθετικό των λιγοστών υπολογισμών πούχουνε γίνει για το εθνικό εισόδημα, είναι βέβαιο πως ούτε κι από την άποψη του εθνικού εισοδήματος δε θα μπορούσε να χαραχτηριστεί η Ελλάδα κυρίως αγροτική χώρα. Στη Ρωσία η αναλογία του αγροτικού στο ολικό εθνικό εισόδημα το 1913 έφτανε τα 54%. Το «καθαρό» βιομηχανικό προϊόν για την Ελλάδα το υπολόγιζε μια έκθεση του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας για το 1929 σε 3.000.000.000  σταθεροποιημένες δραχμές. Μα δε μας δίνει ταυτόχρονα και το δικό της υπολογισμό για τις άλλες περιοχές της εθνικής παραγωγής, έτσι που να μπορούμε συγκριτικά να εχτιμήσουμε τη σημασία του αριθμού αυτού.

7.  Η δύναμη και η «αδυναμία» του προλεταριάτου στην Ελλάδα

α) Η αριθμητική ανάπτυξη της εργατικής τάξης.
Διεθνικά συγκριτικά στοιχεία


Η απόφαση της 6ης Ολομέλειας εγκαταλείπει την προλεταριακή επανάσταση για μια άλλη αστικοδημοκρατική. Αυτή θάχει άλλες κινητήριες δυνάμεις από την προλεταριακή και θα «περάσει» τάχα «πολύ ή λίγο αργά σε σοσιαλιστική». Και την αντικατάσταση η 6η Ολομέλεια τη στηρίζει εξόν από άλλα και στη νεαρότητα και αδυναμία του ελληνικού προλεταριάτου*.

*«Η θέση της Ελλάδας στο σύστημα του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού σαν εξαρτημένης χώρας, τα σημαντικά φεουδαρχικά υπολείμματα στην αγροτική οικονομία και ο φεουδαρχικός φόρος, ο χαμηλός βαθμός ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, η ύπαρξη καταπιεζομένων εθνοτήτων, καθορίζουνε το χαραχτήρα της επικείμενης επανάστασης στην Ελλάδα και τις  κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης. Αυτή θάχει αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα... Αυτοί οι κίνδυνοι (φασισμός και νέες «δημοκρατικές» μανούβρες της μπουρζουαζίας) είναι τόσο πιο απειλητικοί όσο το νεαρό και αριθμητικά αδύνατο ελληνικό προλεταριάτο δεν πρόφτασε ακόμα να καταχτήσει αποφασιστική επιρροή...» (6η θέση στην Απόφαση της 6ης Ολομέλειας).

Ας δούμε την ελληνική πραγματικότητα και σ’ αυτή τη βασικότατη για το κομμουνισμό πλευρά της.
Η επίσημη στατιστική του 1928 μας δίνει δυό πίνακες. Απ’ αυτούς, με όλες τις επιφυλάξεις ιδίως για τα κοινωνιολογικά κριτήριά της (δεν έγινε από μαρξιστές), μπορούμε να έχουμε μια γενική ιδέα για την αριθμητική δύναμη της ελληνικής εργατικής τάξης κατά προσέγγιση. Από τότε ο εκπρολεταρισμός προόδεψε σημαντικά. Δίνουμε μαζί και τους δυό πίνακες σε απόλυτους αριθμούς και στα αναλογικά ποσοστά τους.

Κλάδοι        Συνολικά     Εργοδότες       Εργάτες             Υπάλληλοι

οικονομικοί  απασχ/νοι

 


 

Απόλυτος    %    Απόλυτος     %    Απόλυτος     %

αριθμός             αριθμός               αριθμός

 


 

Γεωργία      1.293.398    75.644    5.85    95.618      7,39    1.491    0,12
Κτηνοτροφία-

Θήρα            167.302      5.991    3.58    26.701    15,95        12    0,01
Αλιεία              14.941      1.217    8.15     4.925    32,96          9    0,06
Μεταλ.-Ορυχ.     6.340         107    1.69     5.784    91,23      204    3,22
Βιομηχανία     429.831     29.060    6.76 242.215    56,35    4.310    1,00
Μεταφ. Συγκ. 106.758      3.818     3.57   51.146    47,91  17.610   16,50
Τράπεζες κλπ   22.937      1.913     8.34        871     3,80  13.324   58,06
Εμπόριο        185.560     25.499   13.74   33.379    17,99  16.488    8,89
Προς. Υπηρ.    57.570       2.023    3.51    48.067   83,49         98    0,17
Ελευθ.Επαγγ.  85.969       2.677     3.11     4.463     5,19   52.643  61,24
Δημόσ. υπηρ.  44.472           -           -       3.443     7,74   41.023  92,26
Δίχως επάγγ. 2.069.212          -           -           -          -           -         -
Δεν δηλώσανε 330.430           -           -    169.920   90,16  18.555    9,84
ΣΥΝΟΛΟ    4.814.720    147.949    5,38    636.532  26,37 165.773    6,37



Όλος ο πληθυσμός της Ελλάδας ανέβαινε την ίδια εποχή σε 6.200.000. Κοντά 35-40% απ’ αυτόν είναι συγκεντρωμένος στα αστικά κέντρα (πόλεις με 8.000 κατοίκους και πάνω). Μ’ όλες τις ποικίλες ελλείψεις της επίσημης στατιστικής, η αναλογία που δείχνουν οι αριθμοί αυτοί για την εργατική τάξη σχετικά με  το σύνολο του πληθυσμού είναι 3-4 φορές πιο μεγάλη από την αντίστοιχη αναλογία του ρωσικού προλεταριάτου όταν γινότανε η Οχτωβριανή Επανάσταση. Στους εργάτες της βιομηχανίας περιλαβαίνουντα και της μικροβιοτεχνίας. Η επίσημη βιομηχανική στατιστική του 1930 μας δίνει εργάτες μισθωτούς της συγκεντρωμένης καπιταλιστικής βιομηχανίας 161.119, μέσης και μεγάλης. Απ’ αυτούς υπάλληλοι είναι 7.465. Μαζί με τους εργάτες των μεταφορών και συγκοινωνιών (σιδηροδρομικούς, ναυτικούς που τους λογαριάζει σε 42.000 η επίσημη στατιστική του 1929, τροχιοδρομικούς) και μεταλλείων (πάνω από 10.000 σήμερα),  - στο σύνολό τους μισθωτοί με καθαρά προλεταριακούς όρους ζωής και εργασίας, περισσότερο ή λιγότερο συμπαγείς στην καρδιά, στα πνεμόνια και στις αρτηρίες της εθνικής οικονομίας μας, ξεπερνούνε τα 30% της εργατικής τάξης. Αυτά είναι τα ζωντανά θεμέλια της προλεταριακής μας επανάστασης, που τα αγνοεί ο «φτωχομεσαίος» σταλινισμός.
Στα 1915 η Ρωσική Αυτοκρατορία είχε πληθυσμό 182.000.000. Ο πληθυσμός των χωρών που απομείνανε στη Σοβιετική Ρωσία ήταν 132 εκατομμύρια το 1922. Στα 1912 το ρωσικό προλεταριάτο υπολογιζότανε σε 2.700.000 περίπου. Μαζί με της μικροβιομηχανίας 3.200.000, δίχως τους «κουστάρι»  (χωρικούς που το χειμώνα ιδίως και γενικά στις σχόλες της αγροτικής τους δουλειάς συνηθίζανε ν’ ασκούνε μια προκαταπιταλιστική οικιακή μικροβιοτεχνία, - τούτοι λογαριάζονταν πριν από την επανάσταση 2.000.000).
Συμπληρώνουμε τα λιγοστά στοιχεία πούδωσε ο «Σπάρτακος» σχετικά με το ρωσικό προλεταριάτο. Η απογραφή του 1920 ανέβαζε τον αριθμό των εργατών της Σοβιετικής Ρωσίας (βιομηχανικές επιχειρήσεις, μεγάλες, μεσαίες και βιοτεχνίες, ναυπηγικά, σιδηροδρομικά κλπ. εργοστάσια, αλιεία, θήρα, μεταλλεία) σε 2.523.000. Τα 51%  βιομήχανοι εργάτες στην τσαρική Ρωσία ήτανε συγκεντρωμένοι σε μεγάλες και μεσαίες επιχειρήσεις (πάνω από 100 εργάτες). Είναι μια αναλογία που δεν έχουμε ακριβή στατιστικά στοιχεία για να κάνουμε την αντίστοιχή της για την Ελλάδα. Γι’ αυτήν έχουμε μόνο τη σχέση των δυό αριθμών που μας δίνει από τη μια μεριά η βιομηχανική απογραφή του 1930 με βιομήχανους εργάτες 161.119 (μεγάλη και μέση επιχείρηση – απ’ αυτούς 7.463 υπάλληλοι), και απ’ την άλλη η απογραφή 1928 με 246.525 εργάτες μισθωτούς μικρής, μέσης και μεγάλης βιομηχανίας. Ειδικότερα: Στα 1917 επιχειρήσεις βιομηχανικές με πάνω  από 25 εργάτες είχαν 23.300 εργάτες, στα 1928 εργάτες 110.000. Στον προαναφερμένο αριθμό των εργατών της προεπαναστατικής Ρωσίας περιλαβαίνουνται και οι κατηγορίες των «προσωπικών υπηρεσιών» της δικής μας στατιστικής (καθαριστές κλπ.). Πρέπει σ’ αυτούς να προσθέσουμε και τον αριθμό που μας δίνει ο Ι. Σιατουνόφσκι για τους εργάτες των συγκοινωνιών γενικά 1.240.000 (ποταμοπλοΐα, θαλάσσιες μεταφορές, σιδηροδρομικοί κλπ.): Συνολικά 3.763.000.
Ας συγκρίνουμε τα δεδομένα για τη Ρωσία στις παραμονές της επανάστασης με τα ελληνικά που δίνουμε πιο πάνω, παίρνοντας για ελληνικό συντελεστή ακόμα και το συνολικό αριθμό μονάχα των καθαρών εργατών (636.533), δίχως τους υπάλληλους (164.325). Αν κάνουμε τη σύγκριση δίχως να πάρουμε υπόψη ούτε το σημαντικότατο ποσοστό που πέφτει στην εργατική τάξη από όσους δε δηλώσανε στην απογραφή επάγγελμα, βλέπουμε ότι η αναλογία του ενεργού ελληνικού προλεταριάτου (άτομα πάνω από 10 ετών) με τον πληθυσμό θα είναι κοντά 11%. Μαζί  με τους υπάλληλους 13,4%. Η αντίστοιχη αναλογία του ρωσικού στην επανάσταση ήτανε 0,02% περίπου και 0,028% αν πάρουμε τον πληθυσμό του 1922. Τα στοιχεία αυτά για τη Ρωσία μας τα δίνουν οι L. Kritzmann, G. Piatakow  και  I. Schatunowski  στο «Jahrbuch fur Politik, Wirstschaft und Arbiterbewegung» 1922-1923 του Α. Βάργκα σ. 313, 373, 393, 394, 412. Έτσι είναι φανερό πως κι αν ακόμα παίρναμε τα δεδομένα αυτά της Ρωσίας για μικρότερα από τα αληθινά, πάλι η δύναμη της εργατικής τάξης στην Ελλάδα ξεπερνάει τουλάχιστο τρεις φορές τη ρωσική στον καιρό της Επανάστασης.
Η σύγκριση φυσικά αφορά μόνο στα καθαρά δημογραφικό στοιχείο, όχι στις άλλες ειδοποιές διαφορές που είναι σημαντικές, όπως λ.χ. ο τεράστιος βαθμός συγκέντρωσης της ρωσικής βιομηχανίας και του ρωσικού προλεταριάτου. Ήταν ανώτερη κι απ’ αυτή τη γερμανική συγκέντρωση. Ο Πιατάκωφ λογαριάζει πως οι μισοί από όλους τους εργάτες της Ρωσίας ήτανε συγκεντρωμένοι στις λίγες γιγάντιες φάμπρικες. Διπλάσιοι δηλαδή από τους αντίστοιχους εργάτες της μεγάλης γερμανικής βιομηχανίας. Επίσης έχουμε την αχανή έχταση της αγροτικής Ρωσίας, ολότελα  ασύγκριτη με την αγροτική Ελλάδα, κλπ.
Το 26,37% του ελληνικού πίνακα για καθαρούς ημερομίσθιους εργάτες και 32,74% για το προλεταριάτο (μισθωτοί εργάτες και υπάλληλοι γενικά) είναι αναλογικά με το σύνολο του «ασχολουμένου» του «ενεργού» πληθυσμού (πάνω από 10 ετών). Πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι πολύ σημαντικό μέρος από τους «μη δηλώσαντας επάγγελμα» (2.069.212, το τρίτο του συνολικού πληθυσμού) ανήκει στην εργατική τάξη. Έτσι το ποσοστό της μεγαλώνει ακόμα περισσότερο. Δε μπορούμε, με τα λειψά επίσημα στοιχεία πούχουμε, να κάνουμε στατιστικό υπολογισμό, με κάποια άξια λόγου προσέγγιση στην πραγματικότητα, για τον ολικό προλεταριακό πληθυσμό της χώρας (μαζί δηλαδή με τα μέλη της προλεταριακής οικογένειας). Θα περιοριζόμασταν σε απλές υποθέσεις. Απ’ αυτές η πιο σίγουρη είναι ότι τα μισά τουλάχιστο από τα 1.400.000 παιδιά κάτω των δέκα ετών ανήκουνε στο προλεταριάτο. Ιδιαίτερο σημάδι για την προοδευτική επικράτηση των αστικών σχέσεων μέσα στην οικογένεια είναι η εξάπλωση της γυναικείας συμμετοχής στην παραγωγή. Τη δυναμική του φαινόμενου μας τη δίνει για τα τελευταία χρόνια ο ακόλουθος πίνακας, όπου βλέπουμε τον αριθμό των βιομηχάνων εργατριών μας να διπλασιάζεται σχεδόν μέσα σε εφτά χρόνια:


Εργαζόμενες γυναίκες
1920       1928
Γεωργία         98.963    434.623
Βιομηχανία     58.652       99.712


 


Από την άποψη της συγκριτικής στατιστικής η αντιπαράθεση των δημογραφικών δεδομένων με την προεπαναστατική Ρωσία μόνο δε θα ήταν αρκετή να μας δώσει μια εικόνα ξεκάθαρη για τη δημογραφική θέση που κατέχει η Ελλάδα στο σύστημα των συγχρόνων καπιταλιστικών χωρών. Γι’ αυτό προσπαθήσαμε να συγκεντρώσουμε, και συγκριτικά να υπολογίσουμε, τα δεδομένα από μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες με διαφορετικό βαθμό αστικού μετασχηματισμού και βιομηχανικής ανάπτυξης. Έτσι καταρτιστήκανε δυό πίνακες.
Ο ακόλουθος πίνακας έχει για βάση του τα στοιχεία που δίνουν οι Α. Tahlheimer και E. Varga  στο προαναφερμένο «Jahrbuch για τη Γερμανία (1919) και Γαλλία (1917). Δυστυχώς δεν έχουμε για τη στιγμή στη διάθεσή μας αντίστοιχα δεδομένα για την Ιταλία και Πολωνία, για να μπορούμε να κάνουμε τη  σύγκριση αστικού και αγροτικού πληθυσμού και σ’ αυτές τις χώρες.

 


Χώρες    Χρόνος     Συνολικός         Εργάτες     Ποσοστό

 

απογρ       πληθυσμ.        υπάλληλοι    μισθ σε πληθ

 


Γερμανία    1919     59.400.000    26.000.000    43%
Γαλλία        1911    39.400.000    11.500.000    27%
Ελλάδα      1928      6.200.000         802.305    13%

 

 


 


Εδώ έχει εφαρμογή η πιο κάτω παρατήρηση σχετικά με τη σημαντική αριθμητική κατηγορία των «δίχως επάγγελμα και μη δηλωσάντων. Για την Ελλάδα ένα σημαντικό μέρος τους πρέπει να το κατατάξουμε στο προλεταριάτο, ενώ στις άλλες δυό χώρες τα τελειότερα όργανα της βιομηχανικής απογραφής κατορθώνουνε να κατεβάζουνε στο ελάχιστο αυτή την ακαθόριστη κατηγορία, που εξαιτίας της εμφανίζεται μειωμένη η αληθινή αριθμητική δύναμη της εργατικής τάξης στην Ελλάδα.
Ο δεύτερος πίνακας που δίνουμε παρακάτω δεν καθορίζει τις καθαυτό προλεταριακές δυνάμεις. Μα βοηθάει για να συμπληρώσουμε τη συγκριτική εικόνα στις πέντε διαφορετικές χώρες σχετικά με τον «εργαζόμενο» γενικά πληθυσμό, αστικό και αγροτικό, που δίνουν οι επίσημες απογραφές των αστικών κρατών. Φανερώνει το μεγάλο βαθμό της αστικοποίησης στην Ελλάδα που τη θεωρούνε συνήθως κατεξοχήν αγροτική χώρα.
Σ’ αυτό τον πίνακα, καταρτισμένο με βάση τα επίσημα δεδομένα του 1932, περιλαβαίνουνται πέντε χώρες καταταγμένες με τη σειρά της καπιταλιστικής βιομηχανικής τους ανάπτυξης. Κλείνεται κει μέσα όλος ο απασχολημένος, «ενεργός» πληθυσμός πάνω από 10 ετών, εργάτες και εργοδότες και μικροπαραγωγοί, όπως μας τους δίνουν οι επίσημες στατιστικές των αστικών κρατών «κατ’ επάγγελμα». Δείχνει ο πίνακας συγκριτικά τις αναλογίες αστικού και αγροτικού πληθυσμού, «ασχολουμένου» γενικά στην παραγωγή.

 


Χώρες          Χρόνος       Πληθυσμός         Αστικός «ενεργός»             Σχέση του Β          
απογρ         «ενεργός»              πληθυσμός                     με το Α %
γεωργ-κτην    (δίχως δημόσιες υπηρεσίες

 

αλιείας(Α)    άμυνα, άνευ επαγγέλματος

μη δηλώσαντες) (Β)

 


Γερμανία    1925      9.795.400            20.063.500                                  200 %
Γαλλία       1926      8.199.600            11.520.300                                   140%
Ιταλία        1921    10.264.200              6.942.600                                    65%
Πολωνία     1921    10.269.900              2.241.700                                    21%
Ελλάδα      1928      1.475.700                 837.400                                    56%

 

 


 

 

Η σύγκριση θα ήταν ατελής αν δεν έχουμε υπόψη, κοντά σε τόσες άλλες διαφορές, και ότι το ελληνικό ποσοστό του Β είναι πολύ μεγαλύτερο. Η ατέλεια της στατιστικής υπηρεσίας στην καθυστερημένη Ελλάδα, φέρνει πάνω από το ένα τρίτο του  ολικού πληθυσμού, δηλαδή σχεδόν όσο κάνουνε μαζί αστικός και γεωργικός «ενεργός» πληθυσμός, ως «δίχως επάγγελμα και μη δηλώσαντες επάγγελμα» (2.400.000). Οι περισσότεροί τους ανήκουνε στο Β.

β) Η αθλιότητα του προλεταριάτου στην Ελλάδα

(Η «δημοκρατική» επανάσταση  της εργατικής αθλιότητας

και η αθλιότητα της δημοκρατικής επανάστασης)

Ο Tixier,  τμηματάρχης του Γραφείου Εργασίας της Κοινωνίας των Εθνών, είχε επισκεφτεί στα 1926 την Ελλάδα και έκανε μια έρευνα για τους όρους της ζωής κ’ εργασίας του προλεταριάτου μας. Δίνει σα συνοπτικό πόρισμα της έκθεσής του την ακόλουθη εικόνα:


«Επωφελήθην της εν Ελλάδι παραμονής μου όπως εξετάσω και γενικώτερον τα συνθήκας, υπό τας οποίας διαβιούν αι ελληνικαί εργατικαί τάξεις. Λυπούμαι να σας είπω ότι η εντύπωσις, την οποίαν απεκόμισα, κάθε άλλο παρά καλή είναι. Η κατάστασις των εργατών γενικώς είναι κακή. Τα ημερομίσθια ευρίσκουνται εις απελπιστικώς χαμηλόν επίπεδον. Αι εργαζόμεναι γυναίκες κερδίζουν 20-35 δρχ. ημερησίως και κατά μέσον όρον δραχ. 25-28. Εκ των ανδρών οι μη τεχνίται, οίτινες και αποτελούν την μεγάλην μάζαν των εργατών, λαμβάνουν ημερομίσθια κυμαινόμενα μεταξύ των 40-60 δραχ. και η πλειονότης τούτων μόλις 50. Οι εργάται τεχνίται κερδίζουν περισσότερα. Αυτοί όμως είναι ελάχιστοι. Εκείνο, που μου επροξένησε οδυνηροτάτην κυριολεκτικώς εντύπωσιν, όταν επεσκέφθην τα ελληνικά εργοστάσια, είναι ο μέγας αριθμός των εις αυτά εργαζομένων ανηλίκων από 9-11 ετών, τα οποία χρησιμοποιουνται εις τας πλέον δυσκόλους εργασίας πληρωνόμενα 8-10 και 12 δρ. ήμερησίως.
«Μου εδόθη η εξήγησις, ότι πρόκειται περί ορφανών προσφύγων ως επί το πλείστον, και ότι πρέπει να εργάζωνται διά να ζήσουν. Τα ανήλικα αυτά αμφοτέρων των φύλων, εργαζόμενα υπό δυσμενεστάτας συνθήκας 11 πολλάκις ώρας το ημερονύκτιον, εξασθενίζουν, η ανάπτυξίς των σταματά και εις το τέλος γίνουνται φυματικά». («Ακρόπολις» 21 Απρίλη 1926).


Ας είναι και πολύ συγκρατημένη, η έκθεση του αποσταλμένου της ΚΤΕ σηκώνει μιαν άκρη από το πέπλο της ψευτιάς που γεμίζει το πρόγραμμα και την πραχτική δράση όλων μαζί των κομμάτων της ελληνικής μπουρζουαζίας στο πεδίο της εργατικής πολιτικής» τους. Ακόμα, ξεμασκαρέβει όλη τη «φιλεργατική» δράση του πολυτελέστατου γραφειοκρατικού μηχανισμού της εδώ Επιθεώρησης Εργασίας, της καθιδρυμένης εδώ και μια 20ετία στο υπουργείο της Εθνικής Οικονομίας για να εφαρμόζει τάχα σε βάρος του κεφάλαιου την εργατική νομοθεσία. Μα περισσότερο από κάθε άλλο ξεσκεπάζει στη χώρα μας η έκθεση Tixier  όλη την αγυρτεία που ενσαρκώνεται στα ομορφογραμμένα κείμενα της διεθνικής εργατικής και κοινωνικής νομοθεσίας (εργάσιμη μέρα, εργασία ανηλίκων, υγιεινή κλπ.) καθώς και των αποφάσεων των Συνδιασκέψεων του «Διεθνούς Γραφείου Εργασίας». Η ελληνική αστική Δημοκρατία πρόθυμα σπεύδει συχνά να τις εγκρίνει και να τις κάνει τυπικούς νόμους της. Με το αζημίωτο όμως, γιατί έχει πάντα τη βεβαιότητα ότι ποτέ δε θα τις εφαρμόσει σε βάρος του ελληνικού κεφάλαιου.
Η περιγραφή του Tixier  είναι φανερό ότι προσπαθεί να κρύψει την πολύ φριχτότερη πραγματικότητα. Αυτή φυσικά ο αξιότιμος παραγγελιοδόχος του Γραφείου της Διεθνικής Κοινωνικοπολιτικής Αγυρτείας, πούναι παράρτημα της Κοινωνίας των καπιταλιστικών κρατών, δε μπορούσε να τη δει σε όλο το βάθος της. Σ’ αυτό το βάθος τη βλέπει μονάχα ένας αμερόληπτος παρατηρητής που έρχεται σε καθημερινή επαφή με τη ζωή και την εργασία των Ελλήνων εργατών. Ωστόσο κι αυτά μόνο τα δεδομένα του Tixier   παίρνοντας για βάση, θα διαπιστώσουμε:
1. Μια σύγκριση του πραγματικού μέσου μεροκάματου, που εξακριβώνει ο Tixier,  με το αντίστοιχο του 1914 δείχνει ότι ίσαμε το 1927 πούγινε η νομισματική σταθεροποίηση, το μέσο πραγματικό μεροκάματο του Έλληνα μισθωτού εργάτη είχε πέσει κάτω από το μισό. Δίνουμε στον παρακάτω πίνακα τον αριθμό του Tixier  για το ονομαστικό μεροκάματο μαζί με τη συναλλαγματική αξία της δραχμής στα 1927, και την παράλληλη αύξηση του μέσου ονομαστικού μεροκάματου από τα 1914. παίρνουμε για παράδειγμα έναν υφαντή που πραγματικά στα 1927-1928 έπαιρνε μέσο μεροκάματο κοντά 48-50 δραχμές, όσο το λογαριάζει και ο Tixier. Αυτός ο εργάτης το 1914 έπαιρνε κοντά 8 δραχμές χρυσές μεροκάματο. Κάνοντας εκατοστιαία αναγωγή και παίρνοντας τον τιμάριθμο της ζωής – που, σημειώνουμε, είναι πιο  μεγάλος από τους υπολογισμούς του ειδικού τμήματος της Εθνικής Τράπεζας και του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας – έχουμε:

 


Χρόνοι    Μέσο           Συναλλαγματική      Τιμάριθμος

 

ονομαστικό           Αξία                    ζωής

μεροκάματο        δραχμής

υφαντή

 


1914    100                  100                      100
1927    600                  6,6  * 1.800 *

 

 


* Με προσέγγιση. Στον υπολογισμό που κάνουμε δω του τιμάριθμου παίρνουμε για βάση τα επίσημα στοιχεία για τα κυριότερα είδη, όσα μπαίνουνε στην κατανάλωση μιας προλεταριακής οικογένειας. Το 1927 ο επίσημος τιμάριθμος για το ψωμί γ΄  ποιότητας ήτανε 1.956 για τις πατάτες 1.791, για το κρέας 1.761, για το γάλα 1.659, για το τυρί 1.910, για το λάδι 2.736, για τα φασόλια και τα μακαρόνια κοντά 1.600. Όσο για τη συναλλαγματική αξία της δραχμής είναι γνωστή πως το 1927, στις παραμονές της νομισματικής σταθεροποίησης, η λίρα στερλίνα ανέβαινε στις 368,55 δραχμές. Εκεί κοντά έγινε και η νομισματική σταθεροποίηση. («Στατιστική Επετηρίδα 1932», σελ. 270 και 333).



Εξαπλασιάστηκε το μεροκάματο ονομαστικά. Μα στην πραγματικότητα, δηλαδή στην ποσότητα και ποιότητα των αγαθών που είναι πραγματικά σε θέση ν’ αποχτήσει μ’ αυτό το μεροκάματο ο εργάτης, κατέβηκε παρακάτω από το μισό. Γιατί, στο αναμεταξύ η συναλλαγματική αξία της δραχμής έγινε δεκαπέντε φορές μικρότερη και ο τιμάριθμος δεκαοχταπλασιάστηκε. Τώρα είναι 20πλάσιος.
Και το παράδειγμα του υφαντή που διαλέξαμε είναι από τη μια μεριά τυπικό, γιατί έχει παρθεί από μια ολοένα αναπτυσσόμενη βιομηχανία. Κι από την άλλη μεριά δε μας δίνει και το χειρότερα πληρωνόμενο Έλληνα εργάτη, αφού ο υφαντής είναι εργάτης περισσότερο skilled  (ειδικευμένος). Αυτά θα πούνε πως η κατάσταση για το σύνολο της εργατικής μάζας (λ.χ. για έναν εργάτη με 4 χρυσές δραχμές προπολεμικές μεροκάματο) ήταν ακόμα χειρότερη στα χρόνια 1927-1928.
Κανένας δεν ισχυρίστηκε – ούτε από τους αστούς μελετητές, όσο ξέρουμε – ότι από τότε καλυτέρεψε η κατάσταση του ελληνικού προλεταριάτου.
2. Αντίθετα. Από τα 1927-1928 ίσαμε τώρα μεγάλωσε η εξαθλίωση των προσφύγων που εξαντλήσανε στο αναμεταξύ τις αποζημιώσεις τους *. Η γενική οικονομική κρίση και ο εφεδρικός στρατός των 200.000 και πάνω ανέργων με το συναγωνισμό του τσακίσανε κυριολεχτικά και τα παλιά «μεροκάματα πείνας» των εργατών μας. Σε συνδυασμό με την απροκάλυπτη εργοστασιακή τρομοκρατία, με τη οργανωμένη από την αστυνομία και τα διοικητικά και δικαστικά όργανα της «Δημοκρατίας» βίαιη κατάπνιξη κάθε απεργιακού κινήματος και τη χαμιτική καταστολή κάθε αντίστασης του προλεταριάτου -, η οικονομική του θέση χειροτέρεψε αναμφίβολα.



* Όσοι από ειδικές τους απασχολήσεις μπορούνε να ξέρουνε τα πράγματα, δε θα παραξενεφτούν, αν πούμε ότι από τα δισεκατομμύρια της υπεραξίας που βγήκανε  με το αίμα και τα κόκαλα και τον ιδρώτα του εργατικού μας λαού και περάσανε στον παναμά που λέγεται «Προσφυγικές Αποζημιώσεις» - είναι ζήτημα αν το 1/3 πήγε πραγματικά στην τυπικά «δικαιούχα» εξανδραποδισμένη προσφυγική φτωχολογιά. Όλο το άλλο πέρασε και περνάει ακόμη στη μεγαλοαστική μικρασιατική ολιγαρχία, σε τραπεζιτικές προμήθειες, στην παρασιτική ανώτερη υπαλληλοκρατία και στην τούρμπα ιμένσα των τζορμπατζήδων, προεξοφλητών, τοκογλύφων, προσφυγοπατέρων, προσφυγολωποδυτών και λογής-λογής διαμέσων παρασίτων.


 


3. Οι όροι της υγιεινής στα περισσότερα ελληνικά εργοστάσια με λιγοστά
αόριστα λόγια περιγράφουνται στην έκθεση Tixier. Στην πραγματικότητα είναι
κυριολεχτικά φρικαλέοι. Θ’ ανατριχιάσει αληθινά ένας τίμιος άνθρωπος, όταν σε λίγο θα γίνει δυνατό να αναπαραστήσουμε τις λεπτομέρειες αυτής της φριχτής πραγματικότητας σ’ ένα συλλογικό βιβλίο όλοι όσοι προλεταριακοί επαναστάτες παρακολουθήσαμε από κοντά την εργατική μας τάξη πάνω στη σκληρή δουλειά της, και μέσα στις τρώγλες, όπου βαστάει στη ζωή και μεγαλώνει τα παιδιά της.
4. Οι ώρες, οι συνθήκες γενικά της εργασίας και η μισθοδοσία του γυναικείου και παιδικού προλεταριάτου είναι σήμερα πολλαπλάσια απανθρωπότερες από όσο τις περιγράφει ο αποσταλμένος της ΚΤΕ. Η ανάπτυξη του εμπορίου της λευκής σάρκας και η εξάπλωση της πορνείας σε όλες τις μορφές, οι μεγάλοι πρόσφατοι αριθμοί της εγκληματικότητας και φυματίωσης – ιδίως στα παιδιά – είναι χαραχτηριστικά σημάδια. Μαρτυράνε αναμφισβήτητα το σωματικό και ηθικό εκφυλισμό και τη πνευματική αποβλάκωση που θα απειλούσαν άμεσα ολάκαιρη τη καινούργια  εργατική γενεά μας, αν το προλεταριάτο δεν είχε την ικανότητα να οργανωθεί ανεξάρτητα και με την ομαδική του δύναμη να αντισταθεί και να πολεμήσει τις καταστροφικές αυτές συνέπειες της καπιταλιστικής οικονομίας και πολιτικής στην τωρινή περίοδο.

Μα δεν υπάρχει μεγαλύτερη πλάνη από κείνη που οδήγησε την 6η Ολομέλεια στην ακόλουθη σκέψη (αν δε διατυπώνεται ξεκάθαρα, ωστόσο φαίνεται καλά μέσα σε όλες τις εξηγητικές αναλύσεις του εισηγητή της): Δηλαδή πως τάχα  όλα αυτά τα φαινόμενα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας ιδιάζουνε σήμερα μόνο στις «αστικοδημοκρατικά  ασυμπλήρωτες χώρες σαν την Ελλάδα». Πως γι’ αυτό χρειάζεται τάχα πριν από τη σοσιαλιστική επανάσταση μια άλλη επανάσταση «αστικοδημοκρατική» των εργατών ή των εργατοαγροτών, για να «συμπληρώσει» πρώτα τον αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό και πολιτισμό, όσον λείπει ακόμα, και να ξεκαθαρίσει αυτή τη βαρβαρότητα.
Τα φαινόμενα του ξαναγυρισμού της κεφαλαιοκρατίας στις βαρβαρότητες της χαραυγής του  καπιταλισμού γεμίζουνε σήμερα τη ζωή σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες, και τις πιο εξελιγμένες. Ίσα-ίσα σ’ αυτές τις τελευταίες περισσότερο. Όλες τις μεγάλες καταχτήσεις της εργατικής τάξης, τη μια ύστερ’ από την άλλη, τις καταργούν ή τις ποδοπατούνε στην πράξη με πολύ ή λίγο απροκάλυπτο τρόπο, ολικά η μερικά, ανάλογα με τη δύναμη της οργανωμένης αντίστασης από τη εργατική τάξη σε κάθε χώρα. Κοινωνικές ασφαλίσεις, εργατική και κοινωνική νομοθεσία γενικότερα, οχτάωρο, νυχτερινή και ανθυγιεινή εργασία, προστασία παιδιού και γυναίκας κλπ. Η επίθεση του κεφάλαιου και η τρομοκρατία, η απροθυμία του κεφάλαιου εξαιτίας της κρίσης να εισφέρει στα ασφαλιστικά ταμεία και να κάνει πάγιες τοποθετήσεις για  ανανεώσεις και υγιεινές καλυτερεύσεις στα εργοστάσια, η απομηχανοποίηση της εργατικής τάξης με τον καπιταλιστικό ταιϊλορισμό και τη rationalization,   οι στρατιές των χρόνιων ανέργων που παγκόσμια ανεβαίνουνε σε δεκάδες εκατομμύρια και ενεργούνε αυτόματα πάνω στις αμοιβαίες σχέσεις του κεφάλαιου με τους εργαζόμενους σε βάρος των τελευταίων κλπ. κλπ. – όλα αυτά σπρώχνουνε σήμερα τον καπιταλισμό να χρησιμοποιεί όλο και πιο πολύ τα απανθρωπότερα μέσα της οικονομικής εκμετάλλευσης πάνω στο προλεταριάτο, για ν’ αυξήσει απόλυτα και σχετικά το ποσοστό της υπεραξίας και του κέρδους που πέφτει.
Σε πολλών φωτισμένων, και αστών ακόμα, τη συνείδηση δεν ηχούνε παράξενα σήμερα τα λόγια του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου».

«Ο νεότερος εργάτης, αντί με την πρόοδο της βιομηχανίας ν’ ανυψώνεται, πέφτει ολοένα και πιο κάτω από τις συνθήκες της ίδιας του της τάξης. Ο εργάτης γίνεται pauper  κι ο παουπερισμός αναπτύσσεται ακόμα πιο γρήγορα από τον πληθυσμό και τον πλούτο. Έτσι γίνεται ολοφάνερο πως η μπουρζουαζία είναι ανίκανη να μείνει περισσότερο καιρό κυρίαρχη τάξη της κοινωνίας. Είναι ανίκανη να επιβάλει στην κοινωνία σα ρυθμιστικό νόμο τους όρους της δικής της τάξης. Είναι ανίκανη πια να κυριαρχεί, γιατί δε μπορεί να εξασφαλίζει στο σκλάβο της τη ζωή του ούτε και μέσα στην ίδια τη σκλαβιά του. Γιατί είναι  αναγκασμένη να τον αφήνει να πέφτει σε μια κατάσταση τέτοια, που αυτή η ίδια οφείλει να τονε θρέψει, αντί να θρέφεται απ’ αυτόνε. Η κοινωνία δε μπορεί να ζήσει κάτω απ’ την κυριαρχία της, δηλαδή η ζωή της τάξης αυτής δε συμβιβάζεται πια με την κοινωνία».


Ο Κ. Κάουτσκι, για να διαψεύσει το Μανιφέστο σ’ αυτό το σημείο, αραδιάζει στο τελευταίο του βιβλίο* το συγκριτικό πίνακα για τον αριθμό των paurers  στην Αγγλία από το 1885 ίσαμε το 1908.

 


* Κ. Kautsky, Die materialistische Geschichstsauffassung, II Band. S. 541.

 

 


Επικαλείται ακόμα και τις καταχτήσεις των εργατών ύστερ’ από το 1848. Μα η εποχή όπου τελειώνει ο πίνακας απέχει από σήμερα ένα τέταρτο του αιώνα. Σ’ αυτήν ακριβώς την περίοδο οι καταχτήσεις της εργατικής τάξης αρχίσανε να παθαίνουνε την αγριότερη επίθεση από το κεφάλαιο και από το κράτος του. Χάθηκε ολότελα η ειδυλλιακή φυσιογνωμία του «μεταρρυθμισμένου» καπιταλισμού, που τόσο επίμονα μας έδειχνε η Σοσιαλδημοκρατία. Ο καπιταλισμός, εξόν από τον αγριανθρωπισμό των ιμπεριαλιστικών του πολέμων, μας έδειξε την αληθινή του φυσιογνωμία με όλη της την απαισιότητα, με το μαστίγιο της πείνας και του παουπερισμού, πιο φριχτή κι από κείνη που μας περιγράψανε οι Μαρξ και Ένγκελς στα πρώτα τους έργα.
Έτσι είναι αναμφισβήτητο πια σήμερα ότι την ανθρωπότητα δε μπορεί να τη σώσει από το ξανακύλισμα στη βαρβαρότητα κανένα μεταρρυθμιστικό δημοκρατικό «διόρθωμα» του καπιταλισμού, ας είναι κι από μια «εργατοφτωχομεσαία επανάσταση», παρά μόνο η προλεταριακή επανάσταση κι ο Σοσιαλισμός. Η άρνηση της μεγάλης αυτής αλήθειας, η επίμονη λατρεία του παλιού σχήματος της αστικής μεταρρύθμισης είναι η ρίζα της ιστορικής χρεοκοπίας του Ρεφορμισμού και της 2ης  Διεθνούς. Η διακήρυξη κι έμπρακτη εφαρμογή της ίδιας αλήθειας – Ρωσική Επανάσταση – στάθηκε το ιστορικό θεμέλιο όπου ιδρύθηκε η 3η,  η Κομμουνιστική Διεθνής.
Σ’ εμάς εδώ στην Ελλάδα, όπως στη σφαίρα της πολιτικής εξέλιξης, έτσι και στην οικονομία, παρουσιάζεται μια πρωτότυπη* περιπλοκή δυό περιόδων του συγκεκριμένου ιστορικού καπιταλισμού. Την περιπλοκή αυτή είναι των αδυνάτων αδύνατο να την ξεδιαλύνει ορθά η σταλινική ομάδα. Γιατί η ομάδα αυτή ξεκινάει ίσα-ίσα από μια μεθοδολογία μηχανιστική και  μεταφυσική, δηλαδή ριζικά αντίθετη με τη μαρξιστική διαλεκτική. Βλέπει, όμοια όπως και η σοσιαλδημοκρατία, το αφηρημένο μονάχα σχήμα της καπιταλιστικής εξέλιξης: Μεσαιωνική  βαρβαρότητα και «αρπαχτικότητα»** στη χαραυγή του καπιταλισμού. Ύστερα, προοδευτική μεταρρυθμιστική πάλη και βελτίωση «εκπολιτιστική» των συνθηκών του προλεταριάτου. Τέλος «συμπλήρωση» του μεταρρυθμιστικού αυτού έργου – προσθέτουνε τώρα οι σταλινικοί σαν «επαναστάτες» που κομπάζουν – από μια, όχι προλεταριακή, μα «παλλαϊκή» επανάσταση («λαϊκή δημοκρατία» έλεγαν άλλοτε πολλοί στο Σοσιαλεργατικό). Και αργότερα πια ο σοσιαλισμός. Σ’ αυτό το καλούπι, δοσμένο έτοιμο εξαρχής, «διαβασμένο» και «μαθημένο κάπου από στήθους» (Λένιν) – σ’ αυτό θέλει να βάλει η 6η Ολομέλεια και τον ελληνικό καπιταλισμό του 1934.

 

 


 

* Όχι με την έννοια της αποκλειστικά για την Ελλάδα εθνικής πρωτοτυπίας. Κι άλλες σαν την Ελλάδα σχετικά καθυστερημένες χώρες παρουσιάζουνε το ίδιο φαινόμενο.
** Είναι συμπτωματικό  ότι σ’ αυτήν ακριβώς  τη λέξη στηρίζουνε σήμερα όλη την πρόσφατη θεωρητική τους κατασκευή για το σχήμα της ελληνικής οικονομικής εξέλιξης και οι παλιοί αρχηγοί του Σοσιαλεργατικού. Διαβάσαμε ένα σχετικό συζητητικό ντοκουμέντο τους που στείλανε πρόσφατα σε φίλο μας μαρξιστή-διεθνιστή.


 

 

Δε βλέπει όμως καθόλου ότι ο νεαρός ελληνικός καπιταλισμός, ιστορικά, συγκεκριμένα, χρειάστηκε να περάσει τα στάδια του αφηρημένου αυτού σχήματος με διαφορετικό τρόπο από τον αγγλικό έξαφνα. Ότι τον καιρό που αναπτύχθηκε με ορμητικότητα και χτύπησε νικηφόρα την ελληνική φεουδαρχία, ο καπιταλισμός διεθνικά άρχισε να καταρρέει και ν’ «αποβαρβαρώνεται ξανά». Ότι η ελληνική καπιταλιστική οικονομία δε ζει κλεισμένη αεροστεγώς μέσα σ’ ένα εθνικό θερμοκήπιο, ούτε μέσα στα αφηρημένα σχήματα της «καθαρής» θεωρίας, αλλά μέσα σε ένα ζωντανό, συγκεκριμένο διεθνικό περιβάλλον και δέχεται αποφασιστικά την επίδρασή του και συμμερίζεται τις τύχες του. Έτσι αυτή η οικονομία αναγκαστικά έχει μέσα της συνθεμένες και διασταυρωμένες σε ιστορικώς αδιάλυτα συμπλέγματα και τις δυό τάσεις, της καπιταλιστικής ανατολής και την καπιταλιστικής δύσης μαζί. Μιας διπλής «βαρβαρότητας»: «απολίτιστης» μαζί και πάρα πολύ «πολιτισμένης». Με αυτή την έννοια, ό, τι είναι χαραυγή από τη μια μεριά, είναι σούρουπο από την άλλη. Τα φουγάρα της μοντέρνας μεγάλης φάμπρικας συνταιριασμένα στον Πειραιά με πρωτόγονες συχνά μέθοδες παραγωγικής εκμετάλλευσης. Ο τόσο παινεμένος από τον αστικό τύπο αμερικανισμός των βιομηχανικών εργοστασίων Παπαστράτου – ντερνιέ και καπιταλιστικής βιομηχανικής οργάνωσης – συνοδευόμενος από την πιο απάνθρωπη εκμετάλλευση της υπερεργασίας και από μεροκάματα πείνας για την εργάτρια και τον αγρότη. Τα μεγάλα κλωστοϋφαντήρια, ταπητουργεία, χημικά εργοστάσια, χρωματουργεία, μηχανουργεία κλπ. στην Αθήνα, στο Φάληρο, στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη, στο Βόλο, στη Νάουσα, στην Καβάλα, στοιβαγμένα με χιλιάδες προσφυγόπουλα και προσφυγοπούλες που ξεζουμίζουνται άγρια με 10 και περισσότερες ώρες δουλειά και 10 δραχμές ή λιγότερο μεροκάματο, λυώνουνε μέσα στη σκόνη, στην ασφυξία, καταπετσοκόβουνται από τα απροφύλακτα λεπίδια και τις ρόδες των μηχανών, τρομοκρατούνται από άσπλαχνους κέρβερους επιστάτες και μισθοφόρους τοποτηρητές του κεφάλαιου, από οργανωμένες μυστικές αστυνομίες των επιχειρήσεων, πρόστιμα, αυθαίρετες απολύσεις κλπ. Γενικά, τα χαραχτηριστικά της συγχρονισμένης βιομηχανικής οργάνωσης αγκαλιασμένα με τις βάρβαρες συνθήκες και τους φρικτούς όρους δουλειάς του αγγλικού προλεταριάτου στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα*.


* Βλέπε την κλασικότερη περιγραφή τους Κ. Marx, Kapital, I. Band, Volksausgabe, Berlin 1928, S. 192-226.



Να γιατί από την άποψη της μαρξιστικής θεωρίας, δηλαδή της θεωρίας που δεν προσκυνάει τα είδωλα των μεταφυσικών σχημάτων, μα κάνει τις θεωρητικές αφαιρέσεις της μόνο και μόνο για να συλλάβει καλύτερα και ορθά τη συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα – να γιατί είναι απλή και καθαρή ουτοπία στη σημερινή ιστορική εποχή να μιλάμε για μια «συμπλήρωση»  του αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού και πολιτισμού με οποιαδήποτε άλλη επανάσταση και δικτατορία – λ.χ. μια «δημοκρατική» - έξω από τη σοσιαλιστική επανάσταση και τη σοσιαλιστική δικτατορία της προλεταριακής τάξης.
Την αντίστοιχη ιστορική εξέλιξη, μέσα στο ίδιο ζωντανό διαλεκτικό σχήμα, παρατηρούμε στην πολιτική σφαίρα, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, IV, 2. Από το Γουδί κ’ ύστερα η ελληνική μπουρζουαζία αναγκάζεται από τα πράματα κι αρχίζει να παρατάει τολμηρότερα το παραδομένο από όλο το 19ο αιώνα αρχικό της συμβιβαστικό σφιχταγκάλιασμα με τη φεουδαρχία και τις παραδόσεις της. Η αστική ορμητική άνοδο ύστερα («ανόρθωση» - βιομηχανική ανάπτυξη) πέφτει μέσα στην καρδιά της οργανικής κρίσης και αποσύνθεσης του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας στο τέλος πέφτει στην τελευταία φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού, στην ιμπεριαλιστική εποχή του μονοπωλιακού κεφάλαιου, των πολέμων, της εγκατάλειψης του κοινοβουλευτισμού, στην εποχή του φασισμού και των επαναστάσεων. Ο ρεφορμισμός και ο πατσιφισμός γίνουνται από την αντικειμενική ιστορική εξέλιξη ουτοπία ως πολιτική ακόμα και για το νεαρό ανεξέλιχτο ελληνικό προλεταριάτο, όπως και για το ευρωπαϊκό. Για τους αδιόρθωτα φιλολογούντες ρεφορμιστές (με ή δίχως «αριστερή» μάσκα), που δε μπορούνε να νοιώσουν αυτή τη διαλεκτική αλληλεπίδραση, είναι, φυσικά, ανεξήγητο επιστημονικά, στις οικονομικές βάσεις του (εξόν δηλαδή από την επίδραση της ρωσικής επανάστασης), το φαινόμενο του μακρόχρονου πολιτικού μονοπωλίου πούχει ο κομμουνισμός στο εργατικό κίνημα της Ελλάδας σε βάρος της σοσιαλδημοκρατίας, που ίσαμε σήμερα στέκει πάντα ένα φιλολογικό παράδοξο  στον ελληνικό πολιτικό ορίζοντα**.


** Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να διδάξει κανείς – και για να διδαχτεί ταυτόχρονα – τη μαρξιστική διαλεκτική, έξω από την εφαρμογή της στα συγκεκριμένα ιστορικοκοινωνικά προτσές. Κι αυτό μπορεί να το κάνει καλύτερα, τελεσφόρα, πλέρια, μόνον ο κομμουνιστής που τις ζει αυτές τις εξελίξεις μαζί με το ίδιο το ιστορικό κίνημα της εργατικής τάξης. Με τα βιβλία μόνο δε μαθαίνεται ούτε διδάσκεται η διαλεκτική αυτή. Είναι εύθυμο πράμα να παρακολουθάει κανείς στην Ελλάδα τις διδασκαλίες της διαλεκτικής από διάφορους «λενινιστικούς» νεοσσούς που εκκολάπτουνται  στους σταλινικούς κόλπους, ή από μερικούς σοφούς που ηλικιωθήκανε υπηρετώντας την ιδεαλιστική φιλοσοφία και τη μικροαστική σύγχυση ανάμεσα στους ριζοσπαστικοποιημένους μας διανοούμενους. Στο τέλος «αριστεροποιηθήκανε» κι αυτοί, όταν, εννοείται, το ρεύμα μεγάλωσε πια παραπολύ. Μα «αριστεροποιηθήκανε» τόσο μονάχα όσο χρειάζεται για να πάρουν άνετα το μπον σερβίτσιο σα «φίλοι της ΕΣΣΔ». Και μόλο που βλέπουνε βέβαια κι αναγνωρίζουνε – στα κρυφά όμως – τη γραφειοκρατική «διαφθορά», ωστόσο προβάλλουνε «πάνω από ενδοκομματικές διαφορές» για να γίνουν ένα είδος μισοεπίσημα πνευματικά προκαλύμματα της γυμνής απ’ αυτή την άποψη σταλινικής διοίκησης. Γιατί «αυτή άλλωστε είναι κατά σύμπτωση, προς το παρόν, η διοίκηση του Κόμματος και η εκπροσώπηση του Κομμουνισμού». Ενώ αντίθετα οι αντιπολιτευτικές τάσεις, «όσο κι αν είναι τίμιες οι προσπάθειές τους», χαλάνε την ...αρμονία του συνόλου. Φανταστείτε τους τέτοιους υπερβολικά όψιμους προστάτες της εργατικής τάξης – που στο βάθος την περιφρονάνε -  να διαδραματίζουνε το ρόλο του δάσκαλου της «καθαρής» μαρξιστικής διαλεκτικής. Τη διαβάσανε με ζήλο στα τελευταία βιβλία του Αντοράτσκι και του Ταλχάϊμερ. Ίσως ακόμα και του ...Στάλιν, που, μια και είναι στη διοίκηση, θα πει φυσικά πως ξέρει καλύτερα το είδος αυτό της διαλεκτικής! Η μικροαστική καιροσκοπία ντυμένη αριστοτεχνικά την τήβεννο της «αμερόληπτης» σοφίας. Αντιπροσωπευτικός τύπος του είδους αυτού των «μαρξιστών» σήμερα είναι στη χώρα μας ο κ. Δ. Γληνός.



8.   Κοινωνικός χαραχτήρας των ελληνικών κομμάτων

και τάσεις της πολιτικής εξέλιξης


Είναι αλήθεια πως εξαρχής ίσαμε σήμερα κυβερνάει την Ελλάδα ένας «αστικοτσιφλικάδικος» συνασπισμός»;  Και φτάνει τάχα η γενική διαπίστωση μιας «όξυνσης των ενδοαστικών διαφορών» για να προσανατολίσει την εργατική τάξη απέναντι στον αστικό πολιτικό κόσμο;
Η 6η σταλινική Ολομέλεια κ’ εδώ ακολουθάει τον προσφιλή της δρόμο του μικρότερου κόπου. Μη μπορώντας να δώσει με τα επίσημα κομμουνιστικά ντοκουμέντα της μια μαρξιστική ανάλυση για τη φύση και το ρόλο των πολιτικών κομμάτων περιορίζεται στις λαϊκές φράσεις του καφενείου: «μαλώνουνε για το κόκαλο της εξουσίας» κττ., ή μας καταιγίζει με στερεότυπες αφηρημένες γενικολογίες και μεγαλόηχες «επαναστατικές» λέξεις που θυμίζουνε τα αλαλάζοντα κύμβαλα του Απόστολου Παύλου Λ.χ.:

«Μέσα στις συνθήκες της ασυγκράτητης ανάπτυξης της έντασης των οξέων (sic) προστριβών μέσα στο αστικό στρατόπεδο, του τραβήγματος σ’ αυτές τις προστριβές της  στρατοκρατίας, ωριμάζουν με γρήγορο (αλλού, λένε, με «θυελλώδικο») ρυθμό οι προϋποθέσεις της επανάστασης»*.

 


* Θαύμα ύφους! Μαζί με τη σαχλή κουφότητα του περιεχομένου από την άποψη μιας επαναστατικής μαρξιστικής πολιτικής, είναι αληθινά καταπληχτική η αποβαρβάρωση και αποσολοικοποίηση της ελληνικής γλώσσας στην πένα αυτών των ανθρώπων. Και να φανταστεί κανείς πως αυτά είναι το πρώτο κεφάλαιο ενός ιστορικού κομματικού ντοκουμέντου  για τη στρατηγική του επαναστατικού κόμματος με τον τίτλο «Εχτίμηση της κατάστασης»! Ο μισαλλοεθνικός φασισμός της «Εστίας» χαραχτήρισε κάποτε «ταταροσκυθικούς» τους τέτοιους γλωσσικούς βαρβαρισμούς των «θεωρητικών» του σταλινισμού στην Ελλάδα.


Μια μαρξιστική εχτίμηση για την πολιτική κατάσταση πρέπει να βασιστεί πρώτ’ απ’ όλα σ’ έναν αντικειμενικό καθορισμό του κοινωνικού χαραχτήρα των κομμάτων που αποτελούνε τα κύρια πρόσωπα στη σκηνή του ελληνικού πολιτικού δράματος.
Το Φιλελεύθερο Κόμμα από τη μια μεριά και το Λαϊκό από την άλλη είναι και σήμερα ακόμα οι δυό αντιμαχόμενες δυνάμεις της ελληνικής μπουρζουαζίας. Ισορροπούνται με αστάθεια ύστερ’ από το Σεπτέμβρη 1932 και γύρω απ’ αυτούς τους δυό ισχυρούς σχηματισμούς συνασπιστήκανε όλα τα μικρά κόμματα της μπουρζουαζίας.
Το ανέβασμα του Λαϊκού Κόμματος στην εξουσία απόδειξε ότι οι διαφορές που χωρίζουνε τα δυό αυτά μεγάλα κόμματα από την άποψη των καπιταλιστικών συμφερόντων δεν είναι τόσο βαθειές. Στη γενική γραμμή της πολιτικής τους, που ενσαρκώνει τη σύγχρονη πολιτική και κοινωνική αντιδραστικότητα της κυρίαρχης κεφαλαιοκρατίας, βρεθήκανε τα δυό τους σύμφωνα. Η διαφορά που υπάρχει ανάμεσά τους πηγάζει από το διαφορετικό χαραχτήρα της ιστορικής τους προέλευσης και εξέλιξης και από τις επιδράσεις κάθε φορά των ανταγωνιζομένων κοινωνικών και πολιτικών ρευμάτων στη χώρα.
Το Φιλελεύθερο Κόμμα δημιουργήθηκε στην περίοδο που ανέβαινε και ολοκληρωτικά επικρατούσε η μεγαλοαστική τάξη. Έχει συνδέσει ολότελα την τύχη του με το πιο προχωρημένο εφοπλιστικό, τραπεζικό, βιομηχανικό, εμπορικό τμήμα της και του εκπροσώπησε γνήσια τα συμφέροντα. Από δω ο «προοδευτικός» χαραχτήρας του στην πρώτη περίοδο, η προσήλωσή του στους αστικούς δημοκρατικούς θεσμούς, οι καθαρά ιμπεριαλιστικές του τάσεις (1912-1922). Από δω γενικά η συνέπεια της καπιταλιστικής του πολιτικής.
Μα την αστική τάξη, όπως και κάθε άλλη κοινωνική τάξη – ακόμα και την εργατική – δεν πρέπει να τη φανταζόμαστε με μηχανικό τρόπο, σαν ένα πάγιο, οδοστρωτικά  ισοπεδωμένο και «μονολιθικό» πράμα. Είναι κι αυτή ένας κοινωνικός σχηματισμός ζωντανός, δηλαδή με εσωτερικές αντιφάσεις – αυτό θα πει ζωή: εξακολουθητική σύγκρουση εσωτερικών αντιθέσεων. Αντιφάσεις σχετικές, που υπάρχουνε κ’ εκδηλώνουνται μέσα στα πλαίσια της ταξικής ολότητας, που πηγάζουν από σχετικές διαφορές διαστρωματικές της ίδιας τάξης, δηλαδή διακρίσεις ανάμεσα στα ιδιαίτερα στρώματα που συναπαρτίζουνε την ενότητα. Αυτά είναι στρώματα με διαφορετική προέλευση και οικονομική βάση (λ.χ. άλλα ξεπέσανε χτες από τη μεγαλομπουρζουαζία στο μέσα στρώμα, άλλα ανεβαίνουνε τώρα από τη μεσαία και τη μικρή μπουρζουαζία κλπ.), με διαφορετικό βαθμό ταξικής ηλικίας και συνειδητοποίησης, με διαφορετικούς οικονομικούς, ιστορικούς, διεθνικούς, τοπικούς, πολιτικούς, δεσμούς και παραδόσεις, άρα με μια διαφορετική ως ένα βαθμό ψυχολογία και νοοτροπία.
Όμοιες κι ακόμα πολυπλοκότερες διακρίσεις παρουσιάζει η μικροαστική και ως ένα βαθμό η εργατική τάξη, που και οι δυό τους είναι για την κυριαρχία του κεφάλαιου η παθητική μαζική εφεδρεία, η μάζα των εκλογικών του κορόιδων. Έτσι, για να τραβηχτούνε τα διάφορα αυτά στρώματα τόσο της μπουρζουαζίας όσο και της μικρομπουρζουαζίας και των εργατών, για να βοηθήσουν ενεργά ή ν’ ανεχτούνε παθητικά την πολιτική εκείνη που συμφέρει στους γενικούς σκοπούς της τάξης του κεφάλαιου, χρειάζουνται κάθε φορά ιδιαίτερα συνθήματα, ιδιαίτερες μορφές οργανωτικές, ιδιαίτερα μοτίβα προπαγάνδας και ζύμωσης, ιδιαίτερες «ιδεολογίες», μ’ ένα λόγο μια ιδιαίτερη πολιτική σκηνοθεσία. Από δω πηγάζει η ιστορική αναγκαιότητα περισσότερων κομμάτων της μπουρζουαζίας σε κάθε χώρα και σε κάθε εποχή*.


*Το προλεταριάτο είναι μια ενιαία κοινωνική τάξη, όπως και η αστική, από την άποψη της θέσης του μέσα στο σύστημα της παραγωγής, της σχέσης του με τα μέσα της παραγωγής, της οικονομικής του αντίθεσης με τους μονοπωλητές των μέσων αυτών. Μα δεν είναι χυμένη μέσα σε κανένα νεκρό καλούπι. Είναι ένα ζωντανό προτσές. Γεννήθηκε, γεννιέται κι ανανεώνεται κάθε μέρα η τάξη αυτή, περισσότερο από τους εκπρολεταριζόμενους μέσα στον καπιταλισμό μικροβιοτέχνες, χωρικούς κλπ. Όχι μόνο στη σχετικά καθυστερημένη Ελλάδα, μα και στις προοδεμένες χώρες ζει και κινείται ακόμα ως ένα σημείο μέσα στο περιβάλλον που κάνει ο ωκεανός της μικροαστικής μάζας. Σ’ όλη τη μάζα του προλεταριάτου μπορεί κανείς να ξεχωρίσει σε κάθε χώρα άλλα στρώματα που προχτές ήρθαν από το χωριό ή από τη μικρομπουρζουαζία της πόλης και βαστάνε ατόφια την πρωτύτερη ψυχολογία και νοοτροπία τους – άλλα με μεγαλύτερη προλεταριακή ηλικία και μονιμότερα προλεταριακούς όρους ζωής, άρα και αλλαγμένη την ψυχολογία και νοοτροπία τους – άλλο ένα στρώμα με αριστοκρατικές αμοιβές που άρχισε να επηρεάζεται από την αστική ψυχολογία – προλετάριους του χεριού και προλετάριους του πνεύματος – εργάτες πούρθανε σε στενότερη επαφή με το προχωρημένο μοντέρνο προλεταριάτο ή δεχτήκανε με ένα τρόπο την επίδραση της σοσιαλιστικής ιδεολογίας του κι άλλους στενότερα προσκολλημένους στις συντεχνιακές προλήψεις – άλλους εργάτες declasses  που αποχτήσανε την τυχοδιωκτική ψυχολογία του κουρελοπρολεταριάτου, - στην Ελλάδα πρόσφυγες εκπρολεταρισμένους κλπ. κλπ. Βλέπουμε ακόμα διακρίσεις μερικότερες οικονομικών και κοινωνικών όρων σ’ όλα αυτά τα στρώματα, και αποχρώσεις ψυχολογίας και νοοτροπίας, - διαφορές στη δύναμή τους ν’ αντισταθούνε στις αστικές επιρροές. Εδώ βρίσκεται ο λόγος που κάνει ιστορικά αναγκαία την ανεξάρτητη ύπαρξη ενός πρωτοποριακού κόμματος (των κομμουνιστών) που ενσαρκώνει τα συνολικά συμφέροντα της τάξης και τους ιστορικούς σκοπούς του εργατικού κινήματος. Από δω πηγάζει ακόμα και η δυνατότητα να υπάρχουνε περισσότερα κόμματα ή ρεύματα και τάσεις μέσα στο εργατικό κίνημα (ρεφορμισμός, αναρχοσυνδικαλισμός κλπ.).


 


Το Λαϊκό Κόμμα συνδέθηκε πολύ στενά από την πρώτη στιγμή του ξεκινήματος του με τη Μοναρχία και έκλεισε μέσα του όλα τα φεουδαρχικά υπολείμματα, τη μικρή από παράδοση αριστοκρατία και τα πιο ασυγχρόνιστα και οπισθοδρομικά τμήματα της ελληνικής μπουρζουαζίας, που η τολμηρή ορμή των πρωτοπόρων «ανορθωτών» της του 1911 τους έφερνε ίλιγγο. Γι’ αυτό είχε κιόλας εξαρχής αποχτήσει πιο στενούς δεσμούς με τον αγροτικό πληθυσμό, ιδίως της παλιάς Ελλάδας, και για ένα μεγάλο διάστημα συνταύτισε την τύχη του με την τύχη της Μοναρχίας.
Υπηρέτησε στο μεγάλο πόλεμο τη φαινομενικά «φιλουδέτερη» μα στην ουσία παθητικά γερμανόφιλη πολιτική της Αυλής. Αναδείχτηκε σε μεγάλο κόμμα δημαγωγώντας και αισχρά κερδοσκοπώντας πάνω στο αντιπολεμικό αίσθημα των μικροαστικών και εργατικών μαζών. Για στόχο του το αίσθημα αυτό των μαζών είχε φυσικά την «τυραννία» και την ιμπεριαλιστική πολεμική του ματοβαμένου Βενιζέλου – Πόλεμου. Έτσι η μπουρζουαζία, σαν έγινε μισητό για μια περίοδο στις μάζες το πρώτο μεγάλο κόμμα της  που σχηματίστηκε στην εποχή της ορμητικής ανόδου της, και μια πούλειπε ένας σοβαρός πολιτικούς παράγοντας από το προλεταριάτο, μπόρεσε και βρήκε ένα άλλο κόμμα αστικό για να διοχετέψει σ’ αυτό το αγαναχτισμένο λαϊκό ρεύμα. Είναι γνωστή η τραγική και μυριόνεκρη αποκάλυψη της μεγάλης ιστορικής απάτης του Λαϊκού Κόμματος στο Σαγγάριο. Η Αυλή και το Κόμμα της συνεχίσανε την ίδια ιμπεριαλιστική πολιτική του Ε. Βενιζέλου, που στα λόγια είχανε καταδικάσει για να τόνε ρίξουν. Η συνέχεια της πολιτικής εκείνης δεν κόπηκε καθόλου από την εναλλαγή των δυό κομμάτων της ελληνικής μπουρζουαζίας. Έτσι από τότε κιόλα δείξανε την ταξική τους ταυτότητα σαν δυό κόμματα του νεαρού ελληνικού ιμπεριαλισμού. Αποτέλεσμα: Στα 1919-20 ήτανε πια γεγονός η χρεοκοπία της πολιτικής του αγγλικού φιλελεύθερου κόμματος για να ένα διαμελισμό της Τουρκίας. Το ηρωϊκό εθνικοεπαναστατικό κίνημα του τουρκικού λαού νίκησε τους συνασπισμένους ιμπεριαλιστές της δυτικοευρωπαϊκούς κεφαλαιοκρατίας και το χωροφύλακά τους, τον ελληνικό ιμπεριαλισμό. ΄Υστερ’ από το συμβιβασμό του γαλλικού και ιταλικού ιμπεριαλισμού με την επαναστατική κυβέρνηση της Άγκυρας, κατέρρεε μοιραία και η «μεγαλεπήβολη» μικροασιατική ελληνική πολιτική. Ακολούθησε η τραγωδία του εξανδραποδισμού 1 ½ εκατομμυρίου Ελλήνων από τη Μικρασία. Αυτοί, στριμωγμένοι τώρα στα παλιά ελλαδικά σύνορα, αποτελέσανε βορά του μεγάλου κεφάλαιου. Άλλους το κεφάλαιο τους «ελευθέρωσε» πραγματικά από τα μέσα της παραγωγής ρίχνοντάς τους στο προλεταριάτο ή στο κουρελοπρολεταριάτο. Στους άλλους έδωσε πάλι τη «λευτεριά» στοιβάζοντάς τους μαζί με τη γηγενή φτωχολογιά μέσα στη σκόνη της πιο απαθλιωμένης μικρομπουρζουαζίας στις πόλεις και στα χωριά.
Το ένα αστικό κόμμα άνοιξε το λάκκο του ελληνικού έθνους στη Μικρασία, το άλλο τον αποτελείωσε. Με διαφορετικά πολιτικά μοτίβα και συνθήματα, μα και τα δυό τους με την ίδια ιμπεριαλιστική πολιτική.
Ταυτόχρονα η γοργή εξέλιξη των γεγονότων, ιδίως μετά το 1920, η πλέρια καπιταλιστικοποίηση των παλιών φεουδαρχικών στοιχείων και το ξεθώριασμα των ειδυλλιακών παλιών αριστοκρατικών παραδόσεων (τζάκια) μπροστά στο παγερό κύμα των συμφερόντων της νικηφόρας μεγαλομπουρζουαζίας, αναγκάζουνε και το Λαϊκό Κόμμα να εγκαταλείψει την παλιά του μοναρχική προσήλωση και να προσαρμοστεί στις καινούργιες συνθήκες που δημιουργηθήκανε στη χώρα. Από δω πήγασε η αναγνώριση της Δημοκρατίας και η συμφωνία του Λαϊκού πάνω σ’ όλα τα μέτρα της καπιταλιστικής σταθεροποίησης (1927 κ’ ύστερα). Σωστά η Κ.Ε. του Σπάρτακου διαπίστωνε στη 2η Εθνική του Συνδιάσκεψη: «Μπορούμε να πούμε ότι, ενώ το Φιλελεύθερο Κόμμα είναι ένα κόμμα συνεπές κεφαλαιοκρατικό από τη γέννησή του, το Λαϊκό εξελίχτηκε σε τέτοιο διατηρώντας ακόμα εσωτερικές αντιφάσεις σα συνέπεια της ιδιαίτερης ιστορικής του προέλευσης». Κι αυτό ανεξάρτητα από την εκλογική μάζα που δημαγωγικά παρασέρνει και που έκανε τον Αρχειομαρξισμό να δει στο Λαϊκό ένα κόμμα μικροαστικό (ελληνική «κερενσκυάδα» του 1933. Βλ. παρακάτω IV, 3).
Σήμερα τα δυό ιστορικά πολιτικά συγκροτήματα της ελληνικής μπουρζουαζίας, με την όξυνση της καθολικής οικονομικής κρίσης και τη νέα κρατική πτώχευση, συγκρούονται στο φόντο των ιστορικά εξοφλημένων πια παλιών τους διαφωνιών. Τις ξαναζωντανεύουν οι σύγχρονες περιπέτειες και η αλληλοδιάδοχη και αμοιβαία τριβή τους. Στην πραγματικότητα όμως ενσαρκώνουνε και τα δυό την ίδια αντιδραστική πολιτική της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας (λ.χ. νομοθετική, αστυνομική και δικαστική κατάπνιξη των ελευθεριών της εργατικής τάξης, δουλική εξυπηρέτηση του ξένου κεφάλαιου, οικονομικά μέτρα πείνας, φορολογική απομύζηση των εργαζομένων χωρικών, κρατική προστασία σκανδαλώδης στο βιομηχανικό κεφάλαιο κλπ.).

Η γοργή εξέλιξη σε όλες τις διάφορες μερίδες του λεγόμενου «Αγροτικού Κόμματος», που τις διευθύνουνε λογής-λογής,  πολιτικοί αγύρτες τύπου Σοφιανόπουλου, και η μετατροπή τους σε απλά βοηθητικά εξαρτήματα των δυό μεγάλων αστικών κομμάτων, ήρθανε να επιβεβαιώσουν απόλυτα μια παλιότερη διαπίστωση της μαρξιστικής αριστεράς: Στην τωρινή περίοδο που ακολουθούσε την πραγματοποίηση της αγροτικής μεταρρύθμισης και χαραχτηρίζεται από μια χρόνια διεθνική αγροτική κρίση, από την παταγώδη χρεοκοπία κάθε «αριστερής» αγροτικής πολιτικής και την ανάπτυξη φασιστικών τάσεων μέσα στ «αγροτικά» κόμματα σ’ όλες τις χώρες, σ’ αυτή την περίοδο θα ήταν αδύνατο να δημιουργηθεί και να διατηρηθεί ένα σοβαρό, αληθινά αυτόνομο κόμμα αγροτικό με καθορισμένο ριζοσπαστικό χαραχτήρα. Κ’ εδώ ίσα-ίσα είναι που φανερώνεται όλη η άγνοια της σταλινικής ομάδας για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα.
Η 6η Ολομέλεια εγκαταλείπει την ιδέα που τόσα χρόνια τώρα διακηρύχνουν οι κομμουνιστές από το 5ο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κ.Δ., ότι δηλαδή η «εργατοαγροτική» κυβέρνηση δεν είναι τίποτα άλλο παρά ταυτόσημη, ένα ψευδώνυμο, μια εκλαΐκευση στις αγροτικές χώρες των λατινικών όρων «δικτατορία του προλεταριάτου». Τι πράμα όμως είναι τότε αυτή η ιδιαίτερη και ενδιάμεση «εργατοαγροτική» επανάσταση που «επίκειται» στην Ελλάδα ανάμεσα στο αστικό δημοκρατικό καθεστώς και στη δικτατορία του προλεταριάτου; Τι έννοια έχει η αντίθεση της «εργατοαγροτικής» αυτής επανάστασης προς τη σοσιαλιστική: Έχουμε μπροστά μας μια νέα, διαφορετικού είδους ανατροπή έξω από την προλεταριακή; Με ένοπλη εξέγερση ή μ’ άλλους τρόπους; Κι αφού η 6η Ολομέλεια μας αφήνει να εννοούμε με ένοπλη εξέγερση, τότε σαν τι πράμα θα ξεχωρίζει την «εργατοαγροτική» αυτή επανάσταση από την προλεταριακή επανάσταση; Ποιό ή ποιά κόμματα θα διευθύνουνε την πρώτη επανάσταση σε διάκριση από τη δεύτερη; Ποιός μπορεί νάναι ο πολιτικός σχηματισμός γενικά που θα αντιπροσωπεύει την αγροτιά στη συμμαχική αυτή κυβέρνηση, αφού αυτή δε θάναι η προλεταριακή δικτατορία που την ασκεί, όπως ξέρουμε όλοι, αποκλειστικά και μόνο ένα κόμμα, το επαναστατικό κόμμα του προλεταριάτου; Ποιάς απόχρωσης θάναι ο σχηματισμός αυτός; Σοφιανόπουλου, Χατζηγιάννη, Τανούλα ή καμιάς άλλης πιο «ριζοσπαστικής». Ποιά  επί τέλους είναι η διαφορά στο πρόγραμμα και στις μέθοδες των δυό αυτών επαναστάσεων; Είναι ανάλογα ερωτήματα με κείνα που έθεσε ο Τρότσκι στους σταλινικούς για την ισπανική «δημοκρατική δικτατορία», που οδήγησε στην αφάνεια το Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα μέσα στην επαναστατικότερη περίοδο που γνώρισε ποτέ η Ιβηρική Χερσόνησο.
Η πραγματικότητα η αδιαφιλονίκητη είναι πως, με την προϋπόθεση της απουσίας του προλεταριακού επαναστατικού παράγοντα και της ανικανότητά του να τραβήξει τις απαθλιωμένες και εξεγειρόμενες μάζες του χωριού, η μόνη τάση, που θάχε στη σημερινή εποχή έδαφος για ανάπτυξη και στο ελληνικό χωριό, θα ήτανε μια δικτατορική, με κλασικό ή άλλο φασιστικό χαραχτήρα. Πάνω στο έδαφος της αδυναμίας όπου κατάντησε η  αστική  τάξη με τις αδιάλυτες αντιφάσεις της κρίσης, με την αδυναμία της ν’ αποχτήσει μια σταθερή κυβερνητική εξουσία ύστερ’ από την αποτυχημένη μέσα στους σπασμούς της οικονομικής κρίσης βενιζελική τετραετία 1928-1932, οι τάσεις της μελλοντικής πολιτικής εξέλιξης στην Ελλάδα ακολουθάνε ένα δρόμο ολότελα παράλληλο με κείνο που βλέπουμε στις πιο προχωρημένες ευρωπαϊκές χώρες: Ολοκληρωτική κατάργηση κάθε δημοκρατικής πολυτέλειας στην κυριαρχία του κεφάλαιου. Εξόντωση μόνιμη κάθε μορφής εργατικής δημοκρατίας, δικτατορία και φασισμός.
Η πολιτική που εφαρμόζουν από τα 1928 τα δυό κοινοβουλευτικά αστικά κόμματα, αποτελεί με μια έννοια προλείανση του εδάφους γι’ αυτή την κατεύθυνση που όλο και συστηματοποιείται.
Από την άλλη μεριά ο αποφασιστικός ρόλος, που από το 1909 κιόλας αρχίσανε, κατά καιρούς, να παίζουν οι μιλιταριστικές κλίκες, έγινε πια μόνιμη, σχεδόν οργανική λειτουργία του μηχανισμού της πολιτικής εξέλιξης στην Ελλάδα, όπως και σε μερικές άλλες χώρες (λ.χ. Νότια Αμερική). Τα δυό κόμματα ουσιαστικά είναι σήμερα δυό στρατιωτικοπολιτικά συγκροτήματα στηριγμένα σε πολύ ή λίγο ανοιχτά δηλωμένους υποψήφιους διχτάτορες. Ο καθένας απ’ αυτούς έχει μέσα στην κυβέρνηση, επίσημα η παρασκηνιακά, την ισχύ που του δίνει κυρίως η δυναμική του θέση και επιρροή μέσα στο σώμα της στρατιωτικής ιεραρχίας. Η σύνθεση της κυβέρνησης του Λαϊκού Κόμματος, που βγήκε από τις εκλογές του Μάρτη 1932, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος και οι άλλες συνωμοτικές μιλιταριστικές οργανώσεις, το κίνημα Πλαστήρα (Μάρτη 1933), η σχεδόν ανοιχτά επιδοκιμαστική θέση των δημοκρατικών κομμάτων απέναντι σ’ αυτό το κίνημα κλπ. είναι ιστορικές αποδείξεις για την ορθότητα της  διαπίστωσης αυτής.
Ταυτόχρονα όμως με τη διελκυστίνδα των δυό στρατιωτικοπολιτικών συγκροτημάτων και τις δειλές στην αρχή, τολμηρές τώρα διακηρύξεις των κοινοβουλευτικών ηγετών τους σχετικά με την ανάγκη για «μια μεγαλύτερη συγκέντρωση της εκτελεστικής εξουσίας» και για μια «διόρθωση του κοινοβουλευτισμού», - έχει αρχίσει ν’ αναπτύσσεται από το 1930 μια φασιστική κίνηση που θέλει να πλησιάσει τα κλασικά της ευρωπαϊκά πρότυπα (ΕΕΕ, «Σιδηρά Ειρήνη», «Ιερολοχίτες» κττ. κττ.). Με τις ένοπλες αιματηρές της επιθέσεως ενάντια στις εργατικές οργανώσεις και με την κυνική υποβοήθηση της αστυνομίας και της κυβέρνησης, μας φανερώνει ένα κίνδυνο σοβαρό που βρίσκεται πάνω στην ίδια κατεύθυνση της πολιτικής εξέλιξης, μόλο που η μορφή αυτή της κίνησης δεν έχει  πάρει οριστικά πλατύτερο χαραχτήρα σε εθνική κλίμακα (σχετικές προσπάθειες γίνουνται τώρα από τα ΕΕΕ).
Ακόμα πιο έντονα χαραχτηριστική για τη γενική αυτή τάση της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας ήταν η πρόσφατη συζήτηση για τη λεγόμενη «Τρίτη Κατάσταση». Συστηματικά εργάζουνται να τη δημιουργήσουν αποφασιστικοί κύκλοι τραπεζικοί και στρατιωτικοί, με πρόγραμμα την ανοιχτή κατάργηση κάθε συνταγματικής δέσμευσης, του κοινοβούλιου κλπ. και την εγκαθίδρυση μιας απροκάλυπτης  και ωμής δικτατορίας.
Εξετάζουμε αυτή την «Κατάσταση» του Μεγάλου Κεφάλαιου ανεξάρτητα από τη μορφή που θάπρεπε κι από τις ενδεχόμενες συνθέσεις της με τις υπάρχουσες πολιτικές καταστάσεις ή με κομμάτια τους. Ο ρόλος της θα ήτανε να προσπαθήσει να στηριχτεί είτε στον αστυνομικογραφειοκρατικό μηχανισμό μονάχα, είτε (αν η γερή αντίσταση του επαναστατικού προλεταριάτου θα έσπρωχνε στον εμφύλιο πόλεμο) και σε ορδές οργανωμένων λουμπενπροσφύγων, λουμπενπρολεταρίων και απαθλιωμένων μικροαστών. Θα ζητούσε έτσι να παίξει το ρόλο του δήμιου των εργαζομένων, που παίζουνε σήμερα ο Χίτλερ στη Γερμανία, ο Μουσολίνι στην Ιταλία και ο Πιλσούδσκι στην Πολωνία.
Η άμυνα ενάντια στην επικρατούσα κιόλας ίσαμ’ ένα σημείο λευκή τρομοκρατία, η άμυνα ενάντια στον κίνδυνο της δικτατορίας και του φασισμού, μπορεί να οργανωθεί με μια ταχτική ενιαίου μετώπου όλων των εργατικών οργανώσεων πρώτα-πρώτα και με βάση την ταχτική των μερικών διεκδικήσεων για τις δημοκρατικές άμεσες ελευθερίες του προλεταριάτου, πολιτικές και συνδικαλιστικές. Μα όποιος συγχύζει την ταχτική των μερικών δημοκρατικών διεκδικήσεων με τη στρατηγική του προλεταριάτου στην περίοδο που περνάμε, και βάζει μπροστά την «αστικοδημοκρατική» προοπτική αντί για την προλεταριακή επανάσταση, που αυτή μόνη είναι ικανή ν’ ασφαλίσει στους εργαζόμενους την αληθινή Δημοκρατία – αυτός θα είναι και ανίκανος να συλλάβει κάθε φορά με σωστό τρόπο όλα τα ταχτικά προβλήματα της αντιφασιστικής δράσης του προλεταριάτου και, θέλοντας και μη, θα ρίχνει νερό στο μύλο του αστικού και μικροαστικού «δημοκρατικού αντιφασισμού», δυναμώνοντας έτσι αρνητικά και σε τελευταία ανάλυση τις φασιστικές τάσεις. Βλέπε την περίπτωση του ιταλικού φασισμού παρακάτω («Αντιφασιστικό αντικοινοβούλιο του Αβεντίνου»).

 

V. ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ

ΚΑΙ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


(«Η απαλλοτρίωση των ξένων καπιταλιστικών

πριν από τους δικούς μας»)

 

1.    Η πάλη με τον ξένο ιμπεριαλισμό και οι καθυστερημένες χώρες

Ο εισηγητής της νέας στρατηγικής διάβασε κάπου πως ένα άλλο καθήκον της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, εξόν από τη διάλυση των φεουδαρχικών μορφών της οικονομίας, είναι και η εθνική ενότητα και ανεξαρτησία, η αποτίναξη του ξένου ιμπεριαλιστικού ζυγού σε ορισμένες χώρες. Με το έτοιμο αυτό καλούπι στα χέρια, απαλλάσσει τον εαυτό του από τον κόπο να μελετήσει τις διαφορές που χωρίζουνε την Ελλάδα από τις αποικίες και μισοαποικίες (παλαιότερα όλοι οι κομμουνιστές στην  Ελλάδα ξανάλεγαν άκριτα  μια προπαγανδιστική απλώς έκφραση των Βουλγάρων συντρόφων: «μισοαποικιακά Βαλκάνια»). Έτσι, ανακάλυψε με την ευκολία του πως και η Ελλάδα βρίσκεται μπρος σε μια εθνική αστικοδημοκρατική επανάσταση για ν’ αποτινάξει τον ξένο ιμπεριαλιστικό ζυγό. Πως το ελληνικό προλεταριάτο, δίχως πρώτα ν’ αναλάβει με μια συνεταιρική κυβέρνησή του μαζί με τους «φτωχομεσαίους» χωρικούς την εκτέλεση αυτού του έργου, δε μπορεί να εγκαθιδρύσει στην Ελλάδα δικτατορία προλεταριακή με σοσιαλιστικά καθήκοντα.
Είναι γνωστό πως πραγματοποιήθηκε από την ελληνική ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία η «εθνική ενότητά μας» μέσα στα όρια της ελληνικής αστικής δημοκρατίας με τους ιμπεριαλιστικούς πόλεμους 1912-22, με το βίαιο και «εκούσιο» εξανδραποδισμό, εκπατρισμό και εξεθνισμό Τούρκων, Εβραίων, Σλάβων κλπ. κατοίκων της Μακεδονίας, Θράκης, Μικρασίας και Κρήτης.
Είναι γνωστή επίσης η άτιμη συνθήκη για την «εκούσια (!) ελληνοβουλγαρική μετανάστευση», που, με τη σατανική έμπνευση του Ε. Βενιζέλου, σκάρωσε ένας από τους υπεραντιδραστικότερους πολιτικούς της μεγάλης ελληνικής κεφαλαιοκρατίας, ο Αντρέας Μιχαλόπουλος. Μας την έδωσε σαν πρώτο «πολιτισμένο» δώρο της νεότευχτης ελληνικής Αστικής Δημοκρατίας. Το αποκάλυψε στο λαό αυτό το  αίσχος για πρώτη φορά, κάτω από δραματικές συνθήκες, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας με την απολογία των τότε Κεντρικών Επιτρόπων του στη δίκη για εσχάτη προδοσία μπροστά στο Δικτατορικό Στρατοδικείο των Αθηνών το Φλεβάρη 1926. Είναι ένα ιστορικό πολιτικό ντοκουμέντο οι απολογίες εκείνες – όχι προσωπικό, διεφθαρμένοι γραφειοκράτες! -, μια τίμια φωνή του προλεταριακού διεθνισμού, μοναδική τότε στην Ελλάδα, για τα ελεεινά ανθρώπινα ανδράποδα όπου μετάτρεψε η ελληνοβουλγαρική μπουρζουαζία του ελληνικούς και βουλγαρικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας, ξεριζώνοντάς τους από τη γη των πατέρων τους για να την εποικίσει σύμφωνα με τα σωβινιστικά αγριανθρωπικά  της σχέδια. Ντοκουμέντο που, ενώ το στενογράφημά του στάλθηκε από τη Φολέγαντρο, δε δημοσιεύτηκε ποτές ως τώρα. Εξαφανίστηκε στα χέρια της σταλινικής φατρίας, επειδή ο τότε Γεν. Γραμματέας του Κόμματος διαφώνησε μαζί της και πέρασε στην αντιπολίτευση!
Είναι τέλος γνωστό ότι ο «αστικοδημοκρατικός μετασχηματισμός» στο πεδίο της «εθνικής ενοποίησης» πήρε την πιο τελειοποιημένη και σιχαμερή μορφή καπιταλιστικής εκμετάλλευσης με την «Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων» με την Εθνική Τράπεζα και τις βιομηχανίες που αναπτυχτήκανε πάνω στα κόκαλα των προσφύγων. Αυτές είναι που μεταβάλανε το έργο της «αποκατάστασης» των ομοεθνών προσφύγων και της ανταλλάξιμης περιουσίας σε μια κολοσσιαία κερδοσκοπική επιχείρηση του ντόπιου και ξένου χρηματιστικού κεφάλαιου και της ελληνικής βιομηχανίας.
Από την άποψη αυτή η ελληνική αστική τάξη είναι καιρός που έχει περάσει από το στάδιο του «αμυντικού εθνικισμού» για την εθνική ανεξαρτησία στο στάδιο του επιθετικού εθνικισμού. Κρατάει κιόλα στη Μακεδονία και στη Θράκη κάτω από τον  εθνικό της ζυγό ξένες μειονότητες. Είναι καθαρή ηλιθιότητα, ανάξια για συζήτηση, ο ισχυρισμός της 6ης Ολομέλειας ότι, εξόν από τάλλα, ακόμα κ’ επειδή μια χώρα καταπιέζει ξένες εθνικές μειονότητες, βρίσκεται τάχα μπροστά στην αστικοδημοκρατική της επανάσταση! Η Αγγλία τότε, και η Αμερική ακόμα, θα ήτανε τα πρότυπα «καθυστερημένων» χωρών, όπου η σοσιαλιστική επανάσταση θα ήτανε «μακρινή μουσική του μέλλοντος».
Η Ελλάδα, όπως άλλωστε και τ’ άλλα βαλκανικά κράτη, σχηματίστηκε πραγματικά με «ανεξάρτητη» κρατική υπόσταση στις αρχές του 19ου αιώνα σαν προϊόν των διπλωματικών μηχανορραφιών στα ευρωπαϊκά αναχτοβούλια (Ρόζα Λούξεμπουργκ). Όταν η μεγάλη αρχηγίνα του γερμανικού Σπάρτακου έγραφε αυτό, δε φανταζότανε φυσικά ποτέ της πως θα βρισκόντανε κάποιοι «λενινιστές» στην Ελλάδα να την κατηγορήσουν ότι λησμόνησε την εξέγερση των καταπιεζομένων Ελλήνων χωρικών του 1821 ενάντια στον εθνικό και κοινωνικό ζυγό των  Τούρκων μπέηδων και πασάδων. Είχε μονάχα υπόψη της ότι η περιπλοκή του ανατολικού ζητήματος, πούφερε η επανάσταση του Εικοσιένα, προκάλεσε μια καινούργια όξυνση της σύγκρουσης στα ευρωπαϊκά διπλωματικά παρασκήνια ανάμεσα σε κείνους που λυσσασμένα κρατούσανε τη θέση της «σωτηρίας του μεγάλου άρρωστου» (Μέτερνιχ) και τους άλλους (Αγγλία, Ρωσία, Γαλλία). Τούτοι, για ν’ αποσοβήσουνε την απειλουμένη κιόλα πριν από το 1821 αποκλειστική ηγεμονία του ενός απ’ αυτούς (Ρωσία) στη μικρή μα στρατηγικά σημαντική γωνιά αυτή της Βαλκανικής, μηχανεφτήκανε στο 1832-1833, ύστερ’ από μακρόσυρτα διπλωματικά παζαρέματα, ένα συμβιβασμό: την κοινή μοιρασιά της «προστασίας» του καινούργιου κρατιδίου («Υψηλαί Προστάτιδες Δυνάμεις»). Ακόμα και λιγοστά μόνο από τα σχετικά ιστορικά στοιχεία που έχει συλλέξει ο Γιάννης Κορδάτος στα δυό έργα του «Κοινωνική σημασία της Επανάστασης του 21» και «Νεοελληνική Πολιτική Ιστορία» τομ. 1, θα μπορούσανε να διδάξουν πάρα πολλά στους σύγχρονους ανιστόρητους αστούς ιστορικούς της «εθνικής παλιγγενεσίας» μας, μα περισσότερα στους πρωτότυπους στρατηγούς της ελληνικής προλεταριακής επανάστασης, που αγνοούνε την αληθινή ιστορία της ελληνικής εθνικής επανάστασης.
Παρόμοια γενεσιουργία είχανε μετά τον πόλεμο τα μικρά κράτη που προήλθαν από τη διάλυση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και τα Βαλτικά. Όλες αυτές οι τυπικά ανεξάρτητες χώρες βρίσκουνται σε σχέση οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις της Δύσης και από τα μεγάλα κέντρα του χρηματιστικού κεφάλαιου αυτών των Δυνάμεων (Λόντρα, Παρίσι).
Η διείσδυση του ξένου χρηματιστικού κεφάλαιου μέσα σε αποφασιστικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας, οι έντονες μορφές δημοσιονομικής υποτέλειας της Ελλάδας (ΔΟΕ), παίζουν αναμφισβήτητα ένα σημαντικό ρόλο και απομυζούνε για το ξένο κεφάλαιο ένα μεγάλο μέρος από την υπεραξία που παράγει το προλεταριάτο και ο εργατικός μας λαός γενικά.
Ανεξάρτητα όμως από την ακριβή έχταση της υποτέλειας αυτής στην καθαρά οικονομική της εμφάνιση, που δε μπορεί βέβαια να καθοριστεί με τις απλά και μόνο προπαγανδιστικές γενικολογίες της απόφασης της 6ης Ολομέλειας («ηγεμονία του ξένου κεφάλαιου πάνω στο ντόπιο» κττ.), είναι αναμφισβήτητο ότι, διαφορετικά από τις αποικιακές και μισοαποικιακές (μισο)φεουδαρχικές χώρες, η ντόπια καπιταλιστική μας τάξη, συνυφασμένη εξαρχής με το ξένο κεφάλαιο και με τη βοήθειά του, κρατάει σήμερα στα χέρια της τους αποφασιστικούς τομείς της οικονομικής ζωής και την πολιτική του τόπου, και τους έχει δώσει τη δική της ταξική σφραγίδα.
Όλα τα παραπάνω γεγονότα από τη μια μεριά κάνουνε πιο έντονο τον καπιταλιστικό χαραχτήρα της ελληνικής οικονομίας και την αδιάλυτη περιπλοκή της στο σύστημα της διεθνικής αλληλεξάρτησης. Από την άλλη μεριά θέτουνε πραγματικά το πρόβλημα της πάλης με τον ξένο ιμπεριαλιστικό ζυγό. Μα το θέτουν όχι σαν πρόβλημα καμιάς ιδιαίτερης εθνικής αστικοδημοκρατικής επανάστασης, μα αδιάσπαστα ενωμένο με το καθήκον της προλεταριακής σοσιαλιστικής επανάστασης. Το θέτουνε με τρόπο ανάλογο όπως μπαίνει το πρόβλημα αυτό και σε μια σειρά πιο προχωρημένες καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης λ.χ., που, «ανεξάρτητες» κρατικά, βρίσκουνται σε αντίστοιχη υποτέλεια από τον ξένο ιμπεριαλισμό. Σε μια πολύ χειρότερη τέτοιου είδους υποτέλεια βρίσκεται σήμερα με τη συνθήκη των Βερσαλιών η Γερμανία. Μια ανάλογη δημοσιονομική εξάρτηση έχουμε γενικότερα όλης της Ευρώπης, οφειλέτριας στο μεγάλο πόλεμο, από τις πιστώτριες Ενωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής.

Η 6η Ολομέλεια της σταλινικής ομάδας ουσιαστικά ξαναπαίρνει στο σημείο τούτο την αρχειομαρξιστική θέση που βγαίνει κατευθείαν από την «ελληνική κερενσκυάδα»: Στην επανάσταση που θ’ ανατρέψει την ελληνική καπιταλιστική τάξη από την εξουσία, βάζει για καθήκον την εθνικοποίηση των «ξένων» επιχειρήσεων, κ’ έτσι θέλει να δώσει στο πρόγραμμα της επανάστασης αυτής έναν... εθνικό χαραχτήρα! Είναι αδύνατο να περάσουμε στη δικτατορία του προλεταριάτου αν πρωτύτερα ένα άλλο αστικοδημοκρατικό «εργατοαγροτικό» καθεστώς δεν εθνικοποιήσει τις «ξένες» επιχειρήσεις!
Έχοντας την ίδια με τον αρχειομαρξισμό μικροαστική στενοκεφαλιά, η σταλινική ομάδα δεν είναι σε θέση να νοιώσει ότι μια τέτοια επέμβαση στην καπιταλιστική ιδιοχτησία είναι καθαρή ουτοπία από οποιαδήποτε άλλη – ας λέγεται κ’ «εργατοφτωχομεσαία» - εξουσία, έξω από τη δικτατορία του σοσιαλιστικού και διεθνιστικού προλεταριάτου. Γιατί θίγει τις ελληνικές βάσεις του διεθνικού χρηματιστικού κεφάλαιου. Γιατί «ξένες» επιχειρήσεις με απόλυτη χημική καθαρότητα στην πραγματικότητα δεν υπάρχουνε στην Ελλάδα, αφού στο μετοχικό τους κεφάλαιο είναι μπασμένο και το ελληνικό, είτε άμεσα, είτε μέσο της Εθνικής Τράπεζας, είτε μέσο του σημαντικού ελληνικού κεφάλαιου που στο εξωτερικό ντύνεται με ελληνικές αξίες. Γιατί τέλος η επέμβαση σε οποιεσδήποτε καπιταλιστικές επιχειρήσεις, ας είναι και τις «ξένες», είναι προσβολή της αρχής της αστικής ιδιοχτησίας, προσβολή που από τη λογική φύση της δε μπορεί να περιοριστεί από εθνικούς χρωματισμούς.
Για το ελληνικό προλεταριάτο η πάλη για την «εθνικοποίηση» της Πάουερ, της Φανουντέσιον κλπ. δεν είναι άλλη παρά μια μόνο και ενιαία επαναστατική πάλη για την προλεταριακή εθνικοποίηση όλων των καπιταλιστικών επιχειρήσεων τόσο της Πάουερ όσο και της Ελληνικής Οικοπνευματοποιίας, τόσο της «ξένης» Τράπεζας Αθηνών όσο και της «δικής μας» Εθνικής Τράπεζας. Είναι πάλη για την απαλλοτρίωση όλων των απαλλοτριωτών, δηλαδή πάλη για την προλεταριακή επανάσταση και για το σοσιαλισμό.
Η σταλινική Ολομέλεια με τη θεωρία της για την άμεση απαλλοτρίωση των ξένων καπιταλιστών, όχι όμως και την άμεση απαλλοτρίωση των «δικών μας», πραγματοποιεί το ποιητικό σχήμα της τραγικής ειρωνείας του αρχαίου δραματουργού: Για ν’ αποφύγει αυτό που δε θέλει, διαλέγει εκείνα τα μέσα που αναπόφευχτα ίσα-ίσα το φέρνουνε για δυστυχία της. Για ν’ αποφύγει την «άμεση», την «κατευθείαν» σοσιαλιστική επανάσταση, γαντζώθηκε στην άμεση απαλλοτρίωση του ξένου κεφάλαιου που δε μπορεί λογικά και φυσικά να γίνει δίχως και την άμεση απαλλοτρίωση και του «δικού μας».

2.    Η διείσδυση του ξένου κεφάλαιου στην Ελλάδα

Η στατιστική παρακολούθηση της κίνησης των ξένων κεφαλαίων που τοποθετούνται είτε στα δάνεια, είτε στον παραγωγικό εφοδιασμό της χώρας, είναι δυσχερέστατη αν όχι αδύνατη, όπως αποφαίνουνται οι ειδικοί, και ιδιαίτερα στην Ελλάδα με τις ελλείψεις της στατιστικής της. Υπολογισμούς στατιστικούς αποπειραθήκανε για την Ελλάδα δυό ξένοι οικονομολόγοι παλιότερα. Ο καθηγητής Ξ. Ζολώτας, με βάση νεότερους υπολογισμούς του Θ. Καψάλη, λογαριάζει τα τοποθετημένα στην Ελλάδα ξένα κεφάλαια, έξω από τα δάνεια, το 1928 σε 500.000.000 χρυσά φράγκα. Το χρονιάτικο εισόδημά τους 35.000.000 χρυσά φράγκα. Οι πίνακες της ΔΟΕ λογαριάζουν ότι από τα τοκομερίδια των εθνικών χρεογράφων το 1924, τα 33,4% πληρωθήκανε στην Αγγλία, 43% στη Γαλλία, 21,7% στην Ελλάδα. Από δω συμπέρασμα με απόλυτη αξία δε βγαίνει για την εθνικότητα. Ο Ν. Πολίτης σε μια διάλεξή του λογαριάζει ότι στα 1924 οι «ημεδαποί» καπιταλιστές κατείχανε πάνω από 55% των ελληνικών χρεογράφων.
Ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Δ. Στεφανίδης που μελέτησε ειδικά το ζήτημα σε ένα αξιοσημείωτο αληθινά έργο του («Εισροή ξένων κεφαλαίων» 1930) λογαριάζει, με βάση λεπτομερέστατες αναζητήσεις στη δυσκολοερεύνητη αυτή περιοχή, ότι δεν είναι μικρότερο από 375.000.000 χρυσά φράγκα το ξένο κεφάλαιο το τοποθετημένο σε λογής-λογής επιχειρήσεις προνομιούχες και μη (εξόν από τα εθνικά δάνεια). Τα κεφάλαια αυτά ανήκουνε τα περισσότερα σε Άγγλους και Γάλλους κεφαλαιούχους. Ύστερα έρχουνται οι Βέλγοι, Αμερικάνοι και Γερμανοί. Οι σπουδαιότερες επιχειρήσεις όπου απομυζάει υπεραξία το ξένο χρηματιστικό κεφάλαιο, είτε μονάχο του, είτε μαζί με το ντόπιο – κανένας δεν καθόρισε ποτέ πόσο μονάχο του -, είναι σήμερα το συγκρότημα Πάουερ, η εταιρεία αποξήρανσης Κωπαΐδας, οι τράπεζες Αθηνών και Ιονική, οι εταιρίες σιδηροδρόμων Πελοποννήσου και Θεσσαλίας, η εταιρία σιδηροδρόμου Αλεξανδρούπολης – Σβίλενγκραντ, οι εταιρίες Υδάτων και Ηλεχτρική της Θεσσαλονίκης, η Ελληνική Εταιρία Οίνων και Οινοπνευμάτων, η Εταιρία Αεριόφωτος στην Αθήνα, η Ελληνική Ηλεχτρική Εταιρία, διάφορες ξένες μεταλλευτικές επιχειρήσεις, κυριότερή τους η γαλλική του Λαύριου, και τέλος διάφορες καπνεμπορικές, ασφαλιστικές και ταπητουργικές επιχειρήσεις. Απέναντι σ’ αυτά πρέπει να λογαριάσει κανείς τα ελληνικά κεφάλαια τα τοποθετημένα στο εξωτερικό, που το εισόδημά τους μπαίνει στο ενεργητικό της εθνικής μας καπιταλιστικής οικονομίας. Είναι πολύ λιγότερα από τα τοποθετημένα εδώ ξένα. Λογαριάζουν όμως οι ειδικοί πως τα ελληνικά κεφάλαια τα τοποθετημένα πρόσκαιρα (βραχυπρόθεσμα) στο εξωτερικό είναι πολύ πιο μεγάλα από τα όμοια τοποθετημένα εδώ ξένα. Στο εισόδημα της καπιταλιστικής μας οικονομίας από το εξωτερικό μπαίνουμε και οι πολεμικές επανορθώσεις που πέτυχε η ελληνική μπουρζουαζία με τις συμφωνίες του Σπα και την τελευταία της Χάγης. Σκεπάζουνε τα πολεμικά μας χρέη αφήνοντας μάλιστα και κάποιο υπόλοιπο.
Ο ίδιος καθηγητής Δ. Στεφανίδης (στο ίδιο, σελ. 309) παίρνοντας για σωστό το μέσο όρο από τους αριθμούς που δίνουν οι διάφορες στατιστικές για το εθνικό ελληνικό εισόδημα, δηλαδή 40 δισεκατομμύρια σταθεροποιημένες δραχμές – υπολόγιζε στα 1930 πως περίπου 5,15% μόνο από το εισόδημα αυτό είναι  ό,τι κάθε χρόνο παίρνει γενικά (μαζί με τοκοχρεολύσια των εθνικών δανείων) το ξένο κεφάλαιο από μακρόχρονες τοποθετήσεις στην Ελλάδα. Το ποσοστό αυτό, όσο και νάναι μικρότερο από το αληθινό, μας δίνει πάντα μια ιδέα για τη σχετική αξία πούχουν οι αόριστοι χαραχτηρισμοί για οικονομική «κυριαρχία», «ηγεμονία» κλπ. του ξένου κεφάλαιου πάνω στην ελληνική κεφαλαιοκρατία.
Γενικότερα όμως πρέπει να σημειωθεί ότι ο εισηγητής και επεξηγητής της σταλινικής απόφασης Κούτβης δε μας εξήγησε πόσο είναι το «ντόπιο» και πόσο το «ξένο» μέρος στα μετοχικά κεφάλαια λ.χ. της «ξένης» Τράπεζας Αθηνών, για να δούμε σε τι βαθμό μπορούμε να την πούμε ξένη. Ύστερα, όλοι ξέρουνε πόσο σχετική και απατηλή είναι άξαφνα η ονομασία «Εθνική Τράπεζα» αν πάρουμε υπόψη την ιδιαίτερη βαρύτητα που έχει για το κεφαλαιό της η μεγάλη φινάντσα της Λόντρας και του Παρισιού. Η περιπλοκή «ξένου» και «ντόπιου» είναι απόλυτη, ο «μιχτός» τύπος είναι επικρατέστερος και η σταλινικοαρχειομαρξιστική θεωρία της «εθνικοποίησης των ξένων εταιριών» στριφογυρίζει μέσα σ’ ένα φαύλο κύκλο.
Μέσα σ’ αυτό το φαύλο κύκλο κλωθογυρίζουν οι δυό κομφουζιονιστικές μας ομάδες, σταλινική και αρχεία, και, σαν επαρχιώτισες που πέσανε ξάφνου ανάμεσα στους ιλιγγιώδεις καθρέφτες κάποιου ευρωπαϊκού λούνα-παρκ, βλέπουνε, καταθαμπωμένες, ανάποδα και μπερδεμένα όλα τα πράγματα και τον εαυτό τους: Το γαλάζιο  γίνεται στα μάτια τους αστέρια, ο Χαρίλαος από ρωμιός δήμαρχος γίνεται φράγκος κλητήρας, ο Χάμπρο προϊστάμενος κι ο Λοβέρδος απλός παραγγελιοδόχος, ο ετερόρρυθμος εταίρος τσιφλικάς και ο ομόρρυθμος κολίγος.

3. Η αστικοδημοκρατική επανάσταση
και ο Αρχειομαρξισμός


Πόσο τεχνητή και ψεύτικη ήταν η σύνδεση του Αρχειομαρξισμού με τη Διεθνή Κομμουνιστική Αριστερά,  θάφτανε ίσως να μας το δείξει και μόνη η αρχειομαρξιστική θεωρία για την «εθνικοποίηση των ξένων εταιριών». Είναι γέννημα μιας άλλης θεωρίας, της «ελληνικής κερενσκυάδας του 1933».
Για το Αρχείο η ανάδειξη στην εξουσία του αντιδραστικού στρατιωτικοκαπιταλιστικού συγκροτήματος Κονδύλη – Μεταξά – Τσαλδάρη – Λοβέρδου στις 6 Μάρτη 1933 ήτανε μια ... «ανατροπή της κεφαλαιοκρατικής ολιγαρχίας» από τους μικροαστούς που «έσερναν ξοπίσω τους τις εργατικές μάζες στον αγώνα για δημοκρατικές ελευθερίες και για οικονομικές αναλογίες (η 6 Μαρτίου) υπήρξε μια Φεβρουαριανή Επανάσταση»! («Πάλη των Τάξεων» 6-4-1933). Δηλαδή μια αστική δημοκρατική επανάσταση σαν τη ρωσική του Φλεβάρη 1917, πούφερε ύστερα τον Κερένσκι στην εξουσία. Αν οι σταλινικοί βλέπουνε μια αστικοδημοκρατική επανάσταση νάρχεται, το Αρχείο την είδε κιόλα συντελεσμένη στα 1933 με επικεφαλής το ένα από τα στρατιωτικοπολιτικά συγκροτήματα της ελληνικής μπουρζουαζίας! Και οι δυό καλούνε το προλεταριάτο για την «ολοκλήρωσή» της. Το Αρχείο έχει τραβήξει κιόλα τις λογικές συνέπειες του νέου αστικοδημοκρατικού προσανατολισμού του: Κάλεσε κι αυτό την προλεταριακή τάξη για την «εθνικοποίηση των ξένων εταιριών» («Πάλη των Τάξεων», σειρά άρθρα Σεπτέμβρη 1932-Μάρτη 1933) και ακόμα για ενιαίο μέτωπο «κατά της κεφαλαιοκρατίας» με τις διάφορες αντιδραστικές μερίδες των λεγομένων «Αγροτικών Κομμάτων» Σοφιανόπουλου, Χατζηγιάννη, Μυλωνά, που, όπως και η πείρα σε λιγοστούς μήνες τόδειξε, ήταν απλά βοηθητικά εξαρτήματα των δυό αστικών συγκροτημάτων, στηριγμένα σε εκμεταλλευτικά στοιχεία του χωριού και σε αγοραία ψευτοριζοσπαστική δημαγωγία. Οι πολιτικές αυτές πράξεις του Αρχείου είναι οι  σημαντικότερές του ύστερ’ από το 1930, δηλαδή τρία ολάκαιρα χρόνια μετά την επίσημη σύνδεσή του με το σ. Τρότσκι. Αυτές διαψεύδουνε ολοφάνερα τις ελπίδες μερικών αντιπολιτευομένων πως ο σ. Τρότσκι θα άλλαζε ποτέ την αληθινή φύση του Αρχείου. Οι πράξεις αυτές και τα συνθήματα αυτά βρίσκουνται ολότελα  πάνω στο ίδιο αντικομμουνιστικό πνεύμα του σύνολου της παλιότερης ιστορικής δράσης του Αρχείου. Από το 1923: «όχι  μόνο παθητική μα και εχθρική στάση απέναντι σε κάθε πολιτική και συνδικαλιστική δράση των εργατών» (Εγκύκλιο του Αρχείου 1928), - μόρφωση, όχι δράση σε περίοδο μεγάλων πολιτικών και οικονομικών αγώνων του ελληνικού προλεταριάτου, - συστηματική καλλιέργεια του μίσους ενάντια σε κάθε επαναστατική οργάνωση, χτύπημα, και με τρομοκρατικά μέσα, και διάσπαση της επαναστατικής πτέρυγας στο συνδικαλιστικό κίνημα, διάλυση ένοπλη συνεδρίων της τελευταίας, - μασονικός απολυταρχικός τύπος οργάνωσης. Αργότερα: «Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν έχουν σκοπόν την επιβολήν καλυτέρου κοινωνικού καθεστώτος» (κοινή διακήρυξη εργατοκαπήλων, ρεφορμισμού και Αρχειομαρξισμού, «Πάλη Τάξεων» 24-4-1933), - «κερενσκυάδα» Κονδύλη – Τσαλδάρη, -  πρόγραμμα (σαν το τωρινό σταλινικό) αστικοδημοκρατικής «εθνικοποίησης ξένων εταιριών», ενιαίο μέτωπο «κατά του καπιταλισμού» με τις αστικές αγροτικές μερίδες Σοφιανόπουλου, Χατζηγιάννη κλπ. στα 1933-1934*.

 


* Στις τελευταίες δημοτικές εκλογές Φλεβάρη 1934 πραγματικά το λεγόμενο «Σοσιαλιστικό Κόμμα της Ελλάδας» που το αποτελούν ο γνωστός βενιζελοσοσιαλιστής κ. Γιανιός, η νεότερη και συγχρονισμένη «αριστερή» του έκδοση ο κ. Σωμερίτης και ο γνωστότερος ρεφορμιστής κ. Στρατής, τάχτηκε με επίσημη ανακοίνωσή του στο πλευρό του αρχειομαρξιστή υποψήφιου δήμαρχου, που κατέβηκε στις εκλογές ίσα-ίσα για ν’ αποδείξει ακόμα μια φορά ότι το αρχειομαρξιστικό κόμμα στην Ελλάδα είναι μια ολωσδιόλου άμαζη αίρεση. Καθώς ξέρουν όλοι, από τους ηγέτες του σοσιαλιστικού «Κόμματος» ο κ. Γιανιός προσχώρησε ιδεολογικά στην «Τρίτη Κατάσταση» της «Εστίας». «Διαγράφτηκε» γι’ αυτό από τους άλλους. Μα εξακολουθάει να διεκδικεί τον τίτλο του «Κόμματος» και έτσι το πράμα πάει λέοντας για τη γενική ευθυμία.

 

 


 

Όλη η γραμμή από την αρχή ως το τέλος εκφράζει ανάγλυφα το μικροαστικοεπαναστατικό οππορτουνιστικό χαραχτήρα και τις αντιδραστικές μέθοδες του Αρχειομαρξισμού σαν ιδιότυπου ρεύματος μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες εξέλιξης του ελληνικού εργατικού κινήματος.
Η αντίληψη αυτή για το Αρχείο βγήκε από τη μακρόχρονη πείρα κ’ ύστερ’ από πολλές συγχύσεις που προκαλέσανε σε όλους του κομμουνιστές οι δυσκολοξήγητες πολλές φορές και αντιφατικές εκδηλώσεις της αρχειομαρξιστικής «εργασίας». Αποτέλεσμα των συγχύσεων εκείνων, σε συνάφεια και με την ιδιαίτερη τότε όξυνση της κομματικής κρίσης, ήτανε και οι διατυπώσεις μας του 1926 για μια «ωφέλιμη για τον κομμουνισμό έξω από το Κόμμα εργασία» που τάχα μπορούσε να κάνει ο αρχειομαρξιστικός αντικομμουνισμός. Ανεξάρτητα και από την ορθή προσπάθεια της πρώτης αντιπολιτευτικής ομάδας να αποκαλύψει το λάθος του σταλινικού χαραχτηρισμού για το Αρχείο («αστυνομική», «χαφιεδική οργάνωση»), στο 3ο Συνέδριο κιόλας (1927) η Δήλωση της Αντιπολίτευσης έδειχνε ένα σωστότερο γενικά προσανατολισμό της στο ζήτημα του Αρχειομαρξισμού: «διαλυτική η προπαγάνδα του Αρχείου – εμπόδιο για τη συγκρότηση ισχυρού Κ.Κ. – υπομονετικός διαφωτισμός των εργατών του». («Ριζοσπάστης» 27 Ιούλη 1927).
Στο φως της ιστορικής πείρας από τότε μπορούμε να πούμε ότι το Αρχείο έκανε και κάνει στην Ελλάδα ό, τι θα έκανε κατά του επαναστατικού κινήματος μια κλασσική σοσιαλδημοκρατική οργάνωση σε πιο προχωρημένες χώρες με «κανονική δυτικοευρωπαϊκή» εξέλιξη του εργατικού κινήματος (ιδιότυπο «υποκατάστατο της σοσιαλδημοκρατίας μέσα στον ελληνικό κομμουνιστικό Πρωτογονισμό»)**. Τη δουλειά αυτή στην Ελλάδα ο μικροαστικός ψευτοαριστερισμός δε μπορούσε να την κάνει παρά με προκάλυμμα τα βιβλία του Λένιν και του Τρότσκι, κάποτε και με φιλολογία για «σοβιέτ» (σύνθημα του Αρχείου στα 1933). Γιατί το εργατικό κίνημα εδώ, από την αρχή της οργάνωσής του (1918-1919), ζυμώθηκε ολοκληρωτικά με το πνεύμα της Ρωσικής Επανάστασης. Ο σταλινισμός μέσα στο Κόμμα και το θεατρικό τυπικό της αρχειομαρξιστικής εμφάνισης με το  κύρος του σ. Τρότσκι εμποδίσανε μερικούς εργάτες να δούνε την ιστορική και πολιτική ουσία του Αρχείου. Αν ο επαναστατικός μαρξισμός τους βοηθήσει και τους διαφωτίσει, δεν πρόκειται ν’ αλλάξουνε τη φύση της μικροαστικής κλίκας του Αρχείου, να το κάνουνε προλεταριακή επαναστατική οργάνωση από μικροαστικοεπαναστατική που είναι. Αυτό είναι τετραγωνισμός του κύκλου. Θα μπορούσανε μόνο ή να εκτοπίσουνε τότε την κλίκα αυτή και, ανοιχτά αποκυρύχνοντας τον Αρχειομαρξισμό ως ιστορική και πολιτική αίρεση που βαρύνεται με εγκλήματα, να ενωθούνε με όλη την κομμουνιστική αριστερά, ή να τραβηχτούν οι λιγοστοί εργάτες του Αρχείου, διαφωτισμένοι μαρξιστικά, στην ενιαία οργάνωση της κομμουνιστικής αριστεράς. Αυτή την κατεύθυνση θα πάρουνε σίγουρα οι τελευταίες αξιοσημείωτες ζυμώσεις μέσα στο Αρχείο, με την προϋπόθεση ότι η μαρξιστική αριστερά θα κρατήσει ξεκαθαρισμένο από αυταπάτες το ιδεολογικό της μέτωπο απέναντι στον Αρχειομαρξισμό.

 


** Είναι περίεργο ότι ο μόνος από τους Έλληνες κομμουνιστές που αντιλήφθηκε το πραγματικό νόημα αυτού του χαραχτηρισμού μας ήταν ο υπερσταλινικός εξτρεμιστής Σεϊτανίδης. (Βλ. Π. Πουλιόπουλου. «Κομμουνισμός και Αρχειομαρξισμός», «Σπάρτακος» 1931-1932, 6-9).




 

VI. ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΗ ΑΡΝΗΣΗ

ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ

ΣΤΗΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ


(Από το Μαρξ στο Χίλφερντινγκ
και από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ στο Λένιν)


Γενικότερα μπορούμε να πούμε ότι η βαθύτερη ρίζα του σφαλερού προσανατολισμού που δίνει στο Κόμμα η 6η Ολομέλεια βρίσκεται στην άγνοια της ουσίας του ιμπεριαλισμού σαν τελευταίας φάσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, μόλο το φρασεολογικό πληθωρισμό της απόφασης σχετικά με τον ιμπεριαλισμό.
Είναι γνωστή η ιστορική τροπολογία Ρόζας Λούξεμπουργκ – Λένιν στην απόφαση του Παγκόσμιου Συνέδριου της 2ης Διεθνούς στο Στούτγαρτ (1907). Στο όνομα της αριστεράς της Ρωσικής (μπολσεβίκοι) και Πολωνικής Σοσιαλδημοκρατίας η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ύστερ’ από συνεργασία με το Λένιν αποκάλυψε τη δισταχτική και καιροσκοπική θέση των Μπέμπελ, Κάουτσκι κλπ. που υποχωρούσανε με τη διατύπωσή τους στον εθνικορεφορμισμό του Βόλμαρ. Υποστήριξε ότι η απόφαση του Συνέδριου για τον απειλούμενο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο θάπρεπε να θέτει ξεκάθαρα και το καθήκον της μετατροπής του σε παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση, ότι το διεθνικό προλεταριάτο όφειλε να επωφεληθεί από την κρίση του πολέμου για να καταλύσει επαναστατικά την αστική κυριαρχία.
Στα λόγια έγινε δεχτή τούτη η τροπολογία από το Συνέδριο. Μα η βαθύτερη επίγνωση για την οικονομική και πολιτική ουσία της Ιμπεριαλιστικής Εποχής, που ακριβώς έκανε αναγκαία εκείνη τη θέση, έλειπε από τα περισσότερα μέλη του Συνέδριου. Όλη η αριστερή πτέρυγα και το κέντρο ακόμα στη 2η Διεθνή παίρνανε τότε  σαν από πριν γνωστή αυτή την ουσία. Και όμως η πείρα απόδειξε το αντίθετο.
Ο Ρούντολφ Χίλφερντινγκ στο «Χρηματιστικό Κεφάλαιό»* του είχε προσπαθήσει μ’ επιτυχία να δώσει μια οικονομική θεωρία για τα νέα φαινόμενα του ιμπεριαλισμού.


*Ένα μικρό του μέρος από την αρχή μεταφράστηκε ελληνικά από το Κ. Σκλάβο, έκδ. Γκοβόστη 1934.



Μια συνθετική θεωρητική επεξεργασία πάνω στο συνολικό σύμπλεγμα αυτών των φαινομένων έδωσε ίσαμε τώρα μόνο η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Βασισμένη στην κλασική μαρξική ανάλυση, μας ζωντάνεψε τον ιμπεριαλισμό σαν αδήριτη συνέπεια της αναπαραγωγικής και συσσωρετικής λειτουργίας του ίδιου του καπιταλισμού. Έτσι μπόρεσε για πρώτη φορά αυτή να ενσωματώσει οργανικά μέσα στη γενική ιστορικοϋλιστική διδασκαλία του μαρξισμού το ιδιαίτερο φαινόμενο του ιμπεριαλισμού και να δώσει στη «θεωρία της κατάρρευσης» ένα συγκεκριμένο οικονομικό θεμέλιο.
Η ελληνική επαναστατική φιλολογία πρέπει το  γρηγορότερο ν’ αποχτήσει κι αυτή το βασικό έργο της Ρόζας Λούξεμπουργκ «Συσσώρευση* του Κεφάλαιου», παράλληλα με τη συμπλήρωση της έκδοσης του «Κεφάλαιου» του Μαρξ, που τεχνικές δυσκολίες το καθυστερήσανε τόσο πολύ.
Συνοψίζοντας η Ρόζα, με την αναγνωρισμένη κι από τους αντίπαλους σπάνια μαεστρία της, όλη τη θεωρία της στην περίφημη πολεμική με τον  Otto Bauer, καταλήγει: « Έτσι ο καπιταλισμός, με την αλληλεπίδραση των εξωκαπιταλιστικών κοινωνικών κύκλων και χωρών, απλώνεται ολοένα και πιο πολύ. Κάνει συσσώρευση κεφάλαιου σε βάρος τους, μα ταυτόχρονα, βήμα με βήμα, τους καταβροχθίζει και τους εκτοπίζει για να μπει αυτός στη θέση τους. Μα όσο πιο πολλές καπιταλιστικές χώρες παίρνουνε μέρος σ’ αυτό το κυνήγι για περιοχές συσσώρευσης και όσο πιο σπάνιες γίνουνται οι εξωκαπιταλιστικές περιοχές που μένουν ακόμα ανοιχτές για το παγκόσμιο ξάπλωμα του κεφάλαιου, τόσο πιο λυσσασμένη γίνεται η  συναγωνιστική πάλη του κεφάλαιου για την κατάχτηση των περιοχών της συσσώρευσης. Τόσο οι επιδρομές του μετατρέπουνται πάνω στην παγκόσμια σκηνή σε μια αλυσίδα από οικονομικές και πολιτικές καταστροφές: παγκόσμιες κρίσεις, πολέμους και επαναστάσεις. Μ’ αυτήν όμως τη διαδικασία το κεφάλαιο προετοιμάζει με δυό τρόπους την κατάρρευσή του.  Από τη μια μερικά γιατί με την επέχτασή του σε βάρος όλων των μη καπιταλιστικών μορφών παραγωγής τρέχει γοργά να φτάσει στη στιγμή όπου ολόκληρη η ανθρωπότητα θ’ αποτελείται στην πραγματικότητα από καπιταλιστές μονάχα και μισθωτούς προλετάριους και όπου γι’ αυτόν το λόγο ίσα-ίσα γίνεται αδύνατη πια κάθε νέα επέχταση, άρα κάθε συσσώρευση του κεφάλαιου. Ταυτόχρονα, από την άλλη μεριά, όσο η τάση αυτή γίνεται πραγματικότητα, τόσο το κεφάλαιο οξύνει τις ταξικές αντιθέσεις και τη διεθνική οικονομική και πολιτική αναρχία σε τέτοιο σημείο που, πολύ καιρό προτού φτάσει ο κόσμος στην τελευταία συνέπεια της οικονομικής εξέλιξης – στην απόλυτη και αποκλειστική κυριαρχία της καπιταλιστικής παραγωγής – θα προκαλέσει αναγκαστικά την εξέγερση του παγκόσμιου προλεταριάτου ενάντια στο καθεστώς της καπιταλιστικής κυριαρχίας». (Rasa Luxemburg, Die Akkumulation des Kapitals, II Band, Eine Antikritik, Leipzig 1921, S. 21).


* Ο κ. Σωμερίτης μεταφράζει  επισώρευση. Εννοιολογικά η απόδοση είναι πραγματικά πιο πετυχημένη. Όχι κυρίως επειδή πρόκειται για τον λατινικό όρο a c cumulatio (Akkumulation)  μα γιατί η μαρξική έννοια του όρου στο «Κεφάλαιο» είναι: μάζεμα επιπρόσθετο νέας υπεραξίας πάνω στο συσσωρευμένο κιόλα κεφάλαιο. Δηλαδή κατοπινή ε π ι σώρευση. Μόνο η πρωταρχική (ursprungliche Akkumulation) θα μπορούσε απ’ αυτήν την άποψη να ονομαστεί συσσώρευση. Ωστόσο ο ελληνικός όρος πολιτογραφήθηκε και η διαφορά είναι όχι σημαντική.



Ωστόσο οι βαθυστόχαστες αυτές οικονομικές αναλύσεις, που δίνανε μια στέρεα θεωρητική θεμελίωση στην πολιτική των προλεταριακών κομμάτων, αποδείχτηκε το 1914 πως δε βοηθήσανε καθόλου τη διεθνική Σοσιαλδημοκρατία στον πολιτικό της προσανατολισμό. Την εξήγηση της ιστορικής προδοσίας της στο μεγάλο Ιμπεριαλιστικό Πόλεμο, δε θα τη δούμε μονάχα στο ψυχολογικό, ηθικό κλπ. πεδίο. Είναι σφαλερό πως η Σοσιαλδημοκρατία εχτιμούσε πριν «ορθά» τον  ιμπεριαλισμό, μα ύστερ’ από δειλία μόνο και αμφιταλάντευση εγκατέλειψε τις σημαίες του Σοσιαλισμού. Έχει απόλυτα δίκιο ένα Ούγγρος μαρξιστής, ο G. Lucacs, όταν διαπιστώνει ότι η θέση που πήρανε τα διάφορα σοσιαλιστικά ρεύματα τον Αύγουστο του 1914 είναι η λογική συνέπεια της ως τότε σφαλερής θεωρητικής, ταχτικής κλπ. τοποθέτησής τους απέναντι στον ιμπεριαλισμό συνολικά. Αυτό δεν άργησε να εκδηλωθεί καθαρότερα. Το αποκάλυψε η εμφάνιση των νέων επισήμων σοσιαλδημοκρατικών θεωριών του Κ. Κάουτσκι για τον «υπεριμπεριαλισμό», του Χίλφερντινγκ για την «ειρηνική οικονομική δημοκρατία» μέσα σ’ έναν εξελισσόμενο «οργανωμένο καπιταλισμό» κλπ. Την ουτοπιστικότητα και την αντιδραστικότητα της καουτσκιανής θεωρίας για τον «υπεριμπεριαλισμό» την ανασκεύασε ο Ν. Λένιν στη μικρή μπροσούρα του «Ο ιμπεριαλισμός τελευταία φάση του καπιταλισμού». Οι πρόσφατες θεωρίες του Χίλφερντινγκ από την άλλη μεριά, που είναι ο κυριότερος θεωρητικός της Σοσιαλδημοκρατίας σήμερα, είναι απλή και καθαρή αναίρεση των ορθών επαναστατικών συμπερασμάτων που είχε βγάλει είκοσι χρόνια πρωτύτερα ο ίδιος με το «Χρηματιστικό Κεφάλαιό» του. Ωστόσο το 1920 και 1923 τόβλαλε ξανά στη Γερμανία και στη Βιέννη δίχως καμιά μεταβολή. Να τι διαβάζει κανείς εκεί που σήμερα φαίνεται απίστευτο νάχει βγει από την πένα του μεγάλου θεωρητικού της Σοσιαλδημοκρατίας:

«Το χρηματιστικό κεφάλαιο στην τελειότερή του μορφή είναι ο ανώτατος βαθμός συγκέντρωσης της απόλυτης οικονομικής και πολιτικής δύναμης στα χέρια της καπιταλιστικής ολιγαρχίας. Ολοκληρώνει τη δικτατορία των Μεγιστάνων του Κεφάλαιου. Ταυτόχρονα κάνει τη δικτατορία των εθνικών καπιταλιστικών κυριάρχων της μιας χώρας όλο και πιο ασυμβίβαστη με τα καπιταλιστικά συμφέροντα της άλλης χώρας, και κάνει την κυριαρχία του κεφάλαιου στην κάθε χώρα όλο και πιο ασυμβίβαστη με τα συμφέροντα των λαϊκών μαζών, που τις εκμεταλλεύεται το χρηματιστικό κεφάλαιο, μα και που τις ξεσηκώνει στον αγώνα. Στο τέλος, μέσα στην κολοσσιαία σύγκρουση των εχθρικών  συμφερόντων, τη δικτατορία των Μεγιστάνων του Κεφάλαιου την αντικατασταίνει η Δικτατορία του Προλεταριάτου». (Rudolf Hilferding,  Das Finanzkapital, Wien 1923, S. 477) *.


* Μια συνοπτική μα περιεχτική και δυνατή κριτική στις τελευταίες θεωρίες του Χίλφερντινγκ για τον «οργανωμένο καπιταλισμό» έδωσε ο σ. Μ. Rubinstein  με το έργο του, που σημείωσε περισσότερες εκδόσεις: Die Conzentration des Capitals und die Aufgaben der Arbeiterklasse, 2. Aulf. 1924, S. 98  κ. εφ.



Αντίθετα με τις κατοπινές παλινωδίες του Χίλφερντινγκ, η αντίληψη του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό, μόλο που βασικά στηρίζεται στις παλιές θεωρητικές αναλύσεις του Χίλφερντινγκ και δε μας δίνει στην πρώτη ματιά σχεδόν τίποτα καινούργιο από οικονομική άποψη, ωστόσο αποτελεί μια ασύγκριτη θεωρητική συμβολή στο μαρξισμό. Συνθέτει τη γενική οικονομική θεωρία του ιμπεριαλισμού, σφιχτοδένοντας την σε μια αυστηρή λογική αλληλουχία με όλα τα κοσμοϊστορικά συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα της εποχής που ζούμε.  
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, αποδείχνοντας με άφταστη βαθύνοια ότι συνέπεια από τους ίδιους τους νόμους της συσσωρευτικής λειτουργίας του καπιταλισμού είναι το πέρασμα «στην εποχή των αποικιακών πολέμων, στο μονοπώλιο, στην εξαγωγή του κεφάλαιου, στην προοδευτική εξάντληση των εξωκαπιταλιστικών σφαιρών, στους πολέμους και στις επαναστάσεις», μας έδωσε τη γενική θεωρία για το σύνολο της εποχής. Η ιστορική αξία του Λένιν στάθηκε ότι πέρασε και στις συγκεκριμένες πολιτικές απαιτήσεις που θέτει η εποχή αυτή στην ανθρωπότητα, και πρώτ’ απ’ όλα στο προλεταριάτο. Έτσι μας έδωσε τη θεωρία της συγκεκριμένης παγκόσμιας κατάστασης που δημιούργησε ο ιμπεριαλισμός, την ορθή τοποθέτηση όλων των ειδικών επαναστατικών προβλημάτων της και την ορθή συγκεκριμένη λύση τους. Κ’ εδώ βρίσκεται η μεγάλη θεωρητική συμβολή του στο μεγαλόπρεπο οικοδόμημα του Επιστημονικού Κομμουνισμού. Αυτή δεν έχει καμιά σχέση με το σταλινικό μυθικό κατασκεύασμα κάποιου νεομαρξισμού με το όνομα «λενινισμός», που ξεκινάει από την απατηλή και μεθοδολογικά αστήριχτη ιδέα πως τάχα δημιούργησε ο Λένιν καμιά νέα θεωρία διακρινόμενη σε τίποτα από τις βασικές ιδέες του Επαναστατικού Μαρξισμού. Ο Λένιν σωστά έλεγε πάντα ότι είναι ένας απλός μαρξιστής και ότι τίποτα δεν άλλαξε, τίποτα δε «συμπλήρωσε» στη βασική θεωρία του μαρξισμού, αλλά απλά και μόνο εφάρμοσε τη μέθοδο του μαρξισμού στα νέα φαινόμενα της εποχής μας, δίχως να βγάλει βασικά συμπεράσματα διαφορετικά από τους Δάσκαλους, για να μπορούμε να πούμε σήμερα πως ίδρυσε νέα θεωρία και σχολή. Μα γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, επειδή είναι αληθινός μαρξιστής ο Λένιν κι όχι κανένας «λενινιστής», είναι μεγάλη η θεωρητική συμβολή του στο ολοένα αναπτυσσόμενο δέντρο της  μαρξιστικής θεωρίας. Και μόνο όσοι δεν την κατανοήσανε βαθιά μπορούνε να μιλούνε περιφρονητικά για το Λένιν σα για ένα καλό «πραχτικό πολιτικό» του μαρξισμού. Γιατί μια από τις κεντρικότερες αντιλήψεις της μαρξιστικής μας κοσμοθεωρίας είναι: πως η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης δεν αποτελεί καμιά αντίθεση στην «καθαρή» θεωρία, παρά ίσα-ίσα είναι το κορύφωμα της πραγματικής θεωρίας, είναι το σημείο όπου η θεωρία αληθινά πραγματοποιείται και, μ’ αυτό, μετατρέπεται σε πράξη.

Αντικρίζοντας ο Λένιν τον ιμπεριαλισμό και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σαν αναγκαία συνέπεια της τάσης προς το απόλυτο μονοπώλιο και την αδάμαστη αναγκαιότητα των ιμπεριαλιστικών συγκρούσεων και παγκόσμιων καταστροφών,  αναλύει, με το ιστορικό πρίσμα του επίκαιρου καθήκοντος της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης ακόμα και τα προβλήματα της ταξικής διάρθρωσης όλων των χωρών του πλανήτη μας.
Έτσι όλα τα ζητήματα που η ανισομέρεια της καπιταλιστικής εξέλιξης άφησε σε διάφορες χώρες άλυτα ή μισολυμένα, μπαίνουνε κάτω από νέο ιστορικό φως: το αγροτικό, το αποικιακό, το εθνικό ζήτημα. Εξελίξεις που παίρνοντάς τες αφηρημένα φαίνουνται σα να μοιάζουν αναμεταξύ τους (λ.χ. πέρασμα από τη φεουδαρχία ή τη «μισοφεουδαρχία» στον καπιταλισμό, στο 19ο από τη μια μεριά, στον 20ό αιώνα από την άλλη), τώρα, επειδή ακριβώς πραγματοποιούνται μέσα σε ένα αλλαγμένο διεθνικό ιστορικό περιβάλλον, έχουνε αντικειμενικά μια ολότελα διαφορετική σχέση με το κοινωνικοϊστορικό σύνολο. Έτσι κι αυτές καθαυτές τους, απομονωμένα αντικρισμένες, αποχτούν έναν άλλο χαραχτήρα, μια άλλη σημασία που δεν την είχαν άλλοτε.
Αυτή είναι η βαθύτερη θεωρητική θεμελίωση των λενινικών λύσεων στα στρατηγικά και ταχτικά προβλήματα των «συμμάχων του προλεταριάτου» και του αμοιβαίου συσχετισμού αστικοδημοκρατικής και σοσιαλιστικής επανάστασης στην τωρινή εποχή της ανθρώπινης ιστορίας: Για να μη την γνωρίζουν τη θεμελίωση αυτή οι σοφοί της 6ης Ολομέλειάς μας, κατασκευάσανε μια χυδαία αναπαράσταση του μαρξισμού, καταντήσανε  σε ένα «λενινισμό» που θ’ ανατρίχιαζε κι ο νεκρός του Λένιν στο άκουσμά του.

Πρώτος ο Καρλ Μαρξ, απ’ αφορμή των συγκεκριμένων ιστορικών ζητημάτων της δικής του εποχής, αντίκρισε έτσι το πρόβλημα σε όλες τις απόψεις του. Για τον κλονισμό των αποικιακών βάσεων του αγγλικού καπιταλισμού, που από τότε κιόλας έπαιρνε πρώτος στον κόσμο ένα μονοπωλιακό χαραχτήρα, είδε το σχήμα της εθνικής ιρλανδικής απελευθέρωσης όχι μηχανικά, ξέχωρα, μα συσχετισμένο με τις προϋποθέσεις της χειραφέτησης του αγγλικού προλεταριάτου από το ζυγό της αγγλικής κεφαλαιοκρατίας. Άρχισε δηλαδή να διακρίνει τον εθνικοεπαναστατικό αγώνα από τότε κιόλα σαν ένα ολοκληρωτικό μέρος μέσα στο περίγραμμα της προλεταριακής επανάστασης, είδε την εθνική εξέγερση σύμμαχο της σοσιαλιστικής. Κατάλαβε πως ο χωρισμός της Ιρλανδίας υπονόμευε τις βάσεις του αγγλικού καπιταλισμού και πως μια όχι ξάστερη θέση της αγγλικής εργατικής τάξης σ’ αυτό το ζήτημα θα διασπούσε τους καταπιεζόμενους στον ενιαίο αγώνα ενάντια στον κοινό κοινωνικό και εθνικό εκμεταλλευτή και καταπιεστή.
Το ίδιο και στο ζήτημα της προλεταριακής εξέγερσης που έβλεπε τότε ο Μαρξ να ωριμάζει στη Γαλλία και στη Γερμανία, με την ασυμπλήρωτή τους τότε ακόμα αστική αγροτική μεταρρύθμιση. Στις 16 Απρίλη 1859 έγραφε στον ΄Ενγκελς:

 


«Όλα στη Γερμανία θα εξαρτηθούν από τη δυνατότητα να ενισχυθεί η προλεταριακή επανάσταση από ένα είδος δεύτερη έκδοση του πολέμου των χωρικών. Τότε τα πράματα θάρχονταν τέλεια».


Όχι να γίνει καμιά ενδιάμεση «εργατοαγροτική» ή «εργατοφτωχομεσαία αστικοδημοκρατική» επανάσταση, όπως, 75 ακριβώς χρόνια αργότερα, μέσα στην εποχή της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, ήρθε να μας ευαγγελιστεί η 6η Ολομέλεια στο όνομα του Μαρξ! Μα να ενισχυθεί η προλεταριακή επανάσταση από τη χωρική εξέγερση. Το ίδιο και στην πρώτη  έκδοση της «18ης Μπρυμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» ο Μαρξ έγραφε για την πιότερο προχωρημένη στην αγροτική μεταρρύθμιση Γαλλία της εποχής του (η περικοπή αφαιρέθηκε από τις κατοπινές εκδόσεις):


«Απογοητευμένος από τη ναπολεόντεια παλινόρθωση ο  Γάλλος χωρικός θα χάσει την πίστη του στο κομματάκι γης πούχει. Όλο το κρατικό οικοδόμημα το στηριγμένο στην  αγροτική ιδιοχτησία θα καταρρεύσει, και η προλεταριακή επανάσταση τότες θάχει το ακομπανιαμέντο (συνοδεία), που, δίχως αυτό, το σόλο της μετατρέπεται σε κύκνειο άσμα για όλες τις αγροτικές χώρες».



Βλέπουμε πόσο βαθύτατα μαρξιστικό είναι το έργο της λεπτομερέστατης λενινικής ανάλυσης για τις σχέσεις κομμουνισμού και αγροτών (Βλ. Πιο κάτω VII). Πόσο η αναζήτηση των αγροτικών συμμάχων της προλεταριακής επανάστασης είναι ένας ακρογωνιαίος λίθος της μαρξιστικής στρατηγικής και ταχτικής. Πόσο συκοφαντική είναι η σταλινική κατηγορία ενάντια στη μαρξιστική πτέρυγα ότι αγνοεί την ανάγκη αυτών των συμμάχων. Μα βλέπουμε τέλος ακόμα και πόσο τερατουργηματική παραμόρφωση της μαρξιστικής αυτής αρχής είναι η σταλινική μετατροπή των  «συνοδών», των «ενισχυτών», των «βοηθών» της προλεταριακής επανάστασης σε συγκυβερνήτες με το προλεταριάτο με τα «αυτά δικαιώματα εκπροσώπησης στην κυβέρνηση» - η αντικατάσταση της προλεταριακής επανάστασης από κάποια μιχτή κ’ ενδιάμεση «εργατοφτωχομεσαία».
Είναι ένα από τα μεγαλύτερα θεωρητικά κατορθώματα του Μαρξ ότι καθόρισε μια ακριβέστατη διάκριση της αστικής από την προλεταριακή επανάσταση. Ότι βρήκε το σωστό αμοιβαίο τους συσχετισμό μέσα στην πορεία του επαναστατικού προτσές, και προπάντων ότι βρήκε την ανεξάρτητη ταξική τοποθέτηση του προλεταριάτου μέσα στην αστικοδημοκρατική επανάσταση. Άρνηση του διαλεκτικού αυτού μαρξικού συσχετισμού σταθήκανε και στέκουν ακόμα δυό είδη μηχανικού ξεχωρισμού της αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Πρώτα, η οππορτουνιστική σοσιαλδημοκρατική θέση που από τον αστικό χαραχτήρα της  επανάστασης σπρώχνεται σήμερα ουσιαστικά – με περισσότερες ή λιγότερες «επαναστατικές» φρασεολογίες – στην απλή υποστήριξη της μπουρζουαζίας από το προλεταριάτο. Ο «αριστερισμός» σήμερα γίνεται πληθωρικός εξαιτίας της ριζοσπαστικοποίησης στις μάζες και της ιστορικής χρεοκοπίας όλων των ρεφορμιστικών «σοσιαλιστικών» πειραμάτων. Ύστερα, η εξτρεμιστική άποψη που, ανίκανη να κάνει οποιαδήποτε ξεχωρισμό ανάμεσα στις δυό επαναστάσεις, έβλεπε, άλλοτε, μονάχα μια χημικά καθαρή προλεταριακή επανάσταση και αρνιότανε σε τελευταία ανάλυση την ιστορική αναγκαιότητα των συμμάχων για το προλεταριάτο. Τέτοιες ήτανε, καθώς ξέρουμε, ορισμένες τάσεις στη ρωσική σοσιαλδημοκρατική υπεραριστερά το 1905 κι αργότερα – μια αναβίωσή τους είδαμε το 1921 στον εξτρεμισμό ενάντια στη ΝΕΠ -, η ιταλική υπεραριστερά ίσαμε το 1924. Υπολείμματα ακόμα από τέτοιες αντιλήψεις παρατηρούμε και σήμερα σε μερικούς κομμουνιστές σε άλλες χώρες.
Ο σταλινισμός μπορεί να χαραχτηριστεί κατά τη γνώμη, μας σαν ένα είδος εξαμβλωματική «σύνθεση» - δηλαδή όχι διαλεκτική – των δυό αυτών μηχανικών αντιλήψεων και ξαναγύρισμα με μια έννοια στη σοσιαλδημοκρατική εγκατάλειψη της ταξικής ανεξαρτησίας του προλεταριάτου και ταυτόχρονα στην ιδεολογία του ρωσικού «ναροντνίτσεστβο» που παραγνώριζε τον όλο και πιο προοδευτικό αστικό μετασχηματισμό της αγροτικής οικονομίας και την κυριάρχησή της από τον καπιταλισμό. (Οι Ρώσοι μαρξιστές – Πλεχάνωφ, Λένιν, ΄Αξελροντ – ως το 1902 συντρίψανε θεωρητικά το μικροαστικό σχήμα των ναρόντνικων). Βλέπει δηλαδή ο σταλινικός κεντρισμός δυό επαναστάσεις, μα τις ξεχωρίζει μηχανικά, βάζοντας αυθαίρετα και τεχνητά ανάμεσά τους ένα φανταστικό ενδιάμεσο μιχτό πολιτικοοικονομικό καθεστώς. Κι αν  για μια στιγμή κάναμε τη θεωρητική υπόθεση πως πραγματοποιείται αυτό το ενδιάμεσο, δήθεν «μεταβατικό» καθεστώς, ένα μόνο θα μπορούσε νάχει αποτέλεσμα: το σβήσιμο της ταξικής – σοσιαλιστικής φυσιογνωμίας του προλεταριάτου στο όνομα μιας ουτοπικής «παραπέρα» προώθησης της επανάστασης προς το σοσιαλισμό, προώθησης που τάχα την πραγματοποιεί μια συγκυριαρχία του προλεταριάτου με την αμφίβολη και  παραπαίουσα ιδεολογικά και πολιτικά μικρομπουρζουαζία του χωριού.
Πραγματικά, όλες εκείνες οι κινήσεις και οι αναβρασμοί, όσοι διαδραματίζουνται μέσα στους σπασμούς του παγκόσμιου  καπιταλισμού που άρχισε να δύει διεθνικά – αγροτικές, αποικιακές, εθνικές επαναστάσεις – έχουνε αντικειμενικά επαναστατικό χαραχτήρα. Μα τον έχουνε μόνο σε συνάφεια με την προλεταριακή επανάσταση. Πραγματικά, η παραγνώριση του τέτοιου επαναστατικού τους χαρακτήρα,  είναι τυφλή θεληματική παραίτηση από τους πραγματικότερους και σπουδαιότερους σύμμαχους του προλεταριάτου. Πραγματικά, η αληθινή επανάσταση σε πολλές καθυστερημένες χώρες είναι η διαλεκτική μετατροπή της αστικής επανάστασης στην προλεταριακή. Είναι αδιαφιλονίκητο ιστορικό γεγονός ότι η τάξη εκείνη που στάθηκε ο ηγέτης και καρπωτής των περασμένων μεγάλων αστικών επαναστάσεων, τώρα πια έγινε αντικειμενικά αντεπαναστατική. Είναι αλήθεια ακόμα πως αυτό καθόλου δε θα πει ότι, σε τέτοιες χώρες έχουνε κοινωνικά ξεκαθαριστεί και τα ειδικότερα προβλήματα που αποτελούσανε τον πυρήνα εκείνων των επαναστάσεων, ούτε πως είναι ικανοποιημένα όσα κοινωνικά στρώματα είχανε ζωτικό συμφέρον  για τη λύση τους. Είναι αλήθεια επίσης ότι η αντεπαναστατική αναστροφή της μπουρζουαζίας σημαίνει όχι μόνο πως αυτή εχθρεύεται θανάσιμα το προλεταριάτο, μα και πως λησμόνησε ολότελα κάθε παλιά της επαναστατική παράδοση. Και αλήθεια είναι ότι ο κληρονόμος του επαναστατικού της παρελθόντος της παρελθόντος είναι τώρα το προλεταριάτο (όχι και καμια άλλη κοινωνική τάξη μαζί του).  
Ωστόσο είναι ακόμα πιο αληθινό ότι το προλεταριάτο είναι πια σήμερα η μοναδική τάξη που θα μπορούσε σε τέτοιες χώρες να φέρει ως το τέλος την αστική επανάσταση, όπως τόκανε και στη Ρωσία. Αυτό θα πει αποκλειστικά και μόνο ότι μονάχα μέσα  στα πλαίσια και στο «διάβα» μιας προλεταριακής επανάστασης (Λένιν) θα μπορούσανε να πραγματοποιηθούνε σαν «παρεμπίπτοντα», «δευτερεύοντα» καθήκοντά της, μαζί με τα  «κύρια» σοσιαλιστικά, και όσες επιδιώξεις της αστικής επανάστασης – και σε όποιες χώρες – θάχουνε μείνει ίσαμε τότε επίκαιρες. Από την άλλη μεριά αυτό θα πει ότι η ανάγκη για μια συνεπή, ριζική και οριστική πραγματοποίηση αυτών των επιδιώξεων συνέχεται άμεσα και αναπόφευγα με τη σοσιαλιστική επανάσταση.
Έτσι «η προλεταριακή επανάσταση σήμερα σημαίνει πραγματοποίηση και ταυτόχρονη άρνηση της αστικής επανάστασης»*.


*Georg Lukacs, Lenin, Wien 1924, s. 44.



Παραγνωρίζοντας όμως η 6η Ολομέλεια την ουσία του ιμπεριαλισμού, φυσικό είναι να κατακρεουργεί και το νόμο της ανισόμερης εξέλιξης του καπιταλισμού. Αποτέλεσμα του νόμου της ανισόμερης εξέλιξης γενικά στις χώρες του κόσμου – που μια ιστορική του εκδήλωση είναι η ανισομέρεια ειδικά της καπιταλιστικής εξέλιξης – είναι ότι σήμερα, δίπλα στις χώρες πούχουνε περάσει όλα τα στάδια της καπιταλιστικής εξέλιξης, έχουμε και χώρες που είτε δεν έχουνε περάσει ακόμα στο στάδιο του αστικοδημοκρατικού τους μετασχηματισμού (φεουδαρχικές, αποικιακές, μισοαποικιακές χώρες), είτε έχουνε απομεινάρια φεουδαλικά, αλλού με μεγαλύτερη, αλλού με μικρότερη έχταση. Αυτές οι χώρες ιστορικά βρίσκουνται πραγματικά μπροστά σε καθήκοντα αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Τα καθήκοντα αυτά, που στην περίοδο της οργανικής ανάπτυξης του διεθνικού καπιταλισμού τα έλυσε στις προοδευμένες χώρες μια αστικοδημοκρατική επανάσταση με επικεφαλής την επαναστατική τότε μπουρζουαζία, τα ίδια καθήκοντα στη σημερινή περίοδο, όπου η αστική τάξη έγινε αντιδραστική και συμβιβάζεται με τη φεουδαρχία ενάντια στο λαό, μπορούνε να λυθούνε ριζικά, πλέρια και οριστικά μόνο από την προλεταριακή δικτατορία που θα σηρίζεται στην αγροτική φτωχολογιά και στις δυνάμεις του σοσιαλισμού σε άλλες πιο προοδευμένες χώρες. ΄Ισαμε τότε, ώσπου δηλαδή ν’ αναπτυχθεί κ’ εκεί ένα ικανό κομμουνιστικό κόμμα, μπορούμε να δούμε αστικοδημοκρατικές επαναστάσεις στις αποικίες και εθνικοεπαναστατικά κινήματα, όπου η ντόπια μπουρζουαζία, μεσοβέζικα και συμβιβαστικά με τους ξένους ιμπεριαλιστές και ντόπιους φεουδάρχες, θα συγκρατάει τις πλειονοψηφούσες χωρικές μάζες με ψιχία αστικοδημοκρατικών μεταρρυθμίσεων. Μα στις περιπτώσεις αυτές, η θέση των μικρών κομμουνιστικών κομμάτων, όπως καθορίζεται από τη λενινική εισήγηση και απόφαση του 2ου Παγκόσμιου Συνέδριου για το αποικιακό ζήτημα, είναι: απόλυτη ανεξαρτησία από την «επαναστατική» μπουρζουαζία και μικρομπουρζουαζία, προσωρικοί συμβιβασμοί, όχι όμως, ποτέ, συγχώνευση μ’ αυτές. Αναλύουμε το ζήτημα πιο κάτω σχετικά με την κινέζικη πείρα.
H δικτατορία του προλεταριάτου σε τέτοιες χώρες θα πάρει πάνω της την «πληβειακή» επαναστατική λύση των καθηκόντων της καθυστερημένης αστικοδημοκρατικής επανάστασης, ενώ ταυτόχρονα, ανάλογα με το μέτρο της ανάπτυξης των εσωτερικών δυνάμεων της χώρας και της παγκόσμιας επανάστασης, προχωρεί στο έργο της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης, δίχως να σταματάει σε κανέναν ενδιάμεσο σταθμό, μα εξακολουθώντας με συνέχεια, με διάρκεια και άσταθμα τη σοσιαλιστική επανάσταση ως το τέλος. Κατά το ίδιο μέτρο η ελληνική Προλεταριακή Δικτατορία θα είχε να λύσει, όχι βέβαια τα δήθεν άλυτα αστικοδημοκρατικά προβλήματα που επινοεί η 6η Ολομέλεια για να στηρίξει την κεντριστική της στρατηγική, αλλά όσα προβλήματα θα έχει ίσαμε τότε αφήσει η σχετική οικονομική καθυστέρηση του τόπου κάτω από το αστικό καθεστώς*.


*Μα και προχωρημένες καπιταλιστικές χώρες μπαίνουνε στο λογαριασμό από την άποψη αυτή. Μια προλεταριακή επανάσταση στη Γερμανία το 1923 ή το 1933 θα είχε να ξεκαθαρίσει αμέσως ένα σωρό ισχυρά υπολείμματα, ολωσδιόλου φεουδαρχικά, που άφησε απείραχτα ή νοεμβριανή επανάσταση του 1918 μόλο τον αποφασιστικό ρόλο της Σοσιαλδημοκρατίας σ’ αυτή (γιούνκερς, πριγκιπικά προνόμια και πριγκιπικά χτήματα, βιλελμίνικη στρατιωτικοπολιτική γραφειοκρατία, οργανώσεις μοναρχικές κλπ.).



Τις ειδικότερες θεωρητικές και ιστορικές αποδείξεις για το ότι είναι αδύνατο να σταθεί ανάμεσα στην αστική κυριαρχία και στην προλεταριακή δικτατορία ένα άλλο ενδιάμεσο πολιτικό καθεστώς «εργατοαγροτικής» ή οποιασδήποτε άλλης δικτατορίας – τις δίνουμε διεξοδικά στα κατοπινά κεφάλαια.

 



VII. «ΟΙ ΜΕΣΑΙΟΙ ΧΩΡΙΚΟΙ

ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ».

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΓΡΟΤΕΣ

 


Η 6η Ολομέλεια είχε τη φοβερή ατυχία να σκεφτεί πως έπρεπε να δώσει στην ερχόμενη ελληνική επανάσταση χαραχτήρα  όχι προλεταριακό μα αστικοδημοκρατικό κι από μια άλλη  άποψη: από την άποψη του ταξικού χαραχτήρα της εξουσίας που θα εγκαθιδρύσει η επανάσταση. Η εξουσία αυτή δε θάναι η εξουσία της εργατικής τάξης, παρά μια συνεταιρική δικτατορία δυό τάξεων, της εργατικής και της «αγροτιάς». Αγροτιά εδώ – μας εξηγάνε πολλές φορές κ’ επίμονα το κείμενο της απόφασης και οι επίσημες εξηγήσεις της – είναι οι «φτωχομεσαίοι αγρότες».
Ο σύνθετος όρος «φτωχομεσαίοι», που ενώνει δυό διαφορετικές κατηγορίες του αγροτικού πληθυσμού, είναι ένα κλασικό κατασκεύασμα σταλινικής αναθεώρησης της σχετικής διδασκαλίας του Λένιν και των θεμελιακών αρχών της Κομμουνιστικής Διεθνούς για το αγροτικό ζήτημα. Είναι ακόμα τερατουργηματική απάρνηση των διδαγμάτων της πολύτιμης πείρας από την Οχτωβριανή Επανάσταση. Κατ’ αρχήν η ιδέα πως τάχα είναι δυνατό κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να μοιραστεί το προλεταριάτο την πολιτική εξουσία και να συγκυβερνήσει μαζί με τους μεσαίους χωρικούς είναι αληθινό αίσχος να διατυπώνεται – και μάλιστα να διατυμπανίζεται με πάταγο σα μεγαλεπήβολη – από διευθυντικά όργανα ενός κόμματος κομμουνιστικού.
Τι είναι μεσαίοι χωρικοί; Όπως τους καθόριζε στα 1920 ο Λένιν με την ιστορική απόφαση που εισηγήθηκε στο 2ο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κ.Δ. για το αγροτικό, είναι εκείνοι που, καλλιεργώντας για δικό τους λογαριασμό ένα κομμάτι γης, όχι μόνο συντηρούνται με το προϊόν του, μα και «βγάζουνε κέρδη» που μπορούνε «να μεταβληθούνε σε οικονομίες σχετικά σημαντικές», και «αρκετά συχνά έχουνε στην υπηρεσία τους και μισθωτούς εργάτες» κ’ εκμεταλλεύουνται την εργασία τους.
Ποιά είναι η θέση του προλεταριάτου απέναντι σ’ αυτό το στρώμα πριν από την επανάσταση, μέσα σ’ αυτή κ’ ύστερ’ απ’ αυτή;

«Για το πιο κοντινό του μέλλον και για ολόκληρη την πρώτη περίοδο της δικτατορίας του, το προλεταριάτο δε μπορεί να βάλει για καθήκο του την πολιτική κατάχτηση της αγροτικής αυτής κατηγορίας (των μεσαίων χωρικών). Πρέπει να περιοριστεί απλά και μόνο να την εξουδετερώσει μέσα στην πάλη του προλεταριάτου με τη μπορζουαζία. Το στρώμα αυτό του πληθυσμού μοιραία θα αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στις δυό αντίθετες δυνάμεις και, στην αρχή της νέας εποχής, στις χώρες τις βασικά καπιταλιστικές, θα κλίνει πιθανότερα υπέρ της μπουρζουαζίας εξαιτίας της νοοτροπίας πούχει του μικροϊδιοχτήτη. Η προλεταριακή εξουσία δε μπορεί να είναι στέρεα όταν οι μεσαίοι χωρικοί δεν είναι ουδέτεροι απέναντί της και όταν δεν υποστηρίζεται από ένα σημαντικό μέρος, αν όχι από το σύνολο, των φτωχών χωρικών». (Θέσεις για το αγροτικό ζήτημα, του 2ου Συνέδριου Κ.Δ.).

Θα μπορούσαμε ν’ αναφέρουμε δω σωρεία περικοπές από τα έργα του Μαρξ, του  Ένγκελς και του Λένιν για την αγροτική πολιτική του Ρωσικού Κόμματος και των Κ.Κ. στις αγροτικές χώρες. Αποδείχνουνε τετραγωνικά ότι όχι μόνο συγκυβερνήτρα με τη μεσαία αγροτιά δεν είναι δυνατό ποτέ να γίνει η εργατική τάξη, μα και ότι ιστορικά και κοινωνιολογικά δε μπορεί να μπει ζήτημα κατάχτησης του στρώματος αυτού από το προλεταριάτο πριν από την επανάσταση, ούτε καν ζήτημα υποστήριξης του σοσιαλιστικού προλεταριάτου από τους μεσαίους χωρικούς. Σ’ αυτή την περίοδο μπαίνει μόνο ένα ζήτημα: «εξουδετέρωση» της αντίδρασης του μικροϊδιοχτητικού και πολλές φορές εκμεταλλευτικού αυτού στρώματος της αγροτιάς. Ζήτημα μιας συνεργασίας μαζί του αρχίζει να μπαίνει αργότερα, ιδίως στις αγροτικές χώρες που δεν είναι «βασικά καπιταλιστικές». Ιδού πότε:


« ΄Υστερ’ από την ανατροπή της μπουρζουαζίας και τη στερέωση της προλεταριακής εξουσίας... στο μέτρο που φτάνουμε στα καθήκοντα της κομμουνιστικής ανοικοδόμησης οφείλουμε, ίσαμ’ ένα ορισμένο μέτρο, να ρίξουμε την προσοχή μας στο μεσαίο χωρικό».

λέει ο Λένιν στο 8ο Συνέδριο του Ρωσικού Κόμματος και αναφέρεται στην παράγραφο 47 του προγράμματος του Κόμματος:

« Όσο για το μεσαίο χωρικό, η πολιτική του Ρ.Κ.Κ. είναι να τον τραβήξει βαθμιαία και μεθοδικά στο έργο της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης».

Από τότε αρχίζει η ανάγκη της «συμμαχίας του προλεταριάτου και της φτωχής αγροτιάς  από τη μια μεριά, με τους μεσαίους χωρικούς από την άλλη» (Λένιν, «Για τους συνεταιρισμούς»).
Σα να πρόβλεπε ο Λένιν τις αυταπάτες που μπορούσε ακόμα και τότε να δημιουργήσει μέσα στα μυαλά μερικών κομμουνιστών η νέα απέναντι στο μεσαίο χωρικό, επιμένει με τον ίδιο του λόγο στο 8ο Συνέδριο πάνω στο πρόγραμμα του Ρωσικού Κόμματος:


«...Μα, αν πρέπει να τροποποιήσουμε τώρα τη θέση μας απέναντι στο μεσαίο χωρικό, οφείλουμε ωστόσο να τονίσουμε στο θεωρητικό μέρος του προγράμματός μας τι πράμα είναι ο μεσαίος χωρικός, από που προέρχεται: Είναι ένας μικρός παραγωγός εμπορευμάτων. Σ’ αυτόν διαβάζουμε το άλφα βήτα του καπιταλισμού...»


Ποιά είναι η βασική θέση του επαναστατικού προλεταριάτου στο αγροτικό ζήτημα και ποιοί είναι οι αληθινοί σύμμαχοί του στην πάλη για την κοινωνική επανάσταση;
Στην απόφαση του 2ου Παγκόσμιου Συνέδριου της Κ.Δ., γραμμένη ολάκαιρη από τον ίδιο το Λένιν, έχουμε ένα προγραματικό ντοκουμέντο που όχι μόνο ενσαρκώνει τη ρωσική πείρα από τη νικηφόρα εφαρμογή των ιδεών του Μαρξ και του ΄Ενγκελς στο αγροτικό, μα και διεθνοποιεί τη μαρξιστική θέση του Λένιν αγκαλιάζοντας τις συνθήκες όλων των χωρών και ειδικότερα των χωρών με σχετική αγροτική πλειοψηφία στον πληθυσμό τους, σαν την Ελλάδα.

«Μόνο το βιομηχανικό προλεταριάτο των πόλεων με τη διεύθυνση του κομμουνιστικού κόμματος, μπορεί να απελευθερώσει τις εργατικές μάζες των χωριών από το ζυγό του καπιταλισμού και των μεγάλων γαιοκτημόνων, από την οικονομική αποσύνθεση και τους ιμπεριαλιστικούς πόλεμους που θα ματαρχίσουν αναπόφευγα αν κρατηθεί το καπιταλιστικό σύστημα... Από την άλλη μεριά, το βιομηχανικό προλεταριάτο δε θα μπορέσει να πραγματοποιήσει την παγκόσμια ιστορική του αποστολή, πούναι η απολύτρωση της ανθρωπότητας από το ζυγό του καπιταλισμού και των πολέμων, αν κλειστεί μέσα στα όρια των ιδιαίτερων του συντεχνιακών συμφερόντων και περιοριστεί μονάχα σε προσπάθειες και σε πράξεις που τείνουνε στην καλυτέρεψη της υποφερτής κάποτε θέσης του».

Τα αγροτικά στρώματα που πρέπει να τα κερδίσει στην υπόθεσή του το προλεταριάτο, είναι:

«Πρώτο, το αγροτικό προλεταριάτο και οι μισθωτοί εργάτες... Δεύτερο, οι μισοπρολετάριοι ή χωρικοί που δουλεύουνε σαν εργάτες μισθωμένοι σε διάφορες αγροτικές επιχειρήσεις, βιομηχανικές ή καπιταλιστικές, ή που καλλιεργούνε το μικρό κομμάτι γης που κατέχουν ή το νοικιάζουν από άλλους... Τρίτο, οι μικροϊδιοχτήτες, οι μιρκοκαλλιεργητές, που κατέχουν ή νοικιάζουνε μικρά κομμάτια γης και μπορούνε να ικανοποιούνε τις ανάγκες της οικογένειάς τους και του χτήματός τους δίχως να παίρνουνε μισθωτούς εργάτες».

Οι πολυδιαβασμένοι κούτβηδες της 6ης Ολομέλειας, ανακατέβοντας μέσα σ’ ένα τσουβάλι φτωχούς και μεσαίους, και συγχύζοντας τις διάφορες ιστορικές περίοδες τη μια με την άλλη, δε φτάνει μόνο που ενυπνιάζουνται τους ιδιοχτήτες μεσαίους χωρικούς σαν «κινητήρια δύναμη» κάποιας αστικής επανάστασης που θα κάνουν ενάντια στους απαλλοτριωμένους κιόλα στο μέγιστο μέρος ΄ Ελληνες τριφλικάδες! Προχωρούν ίσαμε το απίστευτο σημείο να κηρύξουνε με την απόφασή τους ότι «προϋπόθεση» για την προλεταριακή δικτατορία στην Ελλάδα είναι η... «κατάχτηση» των μεσαίων χωρικών. Ότι «δίχως αυτή την κατάχτηση δε μπορεί το προλεταριάτο να βαδίσει για την προλεταριακή εξουσία!!!
Να τι λέει η 6η Ολομέλεια:

«Βασικό αμάρτημα της άποψης ότι η Ελλάδα στέκεται μπροστά σε προλεταριακή επανάσταση είναι... ότι πολλοί εργάτες δε θα πιστέψουν ότι μπορούμε να κάνουμε την (προλεταριακή) επανάσταση... χωρίς τη φτωχομεσαία αγροτιά». («Ριζ.» 25-1-34, σελ. 2). «Σε μια χώρα όπου το προλεταριάτο αποτελεί τη μειονοψηφία..., τις φτωχομεσαίες αγροτικές μάζες πρέπει να τις τραβήξουμε με το μέρος μας αν θέλουμε να νικήσουμε» («Ριζ.» 24-1-34, σ. 2 στηλ. 5). «Το πιο δύσκολο πρόβλημα της επανάστασης είναι η κατάχτηση της φτωχομεσαίας αγροτιάς». («Ριζ.» 26-1-34, σελ. 2). «Για να μπορέσει η εργατική τάξη να λύσει το δύσκολο πρόβλημα της κατάχτησης της φτωχομεσαίας αγροτιάς πρέπει να οργανωθεί» κλπ. («Ριζ.» 26-1-34).

Κάθε Έλληνας εργάτης που παραδέχεται για σωστή τη συνταγμένη από το Λένιν θέση του 2ου Παγκόσμιου Συνέδριου της Κ.Δ. και ταυτόχρονα θελήσει να πιστέψει και την απόφαση της 6ης Ολομέλειας της Κ.Ε. του ΚΚΕ, αυτός σίγουρα πρέπει λογικά ν’ απελπιστεί ολότελα πως είναι δυνατό να επικρατήσει καμιά φορά η προλεταριακή επανάσταση κι ο σοσιαλισμός στη χώρα του.
Να ποιά ιδεολογική αποσύνθεση ετοιμάζει για το επαναστατικό προλεταριάτο η νέα στρατηγική της σταλινικής ομάδας στην Ελλάδα.
Η σταλινική απόφαση, απόφαση, από το αναμφισβήτητο φαινόμενο του οικονομικού ξεπεσμού πολλών μεσαίων χωρικών στη σημερινή ιδίως περίοδο, καταλήγει με την ακαταμάχητη λογική αλληλουχία των σκέψεών της στην άρνηση της ιστορικής δυνατότητας για την προλεταριακή επανάσταση στην Ελλάδα. Είναι φανερό πως όσοι από τους μεσαίους χωρικούς καταστραφήκανε δεν είναι πια μεσαίοι, πέσανε στην κατηγορία των φτωχών ή στο  μισοπρολεταριάτο. Αλίμονο όμως σε κείνον που θα φανταστεί οδοστρωτικά την ταξική διαφοροποίηση στα χωριά. Το αποφασιστικό στρώμα της μεσαίας ιδιοχτητικής αγροτιάς είναι, και θάναι για καιρό, το κυριότερο, ύστερ’ από τους κουλάκους, κοινωνικό στήριγμα του καπιταλισμού και στην ελληνική ύπαιθρο, στήριγμα που εμείς μπορούμε απλά και μόνο να «εξουδετερώσουμε», με την προϋπόθεση πως θάχουμε ακολουθήσει ορθή πολιτική, με την προϋπόθεση πως θα γίνουμε γεροί μέσα στην πόλη, πράμα που είναι ακατόρθωτο με τη σύγχυση και με τα εργατοφτωχομεσαία αμαλγάματα.
Όσο για τις σχέσεις της προλεταριακής δικτατορίας με το μεσαίο χωρικό στη δεύτερη, που δίδαξε ο Λένιν, περίοδό της, το μόνο που μπορούμε από σήμερα να πούμε είναι πως το πρόβλημα αυτό για την ελληνική επανάσταση θα παρουσιάσει, ανάλογα με όλη την εξέλιξη τότε της ευρωπαϊκής και διεθνικής επανάστασης, απρόβλεφτες ιδιομορφίες. ΄Ετσι η άνετη λύση, που του δίνουνε τώρα οι σταλινικοί με γενικά σχήματα, θα φαίνεται τότε σαν καθαρή παιδαριωδία.
Όπως κι αν έχει: Να λες ότι δίχως την υποστήριξη των φτωχών χωρικών δε μπορεί να νικήσει η προλεταριακή δικτατορία στην Ελλάδα, αυτό είναι μια αλφαβητική κομμουνιστική αλήθεια. Να υποστηρίζεις όμως ότι μια τέτοια νίκη δε θα πραγματοποιηθεί δίχως την κατάχτηση του μεσαίου χωρικού, αυτό είναι, απλά και καθαρά, άρνηση του κομμουνιστικού αλφάβητου.



VIII. Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ

ΣΤΗΝ ΠΑΛΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΤΟΥ

 


Αν η προσπάθεια της κεντριστικής ομάδας να βρει με τις αποφάσεις της 6ης Ολομέλειάς της την οικονομική θεμελίωση για μια «αστικοδημοκρατική» στρατηγική του ελληνικού προλεταριάτου είναι δείγμα κλασικό θεωρητικού αναλφαβητισμού, θάφτανε ωστόσο μια απλή σύγκριση του νέου ευαγγέλιου με τα πολιτικά δεδομένα που οι ίδιοι οι σταλινικοί παραδέχουνται πως υπάρχουνε στην  Ελλάδα, από χρόνια τώρα, για ν’ αποκαλύψει τον τέλειο πολιτικό ανερματισμό της ομάδας που διοικεί το ΚΚΕ.
Τη νέα στρατηγική της η σταλινική ομάδα τη συσχετίζει άμεσα με τη θεωρία της για το φασισμό γενικά και για το φασισμό στην Ελλάδα. Δεν είναι δω η θέση ν’ αναλυθεί ειδικά η σταλινική θεωρία για το «σοσιαλφασισμό» και τον «παμφασισμό», δηλαδή για τον αντιδιαλεκτικό ταυτισμό όλων των μορφών καπιταλιστικής αντίδρασης με το φασισμό. Πρέπει μόνο να τονιστεί σχετικά με τον εθνικομπολσεβικισμό της γερμανικής σταλινικής ομάδας, ότι το αντίστοιχό του βιάζεται να καλλιεργήσει η 6η Ολομέλεια για τη χώρα μας. Η καταστροφική ήττα του κομμουνισμού στη Γερμανία τον περασμένο χρόνο πήγασε σε τελευταία ανάλυση από την ιδεολογική αποσύνθεση της γερμανικής πρωτοπορίας με τα συνθήματα της «εθνικής απελευθέρωσης», της «λαϊκής» επανάστασης για μια «εργατοαγροτική» εξουσία και από τη ψευτοριζοσπαστική στρατηγική του κεντρισμού «πρώτα να χτυπηθεί η Σοσιαλδημοκρατία, κ’ ύστερα ο δίδυμος αδερφός της, ο Φασισμός», - από την εγκατάλειψη επομένως της λενινικής ταχτικής του ενιαίου μετώπου αντιφασιστικής πάλης όλων των προλεταριακών οργανώσεων. Η ταχτική εκείνη θάταν η μόνη ικανή να τσακίσει τον ανερχόμενο εθνικοσοσιαλισμό, να κερδίσει για την επανάσταση τους ρεφορμιστές εργάτες, να ξεσκεπάσει με την πραχτική πείρα των ίδιων των εργατών τον ασυνεπή και δόλιο ρόλο της Σοσιαλδημοκρατίας και να προετοιμάσει έτσι γοργά την Προλεταριακή Δικτατορία στη Μεσευρώπη. Το Μάρτη του 1933 ο σταλινικός κεντρισμός πανηγύριζε την παταγώδη χρεοκοπία του στη Γερμανία με τραγικό τρόπο για το γερμανικό και για το διεθνικό προλεταριάτο.
Στο ζήτημα όμως του φασισμού η σταλινική Ολομέλεια κάνει στα μουγγά και ολωσδιόλου παρεκβατικά μια στροφή 180 μοιρών. Βέβαια πρέπει τα πράγματα να προσαρμοστούνε στον καινούργιο αστικοδημοκρατικό μας προσανατολισμό και γι’ αυτό πρέπει – χωρίς όμως να μας καταλάβουνε – να αλλάξουμε σιγά-σιγά και τα μοτίβα του αντιφασισμού μας. Να τι λέει χαραχτηριστικότατα μια «δευτερεύουσα» περίοδο στο πρώτο κεφάλαιο της απόφασης της 6ης Ολομέλειας: «Η εντατική δημαγωγία  για το σκέπασμα του όλου και πιο αποφασιστικού περάσματος σε φασιστικές μέθοδες δικτατορίας, η τάση προς συγκέντρωση των μαχητικών φασιστικών δυνάμεων που οφείλουν να αντικαταστήσουν τη μαζική βάση της κυριαρχίας της μπουρζουαζίας που όλο στενέβει...». Μα όλη η εκστρατεία ενάντια στους «αντεπαναστάτες τροτσκιστές λικβινταριστές» από τα 1929 ίσαμε την 21 Γενάρη 1934 ήτανε γιατί δεν παραδεχόμασταν πως τάχα με το Βενιζέλο* έχουμε κιόλας στην Ελλάδα το φασισμό, και γιατί ίσα-ίσα υποστηρίζαμε πως έχουμε τάσεις τέτοιες που γίνουνται όλο και πιο μεγάλος κίνδυνος για το προλεταριάτο και προετοιμάζουνται από το Βενιζέλο και τον Τσαλδάρη (προ-φασιστικές καταστάσεις). Πάντοτε η μαρξιστική αριστερά τόνισε πως δε διαφέρει λ.χ. από τις φασιστικές μέθοδες η θηριώδης και φρικαλέα κατακρεούργηση 8 εργατών μέσα στο Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης από τα αστυνομικά όργανα της κυβέρνησης Βενιζέλου το 1933 με γνώση και ανοχή παθητική της Εισαγγελίας Εφετών και Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που, καθώς ξέρουν όλοι, δημόσια την καταγγείλαμε τότε εμείς από τις στήλες του τύπου της Θεσσαλονίκης και με υπεύθυνη τηλεγραφική καταγγελία στον υπουργό της Δικαιοσύνης.


*Στα συζητητικά μας άρθρα με τον αλησμόνητο «δίχως αρχές» Πυλιώτη του χαϊτικού σταλινικού συγκροτήματος («Σπάρτακος» 1932) εκθέτουμε πλατιά τη γνώμη των σπαρτακιστών για το ανόητο σχήμα: Βενιζέλος=Φασισμός. Η διατύπωση όμως σε ένα μόνο μέρος («ο Βενιζέλος δεν είναι ακόμα φασισμός») ήτανε σφαλερή και εύλογα προκάλεσε παρεξηγήσεις. Η διατύπωση αυτή, προσθέτουμε, προήλθε από την προσπάθεια να γίνουμε πιο ευκολονόητοι στην καθυστερημένη συνείδηση πολλών κομματικών μελών που, βλέποντας τα μέτρα της άγριας αντεργατικής λύσσας του Ε. Βενιζέλου, βιαστήκανε να τόνε φανταστούνε Μουσολίνι



Το ίδιο, οι αστυνομικοί βανδαλισμοί και οι θηριωδίες των οργάνων της Δημοκρατίας, ενάντια στους αγωνιζόμενους εργάτες, φυλακισμένους, εξόριστους κλπ. κλπ. μα από το πραγματικό φασιστικό καθεστώς η αυταρχική κυβέρνηση του Ε. Βενιζέλου 1928-1932 ξεχώριζε – το ίδιο και η τωρινή του Λαϊκού Κόμματος – όσο ξεχωρίζει η αστυνομικογραφειοκρατική τρομοκρατία του κοινοβουλευτικού κόμματος της αντιδραστικοποιημένης σήμερα φιλελεύθερης μπουρζουαζίας από την απροκάλυπτη δικτατορία της ίδιας τάξης που ανεβαίνει, στηριγμένη στις μαχητικές ορδές της μικροαστικής σκόνης και του εμφύλιου πόλεμου, για να «ελευθερώσει» τον κρατικό μηχανισμό μόνιμα και συστηματικά από τη «σαβούρα» των υπολειμμάτων της τυπικής δημοκρατίας.
Το ίδιο,  οι αστυνομικοί βανδαλισμοί και οι θηριωδίες των οργάνων της Δημοκρατίας, ενάντια στους αγωνιζόμενους εργάτες, φυλακισμένους, εξόριστους κλπ. κλπ. Μα από το πραγματικό φασιστικό καθεστώς η αυταρχική κυβέρνηση του Ε. Βενιζέλου 1928-1931 ξεχώριζε – το ίδιο και η τωρινή του Λαϊκού Κόμματος – όσο ξεχωρίζει η αστυνομικογραφειοκρατική τρομοκρατία του κοινοβουλευτικού κόμματος της αντιδραστικοποιημένης σήμερα φιλελεύθερης μπουρζουαζίας από την απροκάλυπτη δικτατορία της ίδιας τάξης που ανεβαίνει, στηριγμένη στις μαχητικές ορδές της μικροαστικής σκόνης και του εμφύλιου πόλεμου, για να «ελευθερώσει» τον κρατικό μηχανισμό μόνιμα και συστηματικά από τη «σαβούρα» των υπολειμμάτων της τυπικής δημοκρατίας.

Το έγκλημα εκείνο (15ης  Φλεβάρη 1933) της ελληνικής Λευκής Τρομοκρατίας είναι, στη σατανικότητα της οργάνωσης και εχτέλεσής του, από τα μοναδικότερα κατά τη γνώμη μας στην παγκόσμια ιστορία του προλεταριακού κινήματος. Γι’ αυτό θεωρούμε αναγκαίο να δώσουμε από δω τη λακωνική αντικειμενική περιγραφή του από ένα αυτόπτη μάρτυρα: Στην «Εφημερίδα των Βαλκανίων» της Θεσσαλονίκης δημοσιευότανε στις 17 Φλεβάρη 1933 η ακόλουθη επιστολή μας:

 

Κύριε Διευθυντά,
Σχολιάζουσα χθες εν κυρίω άρθρω η εφημερίς σας την προχθεσινήν αιματοχυσίαν εις το Εργατικόν Κέντρον επιλέγει ότι «εάν προ της χρήσεως της βίας ειδοποιείτο ο κ. Εισαγγελεύς και ήρχετο εις τον τόπον της καταστροφής, τα γεγονότα θα ελάμβανον αλλοίαν εντελώς εξέλιξιν και δεν θε εμετρούντο σήμερον τόσοι νεκροί και τραυματίαι».
Επιτρέψατέ μου να σας γνωρίζω ότι η αρνητική υπόθεσίς σας στηρίζεται επί ανακριβών δεδομένων. Προχθές την 10ην εσπερινήν ώραν, μόλις εσταμάτησαν αι κατά του πλήθους ομοβροντίαι της χωροφυλακής και όλοι οι παριστάμενοι φρικιώντες παρηκολούθουν τας μακαβρίους συνοδείας, ηγνόουν δε ακόμη ότι οι επί των αυτοκινήτων μεταφερόμενοι εκ των γραφείων του Εργ. Κέντρου δεν ήσαν απλώς εργάται πληγωμένοι διά το νοσοκομείον αλλά πτώματα διά το νεκροτομείον, απεστάλη τότε διά κατεπείγοντος τηλεγραφήματος εις τον υπουργόν της Δικαιοσύνης η ακόλουθος συγκεκριμένη καταγγελία:

«Υπουργόν Δικαιοσύνης
Αθήνας
«Συμβούλια εργατικών σωματείων συνήθη συνεδρίασιν γραφεία των υπέστησαν απόψε επιδρομήν χωροφυλάκων. Αμυνόμενα ασύλου έκλεισαν θύραν εν αναμονή Εισαγγελέως. Πάσαι αστυνομικαί δυνάμεις, έφιπποι, πεζαί, επολιόρκησαν οίκημα πυροβολούσαι εντός και πέριξ οικήματος επί τρίωρον. ΄Ανω 500 πυροβολισμοί, πόλις ανάστατος. Αυτοπροσώπως υπέβαλα Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών αίτησιν πολιορκουμένων προσέλθη επιτοπίως, εξέλθωσιν εργάται, αποφευχθή αιματοχυσία. Κατέστησα αυτόν προσωπικώς υπεύθυνον συμβησόμενα. Ολιγωρών απέφυγε. Υποδείξει του μετέβην μετ’ επιτροπής εργατών επί τόπου συνεννοηθώ Αστυνομικόν Διευθυντήν. Ευρέθην προ αξιωματικών διατασσόντων πυρ κατά πλήθους αόπλου. Πλείστοι, άγνωστον πόσοι, επληγώθησαν, πιθανώτατα θανασίμως, μεταγόμενοι σωρηδόν ταύτην στιγμήν νοσοκομεία, φαρμακεία. Θρυμματίσαντες θύραν χωροφύλακες, σβέσαντες φώτα, εισήλασαν λυσσαλέοι, εδήωσαν γραφεία. Απανθρωπίαι επί εξερχομένων και σκηναί φρίκης απερίγραπτοι. Επιβάλλεται ανάκρισις κατά Εισαγγελέως και Διευθυντού Αστυνομίας, παραδειγματική τιμωρία. ΄Αλλως εργάται προασπίσωσιν αυτοδυνάμως ζωήν των κατά θηριωδιών επαναλαμβανομένων συστηματικώς.
Πουλιόπουλος
Δικηγόρος»

Τα ως άνω υπευθύνως καταγγελλόμενα από ημάς, τους επί τόπου παρισταμένους αυτόπτας μάρτυρας των αιματηρών φρικαλεοτήτων, είναι αδικήματα αξιόποινα, διαπραχθέντα παρ’ ανωτέρων δημοσίων λειτουργών και διωκόμενα αυτεπαγγέλτως κατά τους ισχύοντας νόμους. Επιτακτικήν δε ανάγκην θεωρούμεν να γίνουν ταύτα αμέσως από τούδε γνωστά δημοσίως. Διότι από χθες παριστάμεθα πάντες, μηδέ του αρμοδίου κ. Εισαγγελέως των Εφετών εξαιρουμένου, προ μιας νέας τερατωδίας, να διεξάγωνται ανακρίσεις επί των γεγονότων υπό την διεύθυνσιν Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών που ο ίδιος είναι ένας από τους κυριωτέρους υπαιτίους διά την φρικτήν και αιματηράν των εξέλιξιν. Τούτο είναι πλέον αυτόχρημα πρόκλησις εις την συνείδησιν κάθε τιμίου ανθρώπου. Και είναι απάνθρωπος εμπαιγμός προς τους εργάτας που κατεκρεουργήθηκαν τόσον ανάνδρως.
Μετά τιμής
Π. Πουλιόπουλος

Την άλλη μέρα οι συνυπεύθυνοι εισαγγελείς και των δυό βαθμών μας κλείνανε με τη διοικητική βία το στόμα στέλνοντας την ακόλουθη διαταγή τους:

«Αριθ. 3857. Ο Εισαγγελεύς των εν Θεσσαλονίκη Πρωτοδικών προς την διεύθυνσιν της ενταύθα εκδιδομένης εφημερίδος «Φως». ΄Εχοντες υπ’ όψιν το άρθρον 34, παράγρ. 3 του νόμου 5060 περί τύπου, την σύμφωνον γνώμην του παρά τοις ενταύθα Πλημμελειοδίκαις ανακριτού γ΄τμήματος και την έγκρισιν του παρ’ Εφέταις κ. Εισαγγελέως, απαγορευομένων από σήμερον την καταχώρησιν παντός δημοσιεύματος σχετικού με την διεξαγομένην ανάκρισιν επί των αιματηρών σκηνών 15ης Φεβρουαρίου ε..έ., εφ’ ων ησκήθη ποινική δίωξις και διεξάγεται ανάκρισις υπό του ανακριτού γ΄τμήματος, ως και φωτογραφιών δραστών και θυμάτων. Η παράβασις της ανωτέρω απαγορεύσεως δικάζεται και τιμωρείται κατά τας διατάξεις του άρθρου 34, παράγρ. 8 του νόμου 5060.
Εν Θεσσαλονίκη τη 17 Φεβρουαρίου 1933
Ο Εισαγγελεύς των Πρωτοδικών
Αλεξανδρόπουλος

Καμιά αστική εφημερίδα, ούτε τα όργανα των σταλινικών, ούτε τα αστικά νομικά περιοδικά θελήσανε να δημοσιεύψουνε τη νομική κριτική μας γι’ αυτή την παράνομη, αντισυνταγματική και σφαλερή διαταγή των εισαγγελέων.
Τί  άλλο είναι ο φασισμός παρά η τελευταία συνεπής και ολοκληρωμένη μορφή καπιταλιστικής δικτατορίας, εγκαθιδρυμένης από το μονοπωλιακό καπιταλισμό πάνω ίσα-ίσα στα ερείπια της αστικής δημοκρατίας όταν πια αυτή έχει όχι μόνο ζήσει, μα και ξεζήσει σαν ιστορική μορφή κυριαρχίας της αστικής τάξης; Και ποιά άλλη έννοια μπορεί νάχει η στρατηγική επιδίωξη του προλεταριάτου ν’ αντικαταστήσει τη φασιστική αυτή δικτατορία με μια «αστικοδημοκρατική», παρά μονάχα ότι η 6η Ολομέλεια πάει να κατατάξει το επαναστατικό προλεταριάτο στην αριστερά της Σοσιαλδημοκρατίας και του αστικού Φιλελευθερισμού, που οργανώνουνε τάχα τη «δεύτερη», την αντιφασιστική «λαϊκή» επανάσταση, για μια συνεπή, «αληθινή» («αριστερή» με τη σταλινική τερμινολογία του 1926) αστική δημοκρατία; Από πότε ξεχάστηκε τόσο πολύ η πείρα του αστικοσοσιαλδημοκρατικού αντιφασιστικού Αντικοινοβούλιου του Αβεντίνου στην Ιταλία; Μόλη του τη ριζοσπαστική τυμπανοκρουσία στάθηκε τελικά στην ουσία ένα στήριγμα του Μουσολίνι ύστερ’ από τη μεγάλη κρίση Ματεότι* με την τεράστια αντιφασιστική ζύμωση μέσα στο λαό. Σε λίγο οι περισσότεροι δημοκράτες ήρωες του Αβεντίνου αφομοιωθήκανε με το Φασισμό. Μέσα στο ευρύτατο αληθινά, που χρειάζεται, ενιαίο αντιφασιστικό μέτωπο όλων των εργαζομένων, ποιό λοιπόν είναι το κύριο διακριτικό γνώρισμα της επαναστατικής πρωτοπορίας; Τί είναι εκείνο που ίσα-ίσα της επιτρέπει να προσαρμόζει ορθά κάθε τόσο την «ευλύγιστη» ταχτική της και να ηγεμονεύει μέσα στο αντιφασιστικό αυτό μπλοκ – όπου οι πλατειές μάζες μπαίνουνε μ’ ένα σωρό αστικοδημοκρατικές αυταπάτες - , παρά μονάχα ο σταθερός στρατηγικός προσανατολισμός της πρωτοπορίας προς το γκρέμισμα της φασιστικής δικτατορίας του καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση της προλεταριακής δικτατορίας και του σοσιαλισμού;


* Του σοσιαλιστή κοινοβουλευτικού ηγέτη που δολοφονήθηκε στο 1924 από τους φασίστες. Η δολοφονία εκείνη είχε προκαλέσει έναν καθολικό αναβρασμό στις αγαναχτισμένες λαϊκές μάζες της Ιταλίας, και είχε για μια στιγμή κλονίσει σύριζα το φασιστικό καθεστώς στις πρώτες ακόμα αρχές της πολιτικής στερέωσή του.



Πάλη αποφασιστική ενάντια στη φασιστική αντίδραση δε μπορεί να νοηθεί δίχως την ενιαία αντιφασιστική παράταξη των εργατών πρώτ’ απ’ όλα. Μόνο μια φαρδειά εργατική κινητοποίηση μπορεί, με τις πραχτικές της επιτυχίες, να πείσει και τα άλλα εκμεταλλευόμενα στρώματα του πληθυσμού – που και γι’ αυτά η εγκαθίδρυση της ωμής δικτατορίας του μεγάλου κεφάλαιου σημαίνει ακόμα πιο μεγάλη εξαθλίωση, υποδούλωση και καταστροφή – ότι η εργατική τάξη είναι δυνατή, και να τα τραβήξει στο πλευρό της. Δίχως αυτό, να ξεκινάμε από τους μικροαστούς στην πάλη με το φασισμό, ενώ η εργατική τάξη στέκει παραλυμένη, ανοργάνωτη και διασπασμένη, είναι σα να σκορπίζουμε ακόμα πιο μεγάλη σύγχυση και να καταδικάζουμε τον αντιφασιστικό αγώνα σε βέβαια από πριν αποτυχία. Μα και το πανεργατικό ενιαίο μέτωπο αντιφασιστικής πάλης, μόνο σε μια περίπτωση έχει ελπίδες να φέρει αποτελέσματα σοβαρά: άμα η πρωτοπορία η προλεταριακή μέσα σ’ αυτό δείξει την ικανότητά της  να πάρει – όχι με γραφειοκρατικούς τελεσιγραφικούς και μανούβρες ψιλικατζίδικες που «ξεσκεπάζουνε» μόνο την πολιτική της ανικανότητα, κανέναν όμως πράχτορα της μπουρζουαζίας,  αλλά με την πραχτική πείρα των ίδιων των εργατών – την ηγεσία του αγώνα και ν’ αποσπάσει τους εργάτες από την επικίνδυνη επιρροή των εργατοκαπήλων, ρεφορμιστών κλπ. Αυτό λοιπόν το τελευταίο είναι καθαρή ουτοπία να νομίζουμε πως θα κατορθωθεί μ’ άλλον τρόπο έξω από εκείνον που μας έδειξε η τραγική αρνητική πείρα σε πολλές άλλες χώρες: την αναπόσπαστη, συστηματική και πραγματικά «ευλύγιστη» σύνδεση πάντοτε της καθημερινής μας δράσης με το στρατηγικό σκοπό της προλεταριακής δικτατορίας. Αυτή η σύνδεση καθορίζει κάθε φορά όλο το πνεύμα, τις μέθοδες, τα μοτίβα, τα συνθήματα της αντιφασιστικής δράσης μας. Αντίθετα ο στρατηγικός προσανατολισμός προς έναν «αστικοδημοκρατικό» ενδιάμεσο σταθμό είναι ό, τι ίσα-ίσα χρειάζεται για να οδηγηθεί στην αποτυχία η αντιφασιστική πάλη και στην ήττα το προλεταριάτο.
Η συζήτηση εδώ δεν είναι κυρίως για την ταχτική του επαναστατικού κόμματος του προλεταριάτου μέσα στη δημοκρατική επανάσταση, σε όποιες χώρες είναι πραγματικά μια τέτοια επανάσταση στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας, ούτε για την ταχτική μας στην πάλη για την ανατροπή μιας φασιστικής ή άλλης δικτατορίας.
Εκείνο που η πλειονοψηφία των εκμεταλλευομένων μαζών περιμένει στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι απλά και μόνο η ανατροπή της μοναρχίας ή της δικτατορίας, μα και μεταβολές που να καλυτερεύουνε τη θέση των μαζών, μεγαλύτερα ημερομίσθια, ελάττωση της εργάσιμης ημέρας, πραγματικές ελευθερίες συνδικαλιστικές και πολιτικές, διάλυση της ματοβαμμένης υπαλληλοκρατίας του παλιού καθεστώτος, αναποζημίωτη απαλλοτρίωση στις μεγάλες γαιοχτησίες του κλήρου και της αριστοκρατίας κλπ., κλπ. Η αστική Δημοκρατία, και η πιο «επαναστατική», όπως δείχνει το πρόσφατο παράδειγμα το ισπανικό, τίποτα απ’ αυτά δε δίνει σήμερα, ή δίνει μόνο ψίχουλα για δημαγωγία.
Μα ακόμα και στον καιρό του ο Ένγκελς τόνιζε ότι ο μοναδικός μας αντίπαλος στην ημέρα της κρίσης (της δημοκρατικής επανάστασης) και την επαύριό της είναι η Αντίδραση που συγκεντρώνεται όλη μαζί γύρω από την καθαρή Δημοκρατία. Το ίδιο απόδειξε  η ιστορική πείρα από την επανάσταση του 1918 στη Γερμανία, στην Αυστρία, η «δημοκρατική» προλείανση του εδάφους για τη φασιστική άνοδο αργότερα στη Γερμανία, ακόμα και η αντεπαναστατική εξέγερση ενάντια στο προλεταριακό καθεστώς της Ρωσίας, εξέγερση που στα 1921 οργανώθηκε στην Κρονστάνδη όχι μόνο με τα όπλα, μα και με τα συνθήματα της «αστικοδημοκρατικής απελευθέρωσης». Στο πεδίο της ταχτικής είναι δίχως άλλο λαθεμένη η άποψη των φίλων μας της ιταλικής αριστεράς (τάση Μπορντίγκα), που ουσιαστικά καταντούνε να παραδέχουνται πως τάχα να δείχνουμε στο προλεταριάτο τα ιστορικά αυτά διδάγματα και να το καλούμε για την προλεταριακή δικτατορία, και έτσι μπορούμε να περιμένουμε πως οι μάζες θα ξεπεράσουνε τις δημοκρατικές τους αυταπάτες και να ελπίζουμε πως γρήγορα θ’ απογοητευθούν από την αστική δημοκρατία. Μα η απογοήτευψη αυτή, κι όταν έρθει, τότε μόνο μπορεί να γίνει παράγοντας επαναστατικός, όταν οι κομμουνιστές σταθούνε ικανοί να συγκεντρώσουνε τις μάζες στην πάλη γύρω από συνθήματα δημοκρατικών διεκδικήσεων μέχρι τα πιο ριζοσπαστικά, που την πραγματοποίησή τους την αρνιέται η κυριαρχούσα αστική Δημοκρατία με κάθε μέσο, ακόμα και με την αιματηρή βία. Μόνο με μια τέτοια επίμονη και συστηματική εργασία των κομμουνιστών, οι μάζες βλέποντας με την ίδια τους την πείρα ότι κάτω από την κυριαρχία της μπουρζουαζίας δεν πραγματοποιούνται οι ειδικά δημοκρατικές απαιτήσεις τους, περνούνε από την τυπική πολιτική Δημοκρατία που έχει πραγματοποιηθεί, στην κοινωνική, την προλεταριακή Δημοκρατία που είναι ασυμβίβαστη με το καθεστώς της καπιταλιστικής ιδιοχτησίας. Αν περιοριστούμε περιμένοντας πότε οι μάζες θα ελευθερωθούν μόνες τους από τις αυταπάτες ή σα μια απλή αίρεση απομονωμένη από τις μάζες – όταν αυτές πλέουν ακόμα σε ωκεανό κοινοβουλευτικών αυταπατών – αποπειραθούμε μια εξέγερση για να εγκαθιδρύσουμε την προλεταριακή δικτατορία, ετοιμάζουμε μια εξουθενωτική ήττα για την επανάσταση*.
Αυτή όμως η ταχτική είναι ατελέσφορη, αν δε βασίζεται και δεν πλαισιώνεται σ’ έναν ορθό στρατηγικό προσανατολισμό, όπως αναλύεται παρακάτω θεωρητικά και ιστορικά.
Δεν είναι όμως εδώ η ταχτική, παρά τα πιο βασικά στρατηγικά** ζητήματα που χωρίζουνε τη μαρξιστική αριστερά του κομμουνισμού από την κεντριστική ομάδα των σταλινικών. Το μόνο που εδώ πρέπει να ειπωθεί είναι ότι ο σταλινικός προσανατολισμός για μια «συμπλήρωση του αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού» δεν είναι του προλεταριάτου, παρά μόνο των μικροαστικών δημοκρατικών κομμάτων (Α. Παπαναστασίου: «εκδημοκρατισμός της χώρας») και σήμερα στην Ελλάδα είναι σύνθημα λαοπλάνο του Φιλελεύθερουο Κόμματος ενάντια στο «νεοδημοκρατικό» Λαϊκό με τις μοναρχικές παραδόσεις του.


*Αν η πολιτική είναι συμπυκνωμένη οικονομία, ωστόσο η ανισομέρεια της καπιταλιστικής εξέλιξης εκδηλώνεται και στις σχέσεις οικονομίας και πολιτικής: στην καθυστέρηση της εξέλιξης του πολιτικού εποικοδομήματος σχετικά με την οικονομική βάση. Ο βαθμός της πολιτικής συνείδησης του προλεταριάτου και η ύπαρξη ισχυρού επαναστατικού κόμματος μέσα σε  μια χώρα είναι αποφασιστικοί παράγοντες για την επιτυχία της προλεταριακής επανάστασης μέσα σ’ αυτή. Δεν καθορίζουν όμως αυτοί οι παράγοντες το χαραχτήρα της περιόδου που περνάει  η ιστορική εξέλιξη μιας χώρας, αν δηλαδή αυτή είναι η περίοδο της αστικοδημοκρατικής ή της προλεταριακής επανάστασης σ’ αυτή τη χώρα. Η ψύχραιμη μαρξιστική εχτίμησή τους, σε διαλεκτικό συσχετισμό με τη δυναμική όλων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων σε κάθε συγκεκριμένη ιστορική στιγμή και σε κάθε χώρα, καθορίζει την ταχτική της επαναστατικής πρωτοπορίας μακρυά από εξτρεμιστικούς τυχοδιωχτισμούς. ΄Αρνηση της αλήθειας αυτής στάθηκε ως τώρα η σταλινική ταχτική στο σύνολό της. Ο κεντρικός όμως στρατηγικός σκοπός του προλεταριακού κόμματος, όσο μικρό κι αν είναι, δηλαδή η προλεταριακή επανάσταση, βγαίνει από όλο το χαραχτήρα της περιόδου που περνάει ο διεθνικός καπιταλισμός, περιόδου της διεθνικής προλεταριακής επανάστασης.
** «Στρατηγική» είναι όρος παρμένος, όπως και η ταχτική, από το στρατιωτικό λεξιλόγιο. Στο επαναστατικό προλεταριακό κίνημα θα πει ένα σύστημα από συνδυασμένες πράξεις που, με το γενικό τους προσανατολισμό, τη σύνδεσή τους και την αλληλοδιαδοχή τους, θα οδηγήσουνε το προλεταριάτο στην κατάληψη της εξουσίας. Απεργιακή στρατηγική είναι το ίδιο πράμα με την κατεύθυνση της νίκης του απεργιακού στρατού ενάντια στο κεφάλαιο. «Ταχτική» στο επαναστατικό προλεταριακό κίνημα θα πει σύνολο από μέτρα για ν’ αντιμετωπίσουμε, μέσα στα πλαίσια του γενικού στρατηγικού σκοπού, ορισμένα μερικότερα προβλήματα που φέρνει η καθημερινή πάλη στις διάφορες σφαίρες της, ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες, λ.χ. ταχτική στις άλφα εκλογές, ταχτική ενιαίου μετώπου, ταχτική απέναντι στα διάφορα πολιτικά κόμματα, στη σύγκρουση μοναρχίας-δημοκρατίας κλπ.


 

 



ΙΧ. Η ΘΕΩΤΗΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ


1.    Η διαρκής επανάσταση (Permanente  Revolution)

«Δεν είναι δύσκολο να δούμε πως ο καιρός μας είναι καιρός γέννας, καιρός όπου περνάμε σε μια καινούργια περίοδο. Το πνεύμα έκοψε τις σχέσεις του με τον ίσαμε τώρα κόσμο της ύπαρξή του και των παραστάσεών του. ΄Εφτασε σ’ ένα σημείο όπου καταποντίζει αυτό τον κόσμο στο βυθό των περασμένων και καταπιάνεται με τη ριζική μεταμόρφωση του. Δε στέκει βέβαια ποτέ του ακίνητο, μα βρίσκεται σε εξακολουθητική πάντοτε κίνηση. Αλλά, όπως και στο παιδί, ύστερ’  από μια μακρόχρονη, σιγανή και βαθμιαία θρέψη, η πρώτη ανάσα του κόβει ξαφνικά (απότομα) τη βαθμιαία εκείνη κίνηση και πρόοδο που ποσοτικά μόνο αύξαινε πριν – ποιοτικό πήδημα – και τότε αμέσως γεννιέται το παιδί, - έτσι και το πνεύμα που αυτοδιαμορφώνεται, ωριμάζει κι αυτό αγροβάδιστα και σιγά-σιγά για την καινούργια μορφή και  διαλύει το κάθε κομματάκι του πρωτύτερού του κόσμου, το ένα ύστερ’ από τ’ άλλο. Το τρίκλισμα αυτού του κόσμου το υποδηλώνουνε μερικά συμπτώματα: η ελαφρομυαλιά και η πλήξη που απλώνεται μέσα στο καθεστώς, η αόριστη προαίσθηση κάποιου άγνωστου είναι τα προμηνύματα πως κάτι άλλο έρχεται σε λίγο. Το βαθμιαίο θρουβάλιασμα που δεν άλλαξε τη φυσιογνωμίας του Σύνολου, το διακόφτει η Ανατολή που σαν αστραπή ξεπροβάλλει ξαφνικά και στήνει το Σχήμα του Νέου Κόσμου».

1807 («Φαινομενολογία του Πνεύματος»)
Χέγκελ»

Τη  διαλεκτική εξέλιξη και την επανάσταση ο ιδεαλιστής Χέγκελ την είδε στην αυτόνομη κίνηση του πνεύματος. Μέσα  στο «απατηλό αυτό περίβλημα» ο Μαρξ ανακάλυψε τον πολύτιμο λογικό πυρήνα της διαλεκτικής μεθόδου «γυρίαοντάς την ανάποδα, γιατί έστεκε με το κεφάλι κάτω». Σ’ εκείνον η εξέλιξη της ιδέας είναι ο δημιουργός της πραγματικότητας. Σε τούτον ο κόσμος των ιδεών αποκαλύφτηκε στη βαθύτερή του ουσία: ο υλικός κόσμος μετατοπισμένος και αντικαθρεφτισμένος μέσα στον ανθρώπινο πνεύμα*.


* «Η μέθοδο στη δική μου έκθεση δεν είναι η μέθοδο του Χέγκελ, γιατί εγώ είμαι ματεραλιστής κι ο Χέγκελ ιδεαλιστής. Η διαλεκτική του Χέγκελ είναι η βασική μορφή κάθε διαλεκτικής, μα μόνο όταν την απαλλάξουμε από την απατηλή μορφή της. Κι εδώ ίσα-ίσα είναι που ξεχωρίζει η μέθοδό μου». K. Marx, Lettres a Kugelman, Paris 1930, σ. 88.



Με τη λογική της αυτή μορφή η χεγκελιανή διαλεκτική σήμερα γεννάει πραγματικά φρίκη στην αστική τάξη. Γιατί μαζί με την κατανόηση της πραγματικότητας που υπάρχει, έχει συλλάβει και την άρνηση, τον επαναστατικό εξαφανισμό αυτής της πραγματικότητας.
Σα φριχτό προμήνυμα θανάτου αντηχούνε σήμερα για το καπιταλιστικό σύστημα τα λόγια του Χέγκελ στη χαραυγή της αστικοδημοκρατικής επανάστασης στη Μεσευρώπη. Ο παλιός κόσμος τότε ήταν η φεουδαρχία και ο απολυταρχισμός. Σήμερα καταποντίζεται στο βυθό των περασμένων η αστική τάξη. Τα συμπτώματα που υποδουλώνουνε τον κοντινό καταποντισμό της είναι κιόλα πιο γοερά από κείνα που αναγγέλνανε το πέσιμο της αριστοκρατίας και του τιμαριωτισμού. Η ελαφρομυαλιά του καιρού εκείνου πήρε σήμερα τη μορφή της μανιακής παραφροσύνης. Η πλήξη έγινε τώρα σαδισμός κι ακόρεστη λαχτάρα για ανώμαλους υπερερεθισμούς στα νεύρα ενός παραχορτασμένου κ’ έκφυλου κόσμου. Η αμηχανία του ξεπερασμένου αριστοκράτη έγινε λύσσα του κεφαλαιοκράτη που τυφλωμένος από την απόγνωση γυρέβει τη σωτηρία του στα χημικά εργαστήρια, στο καφτό ατσάλι και στη φασιστική ορδή. Η επαναστατική επιστήμη της καπιταλιστικής χαραυγής μετατράπηκε σήμερα στη φασιστική αποθέωση της αμάθειας, της ανεπιστημοσύνης, του μυστικισμού και της χτηνωδίας. Οι ξεπερασμένοι βαρόνοι γίνανε διεθνικοί απατεώνες Κρύγκερ, ΄Ινσαλ και Σταβίσκηδες, ο Μπίσμαρκ Χίτλερ κι ο Μέτερνιχ Μουσολίνι. Το ξεθώριασμα των ωραίων πατριαρχικών ειδυλλίων του τοτινού κόσμου έγινε σήμερα ένα τεράστιο πυροτέχνημα, που μέσα στις εξωτικές λάμψεις του δύει ο πιο τελειοποιημένα απάνθρωπος ταξικός πολιτισμός που γνώρισε ίσαμε τώρα η ιστορία, και ανατέλλει ο πρώτος αληθινά ανθρώπινος. Τότε: η έξοδος από την προτελευταία φάση της προϊστορίας της ανθρωπότητας – τώρα: το κατώφλι της ιστορίας της.


Η ίδια μέθοδο της υλιστικής διαλεκτικής στάθηκε στα χέρια των δασκάλων του Επιστημονικού Κομμουνισμού το όργανο για να λύσουνε τα σύνθετα προβλήματα πούφερνε στην ημερήσια διάταξη μια πρωτότυπη περιπλοκή των ιστορικών συνθηκών στην Μεσευρώπη και ειδικά στη Γερμανία:  Μια ιστορικά καθυστερημένη αστική επανάσταση σε περίοδο που είχε κιόλας ανοίξει ο κύκλος των διεθνικών οικονομικών κρίσεων του καπιταλιστικού συστήματος, και το νεότερο προλεταριάτο αναπτυσσότανε γοργά στις προοδευμένες χώρες τραβώντας με ορμή προς το τελικό ιστορικό του σκοπό. Η σχέση των δυό επαναστάσεων, αστικής και προλεταριακής, η δυναμική του επαναστατικού προτσές μέσα στις αλληλοδιάδοχες φάσεις του, η αμφίβολη «μεσοβασιλεία» της μικροαστικής δημοκρατίας, ο ρόλος του επαναστατικού προλεταριάτου μέσα σε μια αστικοδημοκρατική επανάσταση, ο αμοιβαίος συσχετισμός του πρωτοποριακού κόμματος των κομμουνιστών με τη μικρομπουρζουαζία και τα κόμματά της μέσα στην  επανάσταση. Να η σειρά των προβλημάτων που τεθήκανε στο επαναστατικό προλεταριάτο κιόλας από τα μέσα του 19ου αιώνα.
Την κατευθυντήρια σκέψη που οδήγησε αργότερα τους Ρώσους μαρξιστές να δώσουνε μια σωστή απάντηση στα όμοια – και ακόμα πιο σύνθετα – προβλήματα της ρωσικής επανάστασης θα τη βρούμε στο Μαρξ. Σ’ αυτόν και στον Φρ. Ένγκελς βρίσκουνται και οι βασικές ιδέες, περισσότερο ή λιγότερο αναπτυγμένες, για τη λύση όλων των προβλημάτων του προλεταριακού κινήματος και στην περίοδο που περνούμε.
Στο σύνολό τους τα προβλήματα της στρατηγικής και ταχτικής του επαναστατικού προλεταριάτου μέσα στη δημοκρατική επανάσταση είναι ένα ολοκληρωμένο μέρος της μεγαλοφυέστερης πολιτικής διδασκαλίας που διατυπώθηκε ίσαμε σήμερα αφότου υπάρχει αστική κοινωνία. Αυτή βρήκε κοσμοϊστορικές επαληθεύσεις σε μια σειρά χώρες, τόσο στην προϊμπεριαλιστική εποχή όσο και στην ιμπεριαλιστική: Είναι η θεωρία για τη «διαρκή επανάσταση». Αποτελεί την πολιτική πεμπτουσία του μαρξισμού και την κεντρικότερη ιδέα που συνέχει και περνάει σαν κόκκινη γραμμή μέσα από όλο το μεγαλούργημα της Ρωσικής Επανάστασης και του Λένιν. Από όλες τις ιστορικές ψευτιές που επινόησε η σταλινική γραφειοκρατία για ν’ αυτοσυντηρηθεί πολιτικά, η πιο μεγάλη της είναι ο θρύλος πως η θεωρία για τη διαρκή επανάσταση είναι τάχα ειδικά «τροτσκιστική» και ξένη προς τον επαναστατικό μαρξισμό. Η αξία του Λεόν Νταβίντοβιτς Τρότσκι είναι ότι στάθηκε κείνος που συνεπέστατα διερμήνεψε τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης μέσα στη Ρωσική Σοσιαλδημοκρατία, την εφάρμοσε πραχτικά στη Ρωσία το 1917 μαζί με τον Λένιν και, ύστερ’ από το θάνατο του Λένιν, την αναστήλωσε και την επεξεργάστηκε επιστημονικά και συστηματικά ενάντια στην κεντριστική αναθεώρηση μέσα στην Κ.Δ. Αυτή είναι η μεγάλη υπηρεσία που θα χρωστάει το διεθνικό προλεταριάτο στον Τρότσκι σα θεωρητικό της διαρκούς επανάστασης.

2.  Λιγοστά για το «αλάθητο» των αρχηγών

Όσο για τον επαναστατικό ρόλο της αγροτιάς μέσα στη δημοκρατική επανάσταση και για την αποφασιστική σημασία της συμμαχίας της με το επαναστατικό προλεταριάτο, ο ίδιος ο Τρότσκι το είπε πολλές φορές πως «εστάθηκε μαθητής του Λένιν». Το ίδιο, μαθητής του Λένιν, στάθηκε και στο ζήτημα της οργάνωσης και του ρόλου ενός επαναστατικού προλεταριακού κόμματος, στο ζήτημα της αδιάλλαχτης θέσης μας απέναντι στα κεντριστικά ρεύματα του εργατικού κινήματος. Η αναγνώριση του έργου και της αξίας του Λ. Ντ. Τρότσκι σα μεγάλου θεωρητικού και σαν αρχηγού, δεν είναι καθόλου ασυμβίβαστη με την κριτική για τα λάθη του, τόσο τα παλιά όσο και τα σημερινά, όπως λ.χ. το μπλοκ με τους Ρώσους λικβινταριστές (1912), ο τρόπος που ζήτησε να οργανώσει τη διεθνή αριστερά, η θέση που πήρε απέναντι στον Αρχειομαρξισμό, το νέο μπλοκ (1933) με αριστερές σοσιαλδημοκρατικές ομάδες που, καθώς ξέρουμε, φυλλορρόησε προτού καν πραγματοποιηθεί*.


*Ίσαμε τις αρχές του 1932 κανένας κομμουνιστής της αριστεράς δεν πίστεψε στην Ελλάδα ότι ο σ. Λ. Τρότσκι, έχοντας ακριβή γνώση για το τι είναι αρχειομαρξισμός, έκανε μπλοκ μαζί του. Γι’ αυτό, αποκρούοντας αποφασιστικά τη θέση του στο ελληνικό ζήτημα, ο Σπάρτακος επέμεινε στην καλύτερη «διαφώτιση» του Τρότσκι. Δήλωσε ότι δεν έφτανε η διαφωνία σ’ αυτό το ζήτημα για να συνδέσει την τύχη του ο Σπάρτακος με άλλες αντιτροτσκικές διεθνείς ομάδες της αριστεράς, που άλλωστε καλά-καλά δεν ήτανε στην Ελλάδα γνωστές οι διαφωνίες τους. Μα δεν άργησε ν’ αποδειχτεί ότι η γραμμή της τροτσκικής φράξιας ήταν η ίδια και χειρότερη στις άλλες χώρες, όπου καιροσκοπικά και τελεσιγραφικά «έλυσε» τις διαφορές των εθνικών ομάδων (Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία κλπ.). Σήμερα ξεκαθαρίζουνται ολοένα και πιο πολύ οι δυό τάσεις μέσα στη διεθνή αριστερά, η μια με κέντρο το σ. Τρότσκι, η άλλη με βάση τη σταθερότερη ιδεολογικά και πολιτικά από όλες τις μαρξιστικές πτέρυγες, των Γερμανών Μαρξιστών-Διεθνιστών («Funker»).



Ο Τρότσκι,  προσπαθώντας στα 1927 να κρατήσει στην αντιπολίτευση τη μεγάλη κομματική οργάνωση του Λένινγκραντ μ’ επικεφαλής τους Ζηνόβιεφ-Κάμενεφ, έκανε σ’ αυτούς υποχωρήσεις πολύ χειρότερες από κείνες που έκανε το 1930 με τον περιβόητο αποσταλμένο του Μολινιέ στη φανταστική «μαζική βάση» του Αρχειομαρξισμού: Δεν ομολόγησε μόνο τα πραγματικά παλιά λάθη του στο Ρωσικό Κόμμα, μα και υπόγραψε δηλώσεις ολότελα ζηνοβιεφικές, που μόνον η φοβερή πίεση του πάνοπλου σταλινικού μηχανισμού τότε πάνω στη ρωσική αντιπολίτευση θα μπορούσε να μας εξηγήσει τέτοια «ταχτικά» μέσα. Να τι γράφει κατά λέξη το «Σχέδιο μιας Πλατφόρμας των Λενινιστών-Μπολσεβίκων (Αντιπολίτευση)» που υποβάλανε οι Τρότσκι, Κάμενερ, Ζηνόβιεφ και άλλα δέκα μέλη της Κ.Ε. και Κ.Ε.Ε. του Ρωσικού Κόμματος στο 15ο Συνέδριό του:

 

«Μπροστά σ’ ολόκληρη τη Διεθνή (βλέπε την προαναφερμένη δήλωση της 15-12-1926) δηλώσαμε με τις υπογραφές του Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ και Τρότσκι ότι: «Ο Τρότσκι διακήρυξε μπροστά σ’ ολόκληρη την Κομιντέρνα ότι σε όλα τα οπωσδήποτε ζητήματα αρχών όπου διαφωνούσε με το Λένιν, το δίκιο το είχε ο Λένιν, ιδιαίτερα στο ζήτημα για τη διαρκή επανάσταση και στο ζήτημα της αγροτιάς». (Plattform der russischen Opposition, έκδ. «Fahne  des Kommunismus», σ. 64).

O Tρότσκι από τότε έχει αποδείξει με μια σειρά έργα του (και παρακάτω δίνουμε μια σχετική έκθεση για όλο το ζήτημα) ότι στην πραγματικότητα η θεωρία για τη διαρκή επανάσταση είναι τόσο του Λένιν και του Τρότσκι όσο και του αρχικού της θεμελιωτή, του Καρλ Μαρξ, και ότι οι διαφωνίες Λένιν του Τρότσκι – Ρόζας Λούξεμπουργκ 1905-1908 ξεκαθαριστήκανε με τον ιστορικό θρίαμβο της μαρξικής αυτής θεωρίας μέσα στη Ρωσική Επανάσταση.
Ούτε ο Μαρξ, ούτε ο Λένιν, ούτε κανένας άλλος, όσο μεγάλος κι αν ήταν άνθρωπος, στάθηκαν αλάνθαστοι. Κι ο Μαρξ κι ο Λένιν δίδαξαν άλλους και διδάχτηκαν ταυτόχρονα από άλλους και προ πάντων από τη ζωή. Είναι «ηρωικός μύθος» η σταλινική παράσταση για ένα Λένιν που τάχα από το 1900 βγήκε τέλεια σχηματισμένος όπως ήτανε στα 1917, πάνοπλος, όπως βγήκε η Αθηνά από την κεφαλή του Δία, δίχως να υποστεί μια εξέλιξη κι αυτός με βάση την κατοπινή πείρα. Η προσωπολατρία και θεοποίηση των αρχηγών μέσα στο εργατικό κίνημα είναι υπόλειμμα μικροαστικής ψυχολογίας. Η συστηματική από την άλλη μεριά καλλιέργεια του μύθου για το αλάθητο ορισμένων αρχηγών είναι έργο της διεφθαρμένης γραφειοκρατίας, σταλινικής και αρχειομαρξιστικής, μέσα κατάλληλο για να σκεπάζει τα αίσχη τους και για να αμβλύνει το κριτικό πνεύμα των κομμουνιστών. Πόση αξία μπορούνε νάχουνε πολλές φορές οι πανηγυρικές «ομολογίες πίστης» προς τους μεγάλους αρχηγούς, μας το αποδείχνει στην Ελλάδα από τη μια μεριά το παράδειγμα των δυό αυτών γραφειοκρατικών που κατακρεουργούνε στο όνομα του Λένιν και του Τρότσκι την ουσία της διδασκαλίας τους, και από την άλλη το αστείο παράδειγμα μερικών «αντισταλινικών» που, ενώ εγκαταλείπουνε βασικότατες ιδέες του Τρότσκι και του επαναστατικού μαρξισμού, ταυτόχρονα φωνάζουνε θεατρικότατα: «΄Οχι μακρυά από τον Τρότσκι!».

3.  Η διαρκής επανάσταση στο Μαρξ και τον Ένγκελς

Πρώτοι οι ιδρυτές και πρωτεργάτες του νεότερου Επιστημονικού Κομμουνισμού, οι Καρλ Μαρξ και Φρειδερίκος Ένγκελς, καθορίσανε με τρόπο ακαταμάχητο σε μια σειρά έργα τους το διαρκή χαραχτήρα της σοσιαλιστικής επανάστασης 1) στη στρατηγική και ταχτική της και στις σχέσεις της με την αστικοδημοκρατική επανάσταση και με τα ρεύματα της μικροαστικής δημοκρατίας στις πόλεις και στα χωριά, 2) στη διεθνή πορεία και ολοκλήρωση της επανάστασης, 3) στη φύση και στα μέσα της σοσιαλιστικής επανάστασης και της προλεταριακής δικτατορίας όπου αδήριτοι ιστορικοί νόμοι την οδηγούνε, 4) στη βαθμιαία πραγματοποίηση του προγράμματος της κρατικής της εξουσίας. Από τη μακριά σειρά των σχετικών κλασικών αναλύσεων, θα δώσουμε μόνο μερικές από τις χαραχτηριστικότερες για την πρώτη από τις πλευρές αυτές που παρουσιάζει η διαρκής επανάσταση στο μαρξισμό και που ειδικότερα μας ενδιαφέρει δω για να φανερώσουμε τον αντιμαρξιστικό χαραχτήρα της νέας σταλινικής στρατηγικής*.


* Για τις άλλες τρεις πλευρές, παραπέμπουμε τον αναγνώστη, - εξόν από τις αναλύσεις που γίνουνται στις υπόλοιπες παραγράφους αυτού του κεφάλαιου και στο άμεσα κατοπινό κεφάλαιο – στα κλασικά έργα του μαρξισμού: «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», «Κριτική Προγράμματος του Γκότα», Σχέδιο του Φ. Ένγκελς «Βασικές Αρχές του Κομμουνισμού», Επιστολή του Μαρξ στο Weydemeyer, «Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία» κλπ.



Στην «Πάλη των τάξεων στη Γαλλία» ο Μαρξ συνοψίζει έτσι την πείρα από τα αστικοδημοκρατικά επαναστατικά κινήματα των ετών 1848-1850:

 

«Το προλεταριάτο συσσωματώνεται ολοένα και πιο πολύ γύρω από τον επαναστατικό σοσιαλισμό, τον κομμουνισμό, που η μπουρζουαζία η ίδια του δίνει την ονομασία του Μπλανκί. Ο σοσιαλισμός αυτός δεν είναι άλλος από τη διαρκή επανάσταση, δεν είναι άλλος από τη δικτατορία της τάξης του προλεταριάτου, το αναγκαίο αυτό στάδιο για να καταργηθούν όλες οι ταξικές διαφορές, όλες οι παραγωγικές σχέσεις όπου στηρίζουνται αυτές οι διαφορές, όλες οι κοινωνικές σχέσεις που αντιστοιχούνε σ’ αυτές τις παραγωγικές σχέσεις, για να μετατραπούν όλες οι ιδέες που απορρέουν απ’ αυτές τις παραγωγικές σχέσεις».

Στην επιστολή της Κεντρικής Επιτροπής του «Σύνδεσμου των Κομμουνιστών», που ο Μαρξ έστειλε το 1850 στους Γερμανούς κομμουνιστές πάνω στην προβλεπόμενη τότε γερμανική αστικοδημοκρατική επανάσταση, προσδιορίζει πολύπλευρα την ιδέα της διάρκειας, της αδιάκοπης συνέχειας που πρέπει να δώσουμε στην επαναστατική πορεία από όλες τις απόψεις: και στο πέρασμα από τη δημοκρατική στο σοσιαλιστική φάση, και στην εκτέλεση του καθαυτό σοσιαλιστικου της έργου, και στη διεθνική της επέχταση:

«Οι κομμουνιστές (στην αστικοδημοκρατική επανάσταση Π.Π.) πρέπει να φέρουνε ίσαμε τα τελευταία τους όρια τις προτάσεις των δημοκρατών (δηλαδή των κομμάτων της αγροτικής και αστικής μικρομπουρζουαζίας Π.Π.), που με κάθε τρόπο θα επέμβουνε όχι σαν επαναστάτες, μα σα μεταρρυθμιστές. Πρέπει να μετατρέψουνε τις διεκδικήσεις αυτές σε άμεσες επιθέσεις κατά της ιδιωτικής ιδιοχτησίας... Ενώ οι μικροαστοί δημοκράτες θέλουνε να τερματίσουνε γρήγορα την επανάσταση πετυχαίνοντας ικανοποίηση για όσο τα δυνατό περισσότερες από τις πιο πάνω διεκδικήσεις τους, τα δικά μας συμφέροντα και το δικό μας καθήκο είναι να κάνουμε την επανάσταση διαρκή, ώσπου να πετάξουμε τις κατέχουσες τάξεις από την αρχή, ώσπου η ένωση των προλεταρίων, όχι σε μια μόνο χώρα, μα σ’ όλες τις πιο σπουδαίες χώρες, ν’ αναπτυχθεί τόσο ώστε να εξαφανίσει το συναγωνισμό ανάμεσα στους προλετάριους των χωρών αυτών,, και οι κύριες παραγωγικές δυνάμεις να συγκεντρωθούνε στα χέρια του προλεταριάτου. Για μας το ζήτημα δεν είναι να τροποποιήσουμε την ατομική ιδιοχτησία, παρά να την εκμηδενίσουμε. Δεν πρόκειται να σκεπάσουμε τις αντιθέσεις των τάξεων, αλλά να καταργήσουμε τις τάξεις».

Είναι φανερό πως ο Μαρξ, αντικρίζοντας το πρόβλημα της επανάστασης σε χώρες τότε απολυταρχικές με παντοδύναμη τη φεουδαρχία, δεν είχε κατορθώσει να διακρίνει την «ιστορική αναγκαιότητα» ενός ενδιάμεσου σταθμού «δημοκρατικής δικτατορίας» προτού φτάσουμε στην προλεταριακή δικτατορία. Σ’ αυτή το σημείο ήρθε να «συμπληρώσει» το Μαρξισμό ο σταλινικός Κεντρισμός. Δηλαδή να τον αναποδογυρίσει .
Αντικρίζοντας ο Μαρξ μέσα στο ίδιο ντοκουμέντο από την άποψη της ταχτικής τη θέση των προλεταριακών επαναστατών (κομμουνιστών) στη δημοκρατική επανάσταση, δίνει μια σειρά από υποδείξεις βασισμένες στο γενικό στρατηγικό σχέδιο για τη διαρκή επανάσταση, υποδείξεις που αναφέρουνται σε επιδιώξεις της εποχής εκείνης (λ.χ. οι μικροαστοί ζητούνε φόρους αναλογικούς, οι κομμουνιστές προοδευτικούς κλπ.) που οι περισσότερές τους έχουνε και σήμερα επίκαιρη ταχτική αξία για τις πιο πολλές χώρες. Καθορίζει έτσι το γενικό πνεύμα της ταχτικής των κομμουνιστών μέσα στη δημοκρατική επανάσταση, όχι σε μια κοινή κυβέρνηση με τους μικροαστούς, μα στη διαρκή πορεία της ίσαμε τη σοσιαλιστική επανάσταση:

«Οι κομμουνιστές πρέπει να τραβάνε τις προτάσεις των δημοκρατών ίσαμε τα τελευταία τους όρια, γιατί οι δημοκράτες θα πολιτεύουνται όχι σαν επαναστάτες μα σα ρεφορμιστές. Οφείλουνε να μετατρέπουνε τις απαιτήσεις αυτές σε άμεσες επιθέσεις ενάντια στην ιδιωτική ιδιοχτησία. Λ.χ. αν οι μικροαστοί προτείνουνε την εξαγορά των σιδηροδρόμων και των εργοστασίων, οι εργάτες πρέπει να απαιτούνε να κατασχεθούνε δίχως αποζημίωση όλα αυτά σαν ιδιοχτησίες των αντιδραστικών. Αν οι δημοκράτες προτείνουνε φόρους αναλογικούς, οι εργάτες πρέπει να απαιτούνε φόρους προοδευτικούς. Αν οι δημοκράτες προτείνουνε φόρους μέτρια προοδευτικούς, οι εργάτες πρέπει να επιμένουνε το φορολογικό ποσοστό να είναι τόσο μεγάλο που έτσι το μεγάλο κεφάλαιο να μπορεί να χαθεί. Αν οι δημοκράτες απαιτούσε διακανονισμό του δημόσιου χρέους, οι εργάτες πρέπει να απαιτήσουνε τη χρεοκοπία για το κράτος. Κατά συνέπεια οι διεκδικήσεις των εργατών θα πρέπει νάναι παντού ανάλογες με τις παραχωρήσεις και τα μέτρα των δημοκρατών... Το επαναστατικό εργατικό κόμμα αγωνίζεται μαζί με τη μικροαστική δημοκρατία ενάντια στην ομάδα που αυτή ζητάει ν’ ανατρέψει  (δηλαδή την κυρίαρχη τότε απολυταρχία και φεουδαρχία Π.Π.). Επεμβαίνει όμως ενάντιά της σ’ όλες τις περιπτώσεις όπου το ίδιο θέλει να ενισχυθεί».

Τέλος, γράφοντας ο Φρ. Ένγκελς στον αρχηγό της σοσιαλδημοκρατικής ομάδας του Ράϊχσταγ, τον Αύγουστο Μπέμπελ, στις 11 του Δεκέμβρη 1884 για να προφυλάξει από επικίνδυνες υποχωρήσεις στις δημοκρατικές τάσεις, αναφέρεται στη γενική μας θέση μέσα στο ξέσπασμα μιας αστικοδημοκρατικής επανάστασης και καταλήγει:

«Οπωσδήποτε ο μοναδικός μας αντίπαλος την ίδια τη μέρα της κρίσης αυτής και την επόμενη είναι όλη μαζί η αντίδραση που συσπειρώνεται γύρω από την καθαρή δημοκρατία. Κι αυτό, πιστεύω, δεν επιτρέπεται να το χάνουμε ποτές από τα μάτια μας».

Και καθορίζοντας ειδικότερα τη θέση του προλεταριάτου απέναντι στους μικροαστούς, γράφει με την επιστολή του από 24 Νοέμβρη 1879:

«Επειδή  όμως οι μικροαστοί και οι χωριάτες έρχουνται σε μας με μικροαστικές και χωριάτικες ιδέες και επιθυμίες, γι’ αυτό δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούμε πως το προλεταριάτο θα έχανε απερίσκεφτα το διευθυντικό ιστορικό του ρόλο, αν έκανε παραχωρήσεις σ’ αυτές τις ιδέες και  σ’ αυτές τις επιθυμίες». (βλ. τις δυό επιστολές:  F. Engels, Politishes Vermachtnis, Verlag der Jugendinternationale, 1920,  σ. 11 και 19).

Και το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» ξεκαθαρίζει με αναμφισβήτητο τρόπο:

«Από όλες τις τάξεις που βρίσκουνται σήμερα αντιμέτωπες στη μπουρζουαζία, μόνο το προλεταριάτο είναι μια πραγματικά επαναστατική τάξη... Η μικροαστική τάξη είναι ένα είδος παράρτημα της αστικής κοινωνίας που μεταβάλλεται αδιάκοπα... Κυμαίνεται ανάμεσα στο προλεταριάτο και τη μπουρζουαζία».


4.  Η διαρκής επανάσταση στο Λένιν

α)  Η απριλιανή πλατφόρμα του (1917)

Η επανάσταση που – με λάθος στα χρονικά διαστήματα, όχι στη μεγάλη ιστορική προοπτική-πρόβλεπε το 1850 ο Μαρξ, δεν ήρθε, αλλά ανοίχτηκε μια μακριά περίοδο με «ειρηνικούς» κοινοβουλευτικούς αγώνες του προλεταριάτου που διακόπηκε από την επανάσταση της Παρισινής Κομμούνας.
Οι ίδιες κεντρικές ιδέες της μαρξιστικής στρατηγικής και ταχτικής, κατά την ιμπεριαλιστική εποχή, ακόμα πιο συγκεκριμένα για μια μεγάλη καθυστερημένη αγροτική χώρα με αρχινισμένη κιόλα την παλλαϊκή αστικοδημοκρατική της επανάσταση και προτού ακόμα τελειώσει ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, - βρίσκουνε την έκφρασή τους στο θεμελιακό ντοκουμέντο του Κόκινου Οχτώβρη, το συνταγμένο από το Λένιν τον Απρίλη 1917 και δημοσιευμένο σε μπροσούρα το Σεπτέμβρη 1917 «Σχέδιο μιας πλατφόρμας του προλεταριακού κόμματος»:

«Η κρατική εξουσία στη Ρωσία πέρασε στα χέρια μιας νέας τάξης, της αστικής τάξης και των αστοποιημένων γαιοχτημόνων. Κατά τούτο η αστικοδημοκρατική επανάσταση στη Ρωσία είναι συμπληρωμένη...»
«Στη πραγματικότητα αυτό (το ξεσκέπασμα των σφαλμάτων των μικροαστικών κομμάτων, σοσιαλεπαναστατών και σοσιαλδημοκρατών, και η προετοιμασία όλων των στοιχείων του συνειδητού προλεταριακού κόμματος, η ελευθέρωση του προλεταριάτου από το «γενικό» μικροαστικό νεφέλωμα) είναι η πραχτικότερη και επαναστατικότερη εργασία, γιατί δίχως αυτή δε μπορούμε να τραβήξουμε πιο πέρα την επανάσταση που έπεσε σε στασιμότητα, μεθάει με φράσεις, δεν προσωράει, και όλα αυτά  όχι από εξωτερικά εμπόδια της μπουρζουαζίας..., μα από ευπιστία και μυωπία των (μικροαστικών) μαζών...»
«Η Ρωσική Επανάσταση του Φλεβάρη 1917 ήταν η απαρχή της μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο. Η επανάσταση αυτή έκανε το πρώτο βήμα για τον τερματισμό του πολέμου. Μόνο το δεύτερο βήμα μπορεί να εξασφαλίσει τον τερματισμό του, δηλαδή μόνο όταν η πολιτική εξουσία περάσει στο προλεταριάτο. Αυτό θα είναι η απαρχή του διεθνικού «ρήγματος του μετώπου», της συντριβής του μετώπου των συμφερόντων του Κεφάλαιου...».
«Δεν  υπάρχει άλλη διέξοδο έξω από την Επανάσταση του Προλεταριάτου».

Οι μενσεβίκοι και η δεξιά των μπολσεβίκων με πολλή σφοδρότητα τον κατηγορούσανε τότε για μια μπλανκιστική στρατηγική και για μια «διαρκοεπαναστατική» υποτίμηση της τεράστιας πλειονοψηφίας των χωρικών στη Ρωσία με το αριθμητικά αδύνατο προλεταριάτο της. (Ζητούσανε να τραβήξουνε το Κόμμα προς το ίδιο σταλινικό προσανατολισμό που χαράζει σήμερα και η 6η Ολομέλεια για την Ελλάδα: «συμπλήρωση της μισοτελειωμένης αστικοδημοκρατικής επανάστασης»). Ο Λένιν είχε κιόλας απαντήσει πριν από 17 χρόνια – σα να προεξοφλούσε τις κατοπινές αντιρρήσεις – με τις παρατηρήσεις πάνω στο Σχέδιο Προγράμματος του Ρωσικού Κόμματος πούχε συντάξει ο Πλεχάνωφ, καθώς και με τις σχετικές επιστολές του προς τη σύνταξη της παλιάς «Ίσκρας», που δημοσιευτήκανε μετά το θάνατο του Λένιν:

«Η δικτατορία του προλεταριάτου, που αρχικά είχε μπει στο σχέδιο (του Πλεχάνωφ), τώρα λείπει απ’ αυτό. Είναι αναμφισβήτητο ότι η ιδέα της δικτατορίας του προλεταριάτου είναι ασυμβίβαστη με την αναγνώριση μιας ξένης βοήθειας προς το προλεταριάτο. Αν ξέραμε σίγουρα πως η μικρή μπουρζουαζία θα υποστηρίζει το προλεταριάτο στην προλεταριακή επανάσταση, δε θα υπήρχε καμια ανάγκη να μιλάμε για δικτατορία, γιατί τότε θα ήμασταν εξασφαλισμένοι πως έχουμε μια καταπληχτική πλειονοψηφία. Η αναγνώριση της αναγκαιότητας της δικτατορίας του προλεταριάτου είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένη με τη θέση του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» ότι το προλεταριάτο είναι η μοναδική πραγματικά επαναστατική τάξη».

Για να αποδείξουνε τις «τεράστιες επαναστατικές εφεδρείες» των μεσαίων χωρικών, οι κούτβηδες θα είναι έτοιμοι ίσως ν’ απαντήσουνε στις θέσεις αυτές με μια δήθεν «εξέλιξη» των βασικών αυτών ιδεών μέσα στο κεφάλι του Λένιν (μετά το 1917). Παραθέτουμε λοιπόν τις γνώμες που διατύπωνε ο Λένιν πάνω στο ίδιο ζήτημα στα 1919:

«Η δύναμη του προλεταριάτου σε οποιαδήποτε καπιταλιστική χώρα είναι αμέτρητα πιο μεγάλη από την αναλογία του προλεταριάτου σχετικά με όλο τον πληθυσμό. Και τούτο γιατί το προλεταριάτο διευθύνει οικονομικά το κέντρο και τα νεύρα ολόκληρου του συστήματος της οικονομίας του καπιταλισμού, ακόμα και γιατί στην οικονομική και στην πολιτική σφαίρα το προλεταριάτο εκφράζει, κάτω από την καπιταλιστική κυριαρχία, τα πραγματικά συμφέροντα της τεράστιας πλειονοψηφίας των εργαζομένων. ΄Ετσι το προλεταριάτο, ακόμα και όταν αποτελεί μια μειονοψηφία στον πληθυσμό (ή όταν η συνειδητή και αληθινά επαναστατική πρωτοπορία του προλεταριάτου αποτελεί μια τέτοια μειονοψηφία), είναι ικανό να ανατράψει τη μπουρζουαζία και να τραβήξει ύστερα στο πλευρό του πολυάριθμους σύμμαχους από τη μάζα των  μισοπρολεταρίων και μικροαστών, μάζα που δε θα αποφανθεί ποτές από πριν υπέρ της εξουσίας του προλεταριάτου, μάζα που δε θα εννοήσει τις συνθήκες και τα καθήκοντα αυτής, της εξουσίας, αλλά θα πεισθεί μόνο με την κατοπινή της πείρα για το αναπότρεπτο, για το δίκαιο, για την ορθότητα της προλεταριακής δικτατορίας». (΄Απαντα, τόμ. 16, σελ. 458).

Με ολωσδιόλου ιδιαίτερη επιμονή ο Λένιν, από τα 1905 κιόλα, τόνιζε:

«Μια τελευταία συμβουλή: Προλετάριοι και μισοπρολετάριοι της πόλης και του χωριού, οργανωθείτε ξεχωριστά. Μην έχετε εμπιστοσύνη σε κανένα μικροϊδιοχτήτη, ακόμα και τον πιο μικρό, και τον «εργαζόμενο». Υποστηρίζουμε το αγροτικό κίνημα, οφείλουμε όμως να μην ξεχνάμε ότι είναι κίνημα μιας άλλης τάξης, όχι εκείνης που μπορεί να κάνει και θα κάνει τη σοσιαλιστική ανατροπή». (Τομ. 9,  σελ. 410). «Δυσπιστείτε στην αγροτιά, οργανωθείτε ανεξάρτητα απ’ αυτή, να είστε έτοιμοι και να την πολεμήσετε κατά το μέτρο που παίρνει μια αντιδραστική ή αντιπρολεταριακή θέση. (Τόμ. 6, σελ. 113).

Να και η σταλινική αναθεώρηση του Λένιν από τον ίδιο το Στάλιν στο έργο του «Ζητήματα του Λενινισμού» (ρως. 1928, σ. 265):

«Το αντιιμπεριαλιστικό μπλοκ μπορεί να πάρει μα δεν παίρνει πάντοτε (!) υποχρεωτικά (μένουμε υπόχρεοι για τον περιορισμό! Π.Π.) τη μορφή ενός ενιαίου εργατοαγροτικού κόμματος, που από την άποψη της μορφής (;) θα συνδέεται με μια ενιαία πλατφόρμα».

Έτσι διάλυσε τα κομμουνιστικά κόμματα ο Στάλιν στις αποικίες μέσα στους παρδαλοεργατοφτωχομεσαίους πολιτικούς σχηματισμούς, στο όνομα του Λένιν! Εκεί οδηγεί η θεωρία της «δημοκρατικής δικτατορίας» σαν ενδιάμεσου σταθμού. Αλίμονο στους Έλληνες κομμουνιστές αν δεν ιδούνε τον κίνδυνο αυτό μέσα στις αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας.

β) Το ζωντανό λενινικό σχήμα για τη διαρκή επανάσταση στα 1917-1918

Να το διάγραμμα της ιστορικής πορείας της Ρωσικής Επανάστασης του 1917: Αφού οι εργάτες μαζί με όλους τους χωρικούς γκρεμίσανε τη μοναρχία με την επανάσταση του Φλεβάρη 1917, ύστερα τον Οχτώβρη 1917 παίρνει την εξουσία το προλεταριάτο και στην κυβέρνηση ανεβάζει το επαναστατικό του κόμμα τους Μπολσεβίκους. Αρχίζει αμέσως τη ριζική λύση των αστικοδημοκρατικών καθηκόντων – διανομή φεουδαρχικών γαιοχτησιών κλπ. Κανένα απ’ αυτά δεν είχε λύσει η περίοδο της δυαδικής εξουσίας, που το ένα σκέλος της (Σοβιέτ με πλειονοψηφούσα τη μικροαστική δημοκρατία) θα μπορούσε να ονομαστεί «επαναστατική δημοκρατική δικτατορία εργατών και χωρικών». Ταυτόχρονα όμως και παράλληλα με το ξεκαθάρισμα της φεουδαρχίας και των απολυταρχικών θεσμών, η προλεταριακή επανάσταση προβαίνει στις πιο βαθιές σοσιαλιστικές εγχειρήσεις μέσα στο σύστημα της ιδιωτικής ιδιοχτησίας, δίχως διάκριση «ξένης» και «δικής μας» και μόλο που το ξένο κεφάλαιο κυριαρχούσε στα 35% της ρωσικής βιομηχανίας.
Στις 14 Δεκέμβρη 1917 εθνικοποιείται όλη η πίστη (τραπεζικά και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα), 26 του Γενάρη 1918 όλος ο εμπορικός στόλος, 15 Φλεβάρη οι  μεγάλες αποθήκες σιτηρών, τρεις μήνες ακόμα, 22 Απρίλη, όλο το εξωτερικό εμπόριο, 2 Μάη όλη η ζαχαροβιομηχανία, 20 Ιούνη η βιομηχανία της νάφθας, και με το διάταγμα της 28 Ιούνη 1918 γίνεται προλεταριακή εθνικοποίηση όλης της βιομηχανίας (μεγάλες και οι σημαντικότερες από τις μεσαίες επιχειρήσεις). Η εθνικοποίηση όλης της γης και  η διανομή στους αχτήμονες καλλιεργητές, συνοδεύουνται αμέσως από τα γνωστά διατάγματα του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων για την οργάνωση ορισμένων μεγάλων αγροχτημόνων σε πρότυπες σοβιετικές σοσιαλιστικές αγροτικές επιχειρήσεις. Αν στο πρώτο εξάμηνο της επανάστασης λύνουνται ριζικά τα  προβλήματα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης συμμαχικά μαζί με όλη την αγροτιά, που δεν είχε τελειώσει η πολιτική της διαφοροποίηση μέσα στα  Σοβιέτ και δεν είχε αποκαλυφτεί ολοκληρωτικά στα μάτια της ο αντεπανασταικός ρόλος της μικροαστικής δημοκρατίας (σοσιαλεπαναστάτες, «αριστεροί αγροτικοί», μενσεβίκοι), - ωστόσο αυτή η φάση δεν πέρασε καθόλου κάτω από κανένα ενδιάμεσο κοινωνικό και πολιτικό καθεστώς «δημοκρατικής δικτατορίας», καμιάς μοιρασμένης εξουσίας δυό τάξεων, εργατικής και «εργατοφτωχομεσαίας». Ούτε χωρίστηκε καθόλου από τα σοσιαλιστικά καθήκοντα. Αλλά αντίθετα, και οι δυό επαναστάσεις συντελεστήκανε κάτω από μια και την ίδια μορφή εξουσίας: κάτω από τη δικτατορία του προλεταριάτου στηριγμένη στους αγροτικούς μισοπρολετάριους και φτωχούς χωρικούς ενάντια στη μπουρζουαζία πόλεων και χωριών (κουλάκοι και λοιποί εκμεταλλευτές). Και η συμπλήρωση της μιας δεν εσταμάτησε το αρχίνισμα της άλλης. Ο αρχηγός της Ρωσικής Επανάστασης μας έδωσε μια επιγραμματική έκθεση για τη διαλεκτική σχέση των δυό ειδών καθηκόντων της προλεταριακής επανάστασης στη Ρωσία. Αποκαλύπτει όλο το βάθος της πλαστογραφίας που διαπράττουν οι κεντριστές πάνω στα διδάγματα της Οχτωβριανής Επανάστασης.

«Τα προβλήματα της αστικής επανάστασης τα λύσαμε παρεμπιπτόντως, σαν ένα ζήτημα συναφές με τον κύριο σκοπό μας, με το προλεταριακό επαναστατικό μας έργο. Ελέγαμε και αποδείχναμε στην πράξη ότι οι αστικοδημοκρατικές μεταρρυθμίσεις είναι ένα παρεμπίπτον επεισόδιο της προλεταριακής, δηλαδή της σοσιαλιστικής επανάστασης*. Οι Κάουτσκι, Χίλφερντινγκ, Μάρτωφ, Τσέρνωφ, Λονγκέ, Μακντόναλντ, Τουράτι και οι λοιποί ήρωες του 2 ½ Μαρξισμού δε μπορούνε να αντιληφθούν αυτή την αμοιβαία συσχέτιση μεταξύ της αστικής δημοκρατικής επανάστασης και της προλεταριακής. Η πρώτη εξακολουθάει μέσα στη δεύτερη. Η δεύτερη λύνει στο διάβα της τα προβλήματα της πρώτης...». («Η σημασία της Οχτωβριανής Επανάστασης», «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» 1924, σ. 364)

 


* Κι’ όχι καμιας άλλης, ιδιαίτερης «αστικοδημοκρατικής» επανάστασης, ούτε καμιας «ενδιάμεσης» «δημοκρατικής δικτατορίας», όπως με μπουχαρινικότατο σχολαστικισμό μας λέει ο επίσημος ερμηνευτής της 6ης Ολομέλειας: «Εφόσον (!) τα καθήκοντα αυτά είναι  αστικοδημοκρατικά..., ο χαραχτήρας της επανάστασης δεν είναι προλεταριακός... και δε θα μπορούσε να τα λύσει δίπλα στα δικά της καθήκοντα η σοσιαλιστική προλεταριακή επανάσταση». («Ριζοσπάστης», 24 Γενάρη, σελ. 2).



Κι ακόμα: θεμελιώνοντας ο Λένιν θεωρητικά τη Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ)  με το «Φόρο σε είδος» στα 1921, αναφέρεται στο βιβλιαράκι του από το Σεπτέμβρη 1917 «Πως ν’ αποσοβήσουμε την καταστροφή πούρχεται». Εκεί υποστήριζε ότι ο μονοπωλιακός κρατικός καπιταλισμός θα ήτανε για τη Ρωσία  η πιο τέλεια υλική προπαρασκευή, ο «προθάλαμος» για το Σοσιαλισμό. Και τονίζει με χαραχτηριστικά εισαγωγικά:

 

«Σημειώστε καλά πως οι γραμμές αυτές γραφτήκανε κάτω από τον Κερένσκι, και επρόκειτο τότε όχι για τη δικτατορία του προλεταριάτου, όχι για το σοσιαλιστικό κράτος, μα απλώς για το «δημοκρατικό επαναστατικό» κράτος («...sotto Kerenski e si trattava… semplicemente dello Stato «democratico rivoluzionario»). Δεν είναι φανερό πως τώρα που ξεπεράσαμε πολιτικά το στάδιο αυτό, τώρα που πραγματοποιήσαμε ολοκληρωτικά μέσα στα Σοβιέτ το σοσιαλιστικό κράτος και τη δικτατορία του προλεταριάτου..., δεν έχουμε ακόμα από υλική άποψη φτάσει σ’ αυτό τον προθάλαμο του σοσιαλισμού;...»

Η ιστορική πείρα του 1917 δεν επέτρεψε στην καθυστερημένη Ρωσία να μπει σ’ αυτόν τον προθάλαμο κάτω από το «επαναστατικό δημοκρατικό» κράτος του Κερένσκι – μέσα στα χαραχτηριστικά λενινικά εισαγωγικά – (κάτω από την ταξική διαρχία,  την «επαναστατική δημοκρατική δικτατορία εργατών και χωρικών»). Την έφερε τη Ρωσία εκεί για πρώτη φορά το κράτος της προλεταριακής δικτατορίας κατόπι.
Οι σταλινικοί με τις αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας τους ζητάνε σήμερα να μπάσουνε την Ελλάδα σ’ αυτό τον «προθάλαμο» από την ανάποδη, δηλαδή με μια «δημοκρατική δικτατορία» και μάλιστα των «εργατοφτωχομεσαίων»! Και λένε πως στηρίζουνται στη ρωσική πείρα και στη διδασκαλία του Λένιν. Μα το παραπάνω ζωντανό λενινικό σχήμα της «διαρκούς επανάστασης», όπως μας τόδωσε η ζωή στη Ρωσία του 1917, είναι η πιο γοερή αποκάλυψη της σταλινικής διαστρέβλωσης.

γ)  Η διαρκής επανάσταση και οι μελλοντικές τύχες

του Κόκκινου Οχτώβρη στο λενινικό φως

Όσο για τη «διάρκεια» του επαναστατικού προτσές στο αδιάκοπο πέρασμα από τη δημοκρατική φάση στην προλεταριακή δικτατορία πάνω στη διεθνική του συνέχιση, ο Λένιν, γνήσιος και σ’ αυτά μαθητής του Μαρξ, έχει δώσει προ πολλού μια εξουθενωτική απάντηση στις θεωρίες της 6ης Ολομέλειας για εγκαθίδρυση του «πλέριου» σοσιαλισμού στην Ελλάδα με το δήθεν υπάρχον «αναγκαίο μίνιμουμ υλικών προϋποθέσεων» γι’ αυτή τη δουλειά μέσα στα εθνικά της πλαίσια. Από άπειρες περικοπές παίρνουμε στην τύχη μερικές μόνο χαραχτηριστικές:
Όταν άφηνε την Ελβετία, μετά τη Φεβρουαριανή Επανάσταση του 1917, ο Λένιν γράφει στους Ελβετούς εργάτες:

«Η Ρωσία είναι μια χώρα αγροτική, από τις πιο καθυστερημένες. Απευθείας εκεί να θριαμβέψει ο σοσιαλισμός είναι αδύνατο... Μπορεί όμως η επανάσταση μας εκεί να γίνει ο πρόλογος της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης, ένας σταθμός που θα οδηγήσει σ’ αυτή. Το προλεταριάτο το ρωσικό δε μπορεί με τις δικές του μόνο δυνάμεις να τελειώσει νικηφόρα τη σοσιαλιστική επανάσταση (δηλ. τη σοσιαλιστικοποίηση της χώρας Π.Π.). Μπορεί όμως να δώσει στη ρωσική επανάσταση μια τέτοια έχταση, ώστε να δημιουργήσει τις καλύτερες συνθήκες για την κοινωνική επανάσταση, θα την αρχίσει τρόπον τινά. Μπορεί να κάνει την κατάσταση πιο ευνοϊκή για να μπει στις αποφαστιστικές μάχες ο κυριότερος κι ο πιο σίγουρος συνεργάτης του, το ευρωπαϊκό και αμερικανικό σοσιαλιστικό προλεταριάτο». (Τόμ. Ρωσ. 14, μέρ. 2, σ. 407-408).

Δεν «εξελίχτηκε» όμως ούτε και ως το θάνατό του η ιδέα της διαρκούς επανάστασης μέσα στο νου του Λένιν, όπως πλαστογραφούνε οι σταλινικοί για να σκεπάσουνε την απάρνηση της ιδέας αυτής από τους ίδιους. Στις 5 Ιούλη 1921 ο Λένιν δηλώνει από το βήμα του 3ου Παγκόσμιου Συνεδρίου της Κ.Δ., τέσσερα ολάκαιρα χρόνια μετά την Επανάσταση:

«Για μας, σύντροφοι, ήτανε ξεκάθαρο πως δίχως την υποστήριξη της διεθνικής επανάστασης ο θρίαμβος της προλεταριακής επανάστασης ήταν αδύνατος. Κιόλα πριν από την επανάσταση, όπως κ’ ύστερα απ’ αυτή, σκεφτόμασταν: αμέσως ή τουλάχιστο μέσα σε πολύ λίγον καιρό θα γίνει μια επανάσταση στις καθυστερημένες και στις πιο προοδεμένες καπιταλιστικά χώρες,  ειδεμή σε αντίθετη περίπτωση είμαστε χαμένοι. Μόνο που έχουμε συνείδηση γι’ αυτό το πράμα, κάναμε το παν, σε οποιεσδήποτε περιστάσεις, για να διατηρήσουμε με κάθε θυσία το σοβιετικό σύστημα, γιατί ξέσαμε ότι δουλεύουμε όχι για τον εαυτό μας, μα για τη διεθνική επανάσταση». (Τόμ. 18, μέρ. 1, σ. 321).

Και τον ίδιο χρόνο ο Λένιν συσχέτιζε από τη μια μεριά τη συμμαχία του νικηφόρου προλεταριάτου με την αγροτιά, και από την άλλη, τη διεθνική διαρκή επανάσταση έτσι:

«Σε μια ολόκληρη σειρά έργα μας, σε όλες τις διακηρύξεις μας, υπογραμμίσαμε πως στη Ρωσία... η κοινωνική επανάσταση δε μπορεί να θριαμβέψει τελειωτικά παρά μόνο με δυό όρους: πρώτα να υποστηριχτεί, στον κατάλληλο καιρό που θα χρειαστεί, από την κοινωνική επανάσταση σε μια ή περισσότερες προχωρημένες χώρες... Η άλλη προϋπόθεση είναι η συνεννόηση του προλεταριάτου, που ασκεί τη δικτατορία του, με την πλειοψηφία του αγροτικού πληθυσμού... Ξέρουμε ότι μονάχα με τη συνεννόηση αυτή μπορούμε να σώσουμε τη σοσιαλιστική επανάσταση της Ρωσίας όσον καιρό η επανάσταση δεν έχει γίνει σε άλλες χώρες». (Τόμ. 18, μέρ. 1, σελ. 137-138).

Δεν πέρασαν δυό χρόνια από το θάνατο του Λένιν, και ο Στάλιν διακήρυχνε από την «Πράβντα» στο όνομα του ...Λένιν:

«Το Κόμμα δέχτηκε πάντοτε σαν αφετηρία του ότι ο θρίαμβος του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα είναι η δυνατότητα να ανοικοδομηθεί σοσιαλιστικά αυτή η χώρα («εγκαθίδρυση του ολοκληρωτικού σοσιαλισμού», λέει το μπουχαρινοσταλινικό πρόγραμμα του 6ου Συνέδριου), «και ότι αυτό το έργο μπορεί να πραγματοποιηθεί με τις δυνάμεις μιας μόνο χώρας»! («Πράβντα», 12-11-1926).

Ο ιδεολογικός πυρήνας της απόφασης της 6ης Ολομέλειας είναι αυτή η σταλινική θεωρία του «πλέριου» σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα, και μάλιστα στην Ελλάδα! Την ευαγγελίζουνται την ιδέα αυτή οι κούτβηδες στο όνομα του Λένιν. Καθένας τώρα μπορεί να δει το μέγεθος της πλαστογραφίας που κάνουνε πάνω στις ιδέες του Λένιν.

5.  Η διαρκής επανάσταση στη Ρόζα Λούξεμπουργκ

Το ζήτημα της στρατηγικής των επαναστατών μαρξιστών μέσα στη Ρωσική Επανάσταση βρήκε, ύστερ’ από τις σφοδρότατες συζητήσεις του 1905-1907, μια εξαντλητική επεξεργασία μέσα στη Συνδιάσκεψη του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, πούγινε το Δεκέμβρη 1908 στο Παρίσι. Εκεί η Ρόζα Λούξεμπουργκ, εξ ονόματος της πολωνικής αριστεράς, μαζί με τον Λεόν Νταβίντοβιτς Τρότσκι, εισηγηθήκανε μια απόφαση που ψηφίστηκε πρώτ’ απ’ όλους από το Λένιν εξ ονόματος της μπολσεβίκικης φράξιας. Συνόψιζε όλη τη στρατηγική για τη δημοκρατική επανάσταση που ερχότανε  στη Ρωσία με το σύνθημα: «Δικτατορία του προλεταριάτου που θα στηρίζεται και στην αγροτιά». Και η εισήγηση της Ρόζας κοντολογίς διαπίστωνε: η επαναστατική αγροτιά εξαιτίας του διασκορπισμού της, είναι ανίκανη να παίξει έναν ανεξάρτητο πολιτικό ρόλο και να βγάλει ένα πραγματικά ανεξάρτητο από τη μπουρζουαζία δικό της κόμμα. Έτσι, είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί ποτές μια μοιρασιά της πολιτικής εξουσίας ανάμεσα στο προλεταριάτο και στην αγροτιά, είναι αδύνατο να υπάρξει ποτές ένα καθεστώς ιδιαίτερο κοινής «δημοκρατικής δικτατορίας» τους. Τα πολιτικά συμφέροντα των αγροτών μπορεί να τα πραγματοποιήσει μονάχα το προλεταριάτο που θα στηρίζεται σε μια συμμαχία με την αγροτιά. Αυτό σημαίνει ότι στη δημοκρατική επανάσταση το προλεταριάτο πρέπει να εγκαθιδρύσει την προλεταριακή δικτατορία, που δε σταματάει στην εκτέλεση μόν των δημοκρατικών καθηκόντων, μα καταπιάνεται αμέσως και με σοσιαλιστικά καθήκοντα και έτσι η δημοκρατική επανάσταση χωρίς διακοπή και ενδιάμεσους σταθμούς, άμεσα περνάει μέσα στη σοσιαλιστική επανάσταση. Το πέρασμα αυτό γίνεται κάτω από το καθεστώς της προλεταριακής διχτατορίας. Από δω και η ονομασία αδιάκοπη, συνεχής εξακολουθητική, ασταμάτηση, άσταθμη, διαρκής επανάσταση.
Η σημασία της απόφασης εκείνης για την ιστορία του επαναστατικού μαρξισμού στη Ρωσία δε μειώνεται καθόλου από το σταλινικό ισχυρισμό ότι ύστερ’ από την παρισινή Συνδιάσκεψη οι μπολσεβίκοι στο «Σοσιαλδημοκράτη» ξαναγύρισανε στο σύνθημα του 1905 «δημοκρατική δικτατορία» γιατί η υποχώρηση του Λένιν στη «φραστική διατύπωση» της Ρόζας και του Τρότσκι είχε γίνει μόνο με το σκοπό να εξασφαλιστεί η ενότητα όλης της αριστεράς κατά των μενσεβίκων μέσα στη Συνδιάσκεψη εκείνη. Τόσο μεγαλύτερη είναι η σημασία της απόφασης εκείνης, όσο γιατί το ουσιαστικό της πνεύμα αποτέλεσε το στρατηγικό προσανατολισμό που ο Λένιν αντέταξε το 1917, καθώς θα δούμε, στους αδιόρθωτους μπολσεβίκους της «δημοκρατικής δικτατορίας».
Από την άλλη μεριά, η μεγαλύτερη θεωρητικός του δυτικοευρωπαϊκού επαναστατικού μαρξισμού στον 20ό αιώνα, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, μας σκιαγραφεί με λίγα λόγια τη διαρκή επανάσταση στη διεθνική της λειτουργία, με μια από τις «Επιστολές του Σπάρτακου» (Γενάρης 1918, λίγες μέρες πριν δολοφονηθεί):


«Η ταξική πολιτική του προλεταριάτου είναι από την εσώτερη φύση και ουσία της διεθνική, γι’ αυτό μονάχα διεθνικά μπορεί να πραγματοποιηθεί. Αν περιοριστεί σε μια μόνο χώρα, τότε και η δράση της επαναστατικής εμπροσθοφυλακής στις κατοπινές της συνέπειες γίνεται σφαλερή (wird auf den Kopf festellt)…Σ’ αυτό κλείνεται η τύχη της Ρωσικής Επανάστασης, η ζωή και ο θάνατός της. Το σκοό της μπορεί να τον πετύχει μόνο σαν πρόλογος της ευρωπαϊκής επανάστασης του προλεταριάτου». («Internationale», όργανο Κ.Κ. Γερμανίας, Μάρτης 1925, σελ. 121).


6.  Η διαρκής επανάσταση στον Τρότσκι

Συστηματοποιώντας σήμερα ο Λεόν Νταβίντοβιτς Τρότσκι τη μαρξιστική θεωρία και την πείρα από τρεις επαναστάσεις στη Ρωσία και από όλη την επαναστατική εξέλιξη στις ευρωπαϊκές και αποικιακές χώρες, αναστηλώνει τη θεωρία της διαρκούς σοσιαλιστικής επανάστασης ενάντια στην κεντριστική της αναθεώρηση μέσα στην Κ.Δ. και μας δίνει ολοκληρωμένο το σχήμα της, σα μιας επαναστατικής αδιάκοπης πορείας, εθνικής και διεθνικής, που αναπότρεπτα οδηγεί σε θυελλώδεις εκρήξεις, εμφύλιους πόλεμους στο εσωτερικό, και αποικιακούς και επαναστατικούς πολέμους στο εξωτερικό, ανεξάρτητα αν πρόκειται για χώρες καθυστερημένες που μόλις χτες είδανε την αστικοδημοκρατική τους μετατροπή ή για παλιές καπιταλιστικές χώρες με μακρινό παρελθόν δημοκρατικό.


«Στη σημερινή εποχή τα δημοκρατικά προβλήματα των αστικών χωρών τις σπρώχνουνε προς τη δικτατορία του προλεταριάτου, και η δικτατορία αυτή βάζει στην ημερήσια διάταξη τα σοσιαλιστικά προβλήματα... Ενώ η παλιότερη (σοσιαλδημοκρατική) παράδοση βεβαίωνε πως ο δρόμος προς τη δικτατορία του προλεταριάτου θα περνούσε  πρώτα από μια μακριά περίοδο δημοκρατίας, η θεωρία της διαρκούς επανάστασης έθετε την αρχή ότι για όλες τις καθυστερημένες χώρες ο δρόμος για τη δημοκρατία περνάει από τη δικτατορία του προλεταριάτου. ΄Ετσι (σ’ αυτές τις χώρες) η δημοκρατία δεν είναι δυνατό ν’ αποτελέσει κανένα ιδιαίτερο καθεστώς, αλλά θα χρησιμέψει σαν προοίμιο της σοσιαλιστικής επανάστασης. Οι δυό αυτές επαναστάσεις είναι ενωμένες με αδιάλυτους δεσμούς. Ανάμεσα στη δημοκρατική επανάσταση και στη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση της κοινωνίας, δημιουργείται έτσι μια συνέχεια (Permanenz)  της επαναστατικής εξέλιξης.
«Ποιό είναι το περιεχόμενο της (προλεταριακής) δικτατορίας (στις φεουδαρχικές χώρες); Πρώτ’ από όλα θα πραγματοποιήσει ως το τέλος την αγροτική επανάσταση, και θα προβεί στη δημοκρατική ανασυγκρότηση του κράτους. Δηλαδή, η δικτατορία του προλεταριάτου, στηριγμένη σε πολλά εκατομμύρια χωρικούς (αφού οι χωρικοί είναι ανίκανοι να δημιουργήσουν ένα πραγματικά ανεξάρτητο κόμμα τους, κι ακόμα λιγότερο να συγκεντρώσουνε την επαναστατική εξουσία στα χέρια ενός τέτοιου κόμματος), θα γίνει το καταλληλότερο όργανο για να λύσει τα προβλήματα αυτής της ιστορικά καθυστερημένης αστικής επανάστασης. Μα το πράμα δε θα μείνει ως εδώ. Μια κι ανέβηκε στην εξουσία, το προλεταριάτο θα βρεθεί αναγκασμένο να κάνει όλο και πιο συχνά επεμβάσεις στην περιοχή της ιδιωτικής ιδιοχτησίας γενικά, δηλαδή να τραβήξει πάνω στο δρόμο της σοσιαλιστικής δράσης... Η αστική επανάσταση πλαταίνει για να γίνει δίχως ένα μεταβατικό σταθμό σοσιαλιστική, γίνεται έτσι μια διαρκής, συνεχής επανάσταση... Η σοσιαλιστική επανάσταση αρχίζει στο εθνικό πεδίο, αναπτύσσεται στο διεθνικό και καταλήγει στο παγκόσμιο. Έτσι η σοσιαλιστική επανάσταση γίνεται διαρκής και στην πιο πλατειά έννοια, του όρου: δε βρίσκει την ολοκληρωτική της τελείωση παρά μόνο στην οριστική νίκη της νέας κοινωνίας πάνω σ’ όλο τον πλανήτη μας.
«Οι (σταλινικοί) επίγονοι με μια καθαρά μηχανική μέθοδο, αποχωρίζουνε το ζήτημα της δημοκρατικής δικτατορίας από τη σοσιαλιστική δικτατορία. Το ίδιο, αποχωρίζουνε την εθνική σοσιαλιστική επανάσταση από τη διεθνική επανάσταση. Φαντάζουνται την κατάχτηση της εξουσίας στα εθνικά πλαίσια, όχι σα μια εναρχτήρια πράξη, παρά σα μια τελική πράξη της Επανάστασης: ύστερα, έρχεται η περίοδο των μεταρρυθμίσεων, που θα καταλήξει στην (ολοκληρωτική) εθνική-σοσιαλιστική κοινωνία!» (L. Trotski, Die permanente Revolution, Berlin -  Wilmersdorf, 1930. S. 29).


Μπροστά σ’ αυτά τα θεμελιακά ντοκουμέντα του Επιστημονικού Κομμουνισμού, τι είναι η νέα στρατηγική της «6ης  Ολομέλειας» με το «αναγκαίο μίνιμουμ» εθνικών σοσιαλιστικών προϋποθέσεων στην ...Ελλάδα, και με το «εργατοφτωχομεσαίο» ενδιάμεσο καθεστώς της, που φροντίζουνε βέβαια οι κούτβηδες να μας πουν ότι δε χωρίζεται «με σινικά τείχη» από τη διχτατορία του προλεταριάτου, ωστόσο όμως μας δηλώνουν ότι είναι κάτι διαφορετικό στον ταξικό χαραχτήρα της εξουσίας και στο πρόγραμμά του;  Τί είναι αυτό το σταμάτημα και ο ασκητικός αυτοπεριορισμός του ελληνικού προλεταριάτου σε αποκλειστικά και μόνο αστικοδημοκρατικά καθήκοντα αφού η απόφαση δηλώνει πως είναι άγνωστο πότε, «πολύ ή λίγο αργά», από αυτά  τα καθήκοντα θα επιτραπεί τέλος πάντων στο προλεταριάτο μας να περάσει στα καθήκοντα της προλεταριακής δικτατορίας, τα σοσιαλιστικά;
Μπορούσε ποτέ να γίνει ελεεινότερη γελοιογραφία της μαρξιστικής θεωρίας για τη διαρκή επανάσταση; Μπορούσε να σκορπιστεί με άλλον τρόπο φοβερότερη ιδεολογική σύγχυση και χάος στα μυαλά των αγωνιζομένων προλεταριακών επαναστατών της χώρας μας;



Χ.  Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΕΙΡΑ

 


1. Η «δημοκρατική δικτατορία» στη Ρωσία το 1905 και το 1917


«Όποιος μιλάει για «επαναστατική δημοκρατική δικτατορία» πέρασε ουσιαστικά με το μέρος της μπουρζουαζίας ενάντια στην ταξική πάλη του προλεταριάτου. Ο τύπος αυτός πάλιωσε. Η ζωή τον έφερε από το βασίλειο των γενικών τύπων στο βασίλειο της πραγματικότητας, τόνε γιόμισε με σάρκες και οστά, τον έκανε συγκεκριμένο και έτσι τόνε τροποποίησε.


Απρίλης 1917   Λένιν»


Το σύνθημα «επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» προήλθε ιστορικά από μια γενικότερη και πολύ πλατειά έκφραση («αλγεβρική» την είπε ο Τρότσκι) της συνεργασίας του προλεταριάτου με τα κατώτερα στρώματα της αγροτιάς μέσα στη ρωσική δημοκρατική επανάσταση του 1905.
Η Ρωσία τότε ήταν η πιο καθυστερημένη χώρα της Ευρώπης. Κυριαρχούσε, δίχως κανένα Σύναγμα, η μεσαιωνική απολυταρχία των τσάρων με έναν υπεραντιδραστικό κρατικό μηχανισμό που πλησίαζε ουσιαστικά τις πιο απαίσιες  μορφές  της αστικής βαρβαρότητας.
Δίπλα σε ένα συγχρονισμένο, ξένο ιδίως, χρηματιστικό και βιομηχανικό κεφάλαιο, που κρατούσε τη συγκεντρωμένη οικονομική ζωή της πόλης και καταπίεζε άγρια ένα ολιγάριθμο μα συμπαγές μοντέρνο προλεταριάτο, με υπερδεκάωρη εργάσιμη ημέρα, δίχως ίχνος πολιτικής ελευθερίας κλπ., η αχανέστατη έχταση της αγροτικής Ρωσίας ήταν ένα μεγάλο τσιφλίκι στα νύχια μιας παντοδύναμης τάξης γαιοχτημόνων.
Έτσι, η κύρια ιστορικά καθήκοντα της επανάστασης εκείνης ήταν η κατάλυση της μοναρχίας και η ριζική λύση του αγροτικού ζητήματος με την οριστική κατάργηση της πανίσχυρης τάξης των γαιοχτημόνων, προβλήματα που  για τη σύγχρονη Ελλάδα δεν υπάρχουνε σαν καθολικά εθνικά καθήκοντα. Η φιλελεύθερη ρωσική μπουρζουαζία, βαθύτατα εχθρική προς την εργατική τάξη και τους επαναστατημένους χωρικούς, ήτανε δεμένη σφιχτά με πολλούς δεσμούς μαζί με την φεουδαρχία. Αντίθετα με τους μενσεβίκους που μυωπικά αντικρύζανε τη μπουρζουαζία για κινητήρια δύναμη της δημοκρατικής επανάστασης, ο Λένιν καθόριζε για καθήκο του ρωσικού προλεταριάτου και της αγροτιάς να ηγηθούνε συμμαχικά και οι δυό τους μέσα στη δημοκρατική επανάσταση και να δώσουνε στα καθήκοντά της την πιο αποφασιστική ριζική «πληβειακή» λύση. Σκοπό τους έπρεπε να βάλουνε την εφαρμογή του «μίνιμουμ προγράμματος» της Σοσιαλδημοκρατίας τότε, ελευθερίες συνδικαλιστικής και πολιτικής οργάνωσης και δράσης, οχτάωρο, προστασία εργατική κλπ. κλπ. Αυτή τη γενική ιδέα της επαναστατικής συμμαχίας ενσάρκωνε τότε το μπολσεβίκικο σύνθημα του 1905. Δεν καθόριζε όμως, ούτε ήτανε δυνατό να καθορίσει τότε ο Λένιν, ποιά θα ήταν η συγκεκριμένη έκφραση της εξουσίας εκείνης, αν δηλαδή η αγροτιά θα ήταν ικανή να δώσει ένα δικό της ανεξάρτητο πολιτικό σχηματισμό,  που να «διχτατορέψει» μαζί με το κόμμα του προλεταριάτου ενάντια στη μπουρζουαζία. Ούτε η ιστορία έδωσε την ευκαιρία να δοκιμαστεί τότε πραχτικά, περνώντας στη ζωή, η γενική εκείνη φόρμουλα (τύπος) του Λένιν.
Είναι αλήθεια πως η σκέψη του Λένιν τότε έφτανε ίσαμε το σημείο να παραδέχεται πως στη συμμαχική εξουσία που θάβγαινε από τη «πληβειακή» εκείνη επανάσταση, την πλειονοψηφούσα αντιπροσώπευση μπορούσε να την έχει η αγροτιά κι όχι το προλεταριάτο.
Στην πολεμική του ενάντια στο θεωρητικό του Μενσεβικισμού, το Μαρτίνωφ – τώρα είναι θεωρητικός του σταλινικού κεντρισμού και ειδικά στάθηκε ο «θεωρητικός» της κινέζικης καταστροφής, καθώς εξηγούμε διεξοδικά πιο κάτω, 3, α, β- έγραφε ο Λένιν, μαζί με άλλα:

«Στην προσωρινή κυβέρνηση, μας λένε, η Σοσιαλδημοκρατία θάχει την εξουσία. Η Σοσιαλδημοκρατία όμως σαν κόμμα του προλεταριάτου δε μπορεί να κρατάει στα χέρια της την εξουσία δίχως να προσπαθήσει να πραγματοποιήσει τη σοσιαλδημοκρατική ανατροπή (επανάσταση). Μα μόλις θα άρχιζε μια τέτοια δουλειά, θα αποτύγχανε σήμερα και μόνο θα ντροπιαζότανε...
«Στην προσωρινή κυβέρνηση, μας λένε, η Σοσιαλδημοκρατία θάχει την εξουσία. Η Σοσιαλδημοκρατία όμως, σαν κόμμα του προλεταριάτου δε μπορεί να κρατάει στα χέρια της την εξουσία δίχως να προσπαθήσει να πραγματοποιήσει τη σοσιαλδημοκρατική ανατροπή (επανάσταση). Μα μόλις  θα άρχιζε μια τέτοια δουλειά, θα αποτύγχανε σήμερα και μόνο θα ντροπιαζότανε...
«Η παρατήρηση αυτή στηρίζεται σε μια σύγχυση ανάμεσα στη δημοκρατική και στη σοσιαλιστική ανατροπή, ανάμεσα στον αγώνα για τη Δημοκρατία (μαζί με όλο το μίνιμουμ πρόγραμμά μας) και στον αγώνα για το Σοσιαλισμό: Αν η Σοσιαλδημοκρατία έκανε την απόπειρα να βάλει άμεσα (unverzuglich -  δίχως αναβολή) για σκοπό  της τη σοσιαλιστική ανατροπή, τότε πραγματικά μόνο θα ντροπιαζότανε...»

Τέτοια θα ήτανε – κατά την τοτινή λενινική υπόθεση – η «επαναστατική δημοκρατική δικτατορία εργατών και χωρικών». Ώσπου να μπορέσει να προχωρήσει για να «περάσει άμεσα στη σοσιαλιστική επανάσταση», θα περιοριζότανε να εφαρμόζει το δημοκρατικό πρόγραμμα και το μίνιμουμ εργατικό, δηλαδή τις απαιτήσεις της εργατικής τάξης μέσα στο καθεστώς της ατομικής ιδιοχτησίας. Πως έβλεπε ο Λένιν αυτό το «πέρασμα» στη σοσιαλιστική επανάσταση;


«Αν η ρωσική απολυταρχία δεν ξεφύγει τώρα τον κίνδυνο, αν πληρώσει όχι μόνο με ένα ομορφογραμένο Σύνταγμα, αν όχι μόνο κλονιστεί μα γκρεμιστεί, τότε είναι φανερό πως θα απαιτηθεί μια γιγάντια ένταση των επαναστατικών δυνάμεων από όλες τις προοδεμένες τάξεις, για να διατηρήσουμε αυτές τις καταχτήσεις. ΄Οσο πιο πολλά καταχτήσουμε τώρα, όσο πιο γερά προστατέψουμε τα καταχτημένα, τόσο λιγότερο θα μπορέσει να μας τα πάρει αργότερα η αντίδραση που έρχεται αναπόφευγα, τόσο πιο εύκολο θα  είναι το έργο των προλεταριακών αγωνιστών που μας ακολουθάνε». («Βπεριόντ», αριθ. 14, Μάρτη 1905).

Βλέπουμε λοιπόν πολύ καθαρά ποιόν οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό ρόλο φανταζότανε ο Λένιν για τη «δημοκρατική δικτατορία»: Θα ξερίζωνε τη φεουδαρχία, στη θέση της θάβαζε μια ριζοσπαστική δημοκρατία. Κι αυτή θα δημιουργούσε ύστερα το έδαφος όπου πάνω θα αναπτυσσότανε ο προλεταριακός αγώνας για την εξουσία. Τη δημοκρατική αυτή δικτατορία δεν τη σκεφτότανε τότε απλώς σαν μια σύντομη μεταβατική κατάσταση, αλλά σα μια ολόκληρη φάση με αγώνες εσωτερικούς και με την «αναπόφευγη αντίδραση», που μέσα σ’ αυτούς τους αγώνες θα προετοιμαζότανε το έδαφος για τους «προλεταριακούς αγωνιστές που μας ακολουθάνε».
Στον «αλγεβρικό» κείνο τύπο («φόρμουλα») του Λένιν, που δε βρήκε τον καιρό να εξελεγχτεί από την ιστορική πράξη του 1905, αντιτάχτηκαν ο Τρότσκι και η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Πιο πάνω (κεφ. ΙΧ, 5) έγινε μια σύντομη έκθεση για τις γνώμες που υποστηρίξανε οι δυό τους.
Ο Λ. Τρότσκι, συνοψίζοντας επιγραμματικά τη θέση του, έγραφε στο άρθρο του «Συμπεράσματα και Προοπτικές»:

«Γι’ αυτό δε μπορεί να γίνει λόγος για καμιά ιδιαίτερη μορφή της προλεταριακής δικτατορίας μέσα στην αστική επανάσταση, δηλαδή για μια δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου (ή του προλεταριάτου και της αγροτιάς). Η εργατική τάξη δε μπορεί να εξασφαλίσει το δημοκρατικό χαραχτήρα της δικτατορίας της, δίχως να ξεπεράσει τα όρια του δημοκρατικού της προγράμματος...»

Μπορούμε να πούμε πως όλες οι σφοδρές συζητήσεις ανάμεσα στους Ρώσους μαρξιστές που ανάψανε στα 1905 κ’ ύστερα γύρω από τα βασικά προβλήματα της Ρωσικής Επανάστασης,  βρήκανε το ιστορικό τους κλείσιμο – ύστερ’ από το προαναφερμένο ιντερμέτζο της Συνδιάσκεψης του 1908 – τον Απρίλη και τον Οχτώβρη 1917.
Στα 1917, αντίθετα με το πνεύμα του Λένιν, πολλοί παλιοί μπολσεβίκοι πήρανε σαν παπαγάλοι τη γενική έκφρασή του για το 1905, και της δώσανε έναν υπεριστορικό χαραχτήρα. Μεταβάλανε τη γενική ιδέα της εργατοαγροτικής συμμαχίας σε ένα ολόκληρο και ιδιαίτερο ενδιάμεσα μεταξύ αστικής και προλεταριακής δικτατορίας καθεστώς πολιτικής συγκυριαρχίας προλεταριάτου και χωρικών, με αποκλειστικό σκοπό «τη συμπλήρωση της αστικοδημοκρατικής επανάστασης».
Πάνω σ’ αυτή τη στρατηγική προοπτική βασιζότανε η Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων, που διεύθυνε το Κόμμα μέσα στη Ρωσία το Μάρτη 1917, ύστερ’ από την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη.
Οι Στάλιν, Κάμενεφ και Σία, που αποτελούσανε τότε την Κεντρική Επιτροπή μέσα στη Ρωσία και συντάσσανε υπεύθυνα το όργανο του Κόμματος «Πράβντα», ήτανε προσανατολισμένοι ολοκληρωτικά προς αυτή την κατεύθυνση: Περιορίζονταν απλά και μόνο να «πιέζουνε» την προσωρινή αστική κυβέρνηση για να... κλείσει ειρήνη και να τραβήξει το δρόμο της δημοκρατικής μεταρρύθμισης, ίσα-ίσα γιατί στο παραμικρό δεν είχανε μπροστά τους την επαναστατική προλεταριακή λύση του προβλήματος της ειρήνης. Έτσι καταντούσανε σε θέση σοσιαλπατριωτική. Να τα κύρια άρθρα της «Πράβντας»  λίγες μέρες προτού φτάσει ο Λένιν στην Πετρούπολη:

«Το σύνθημά μας δεν είναι διάλυση του επαναστατικού και επαναστατικοποιούμενου στρατού, όχι το ανόητο «κάτω ο πόλεμος!»  Το σύνθημά μας είναι πίεση (!) πάνω στην  προσωρινή κυβέρνηση με το σκοπό να την εξαναγκάσουμε να εμφανιστεί ανοιχτά μπροστά στην παγκόσμια Δημοκρατία (!) με την προσπάθεια να απαιτήσει από όλες τις εμπόλεμες χώρες ν’ αρχίσουν αμέσως διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πόλεμου. Μέχρι τότε όμως καθένας θα μείνει στις θέσεις του στο μέτωπο»! («Πράβντα» αρ. 9-15 Μάρτη 1917, άρθρο «Χωρίς μυστική διπλωματία»).
«Ποιά είναι η διέξοδο; Η μόνη διέξοδο είναι ο δρόμος της πίεσης (!) πάνω στην προσωρινή κυβέρνηση με την απαίτηση να κηρυχτεί έτοιμη για άμεσες διαπραγματεύσεις ειρήνης» («Πράβντα» αρ. 10 Μάρτη 1917)*
.

 


*Από τις αναδημοσιεύσεις που γίνουνται στο φύλλο 18, 29 Γενάρη 1925 του οργάνου της Κ.Δ. «Imprekor», στη μελέτη «Die Lehren des Oktober», σελ. 226. στηλ. 1 και 2.



Στην πραγματικότητα όμως εκείνοι οι «αδιόρθωτοι παλιοί μπολσεβίκοι» δε βλέπανε τις τεράστιες μεταβολές από το 1905 ίσαμε το 1917: Την παγκόσμια κατάρρευση του καπιταλιστικού συστήματος πρώτα-πρώτα, που εκδηλωνότανε με το μεγάλο πόλεμο. Ακόμα, στην περίοδο από το 1905 ίσαμε 1917 η αντιδραστικοποίηση της μικροαστικής δημοκρατίας και ο αστικός εκφυλισμός της σοσιαλδημοκρατίας κάνανε γιγάντιες πρόοδες. Να οι βασικότερες ιστορικές αντικειμενικές αιτίες που ο Λένιν τότε διακήρυξε ανοιχτά ότι το σύνθημα «δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» του 1905 – το βαθύτερο πνεύμα της παλιάς λενινικής φόρμουλας – δε μπορούσε να πραγματοποιηθεί αλλιώτικα παρά μόνο μέσα στη δικτατορία του προλεταριάτου που θα τραβούσε μαζί της και τις εργαζόμενες αγροτικές μάζες. Θάναι νόστιμο να μας εξηγήσουνε οι «λενινιστές» της 6ης Ολομέλειας από που πειστήκανε πως η ασύγκριτα πιο μεγάλη και πραγματικά κολοσσιαία διαφοροποίηση από τα 1917 ίσαμε τη συγκλονιστική μεταπολεμική γενική κρίση του καπιταλισμού (1917-1934) δεν ισχύει για την Ελλάδα, που είναι κατά τη θεωρία τους ώριμη μόνο για το υποθετικό πρόγραμμα του ρωσικού 1905 («δημοκρατική δικτατορία»).
Ο Λένιν όμως, σαν αληθινός μαρξιστής που είχε την ικανότητα να διακρίνει την ιστορική κίνηση και μεταβολή στις συνθήκες της ρωσικής εξέλιξης μέσα στο διαλεκτικό της συσχετισμό με την παγκόσμια, αντιτάχτηκε με την πλατφόρμα του, τον Απρίλη 1917, και πριν ακόμα, στην πολιτική των «απαρχαιωμένων μπολσεβίκων του 1905». (Βλέπε την πλατφόρμα του Λένιν πιο πάνω ΙΧ, 4, α).
Να και οι καταπέλτες του Λένιν ενάντια σ’ αυτή την επονείδιστη πολιτική από την Ελβετία κιόλα, στις ίδιες σχεδόν μέρες που οι Στάλιν-Κάμενεφ έγραφαν εκείνα τα άρθρα στην «Πράβντα»:

 

«Να απευθυνόμαστε σ’ αυτή την κυβέρνηση (Λβωφ-Γκούτσκωφ-Μιλιούκωφ) προτείνοντάς της να κλείσει ειρήνη, είναι σα να κάνουμε κήρυγμα ηθικής σε διευθυντές οίκων ανοχής». («Επιστολές από μακριά» 12 Μάρτη). «Είναι απόλυτα απαράδεχτο να κρύβουμε από τον εαυτό μας και από το λαό ότι η κυβέρνηση αυτή θέλει να συνεχίσει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ότι είναι πράχτορας του αγγλικού καπιταλισμού, ότι στερεώνει την εξουσία των γαιοχτημόνων και των καπιταλιστών»  (8 Μάρτη).

Μόλις πάτησε το πόδι του σε ρωσικό έδαφος ο Λένιν, γράφει την ίδια μέρα (4 Απρίλη) στην Κεντρική Επιτροπή των Στάλιν-Κέμενεφ και Σία:

«Καμιά υποστήριξη στην Προσωρινή Κυβέρνηση, ξεσκέπασμα αλύπητο των απατηλών της υποσχέσεων, ειδικά στο σημείο για την «παραίτηση από προσαρτήσεις». Ξεμασκάρεμά της αντί να της προβάλλουμε την απαίτηση, που γεννάει τερατώδεις αυταπάτες, να πάψει η κυβέρνηση αυτή νάναι η κυβέρνηση των καπιταλιστών νάναι ιμπεριαλιστική».

Στη Συνδιάσκεψη του Κόμματος τον Απρίλη ο Λένιν αναγκάζεται να ανοίξει μια λυσσαλέα πάλη ενάντια στην ίδια τάση, που πολεμώντας τη λενινική πλατφόρμα ως ανυπόφορα «διαρκοεπαναστατική» ήθελε, όπως σήμερα η 6η Ολομέλειά μας, να προσανατολίσει το Κόμμα προς τη «συμπλήρωση της αστικοδημοκρατικής επανάστασης» με βάση την παλιά φόρμουλα του 1905, και κατηγορούσε το Λένιν ότι «πηδάει με τρόπο μπλανκιστικό τα στάδια της εξέλιξης», ότι «παραγνωρίζει τον αγροτικό χαραχτήρα της χώρας και την τεράστια αριθμητική αδυναμία του ρωσικού προλεταριάτου». Στη λενινική πλατφόρμα της σοσιαλιστικής προλεταριακής επανάστασης, πρόλογου της διεθνικής, η δεξιά αντέταξε το παλιό «μίνιμουμ» πρόγραμμα της  «δημοκρατικής δικτατορίας» του 1905, το ίδιο που διατάζει η σταλινική γραφειοκρατία σήμερα για την Ελλάδα.
Ο Λένιν απαντούσε (άνοιξη 1917) με την περίφημη «Επιστολή για την Ταχτική», όπου εξηγάει από την Πετρούπολη στους Κάμενεφ και Σία τα σφάλματά τους:

«Τα μπολσεβίκικα συνθήματα και οι μπολσεβίκικες σκέψεις επαληθεύτηκαν από την ιστορία γενικά. Συγκεκριμένα όμως τα πράματα διαμορφωθήκανε διαφορετικά από ό, τι μπορούσε κανείς (όποιος κι αν είναι αυτός) να τα περιμένει. Όποιος αγνοεί, όποιος λησμονάει το γεγονός αυτό, μοιάζει μ’ εκείνους τους παλιούς μπολσεβίκους, που δεν είναι η πρώτη φορά που παίξανε ένα θλιβερό ρόλο στην ιστορία του Κόμματός μας, με το να ξαναμασάνε ανόητα μια φόρμουλα που κάπου τη διαβάσανε (τη μάθανε), αντί να μελετήσουνε την ιδιομορφία της νέας, της ζωντανής πραγματικότητας...
«Όποιος μιλάει για «επαναστατική δημοκρατική δικτατορία» πέρασε ουσιαστικά με το μέρος της μπουρζουαζίας ενάντια στην ταξική πάλη του προλεταριάτου. Αυτόνε πρέπει να τον πετάξουμε στ’ αρχεία των «μπολσεβίκων σπανιοτήτων»*. Η θεωρία είναι γριά, φίλε μου, και το δέντρο της ζωής είναι αιώνια πράσινο. Να θέτεις το ζήτημα της «συμπλήρωσης» της αστικής επανάστασης, είναι σα να θυσιάζεις το ζωντανό μαρξισμό στο νεκρό γράμμα. ΄Αλλοτε λέγαμε: την εξουσία της μπουρζουαζίας μπορεί και πρέπει να τη διαδεχτεί η εξουσία του προλεταριάτου και των  χωρικών, η δικτατορία τους. Στη ζωή τα πράγματα ήρθαν αλλιώτικα: είδαμε μια πρωτότυπη περιπλοκή των δυό αυτών εξουσιών. Η εξουσία της μπουρζουαζίας (κυβέρνηση Λβωφ-Γκούτσκωφ) υπάρχει παράλληλα με την επαναστατική δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, δικτατορία που, θεληματικά, αφήνει την εξουσία στη μπουρζουαζία και  γίνεται μονάχη της βοηθητικό όργανο της μπουρζουαζίας...
«Η επαναστατική δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς πραγματοποιήθηκε κιόλα μέσα στη ρωσική επανάσταση, με κάποιες μορφές και ίσαμε ένα ορισμένο βαθμό. Γιατί η φόρμουλα αυτή βλέπει μόνο την αμοιβαία σχέση των τάξεων και όχι το συγκεκριμένο πολιτικό θεσμό που πραγματοποιεί την αμοιβαία αυτή σχέση, τη συνεργασία αυτή...
«Τα σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών και στρατιωτών – να κιόλας η πραγματοποιημένη από τη ζωή επαναστατική δικτατορία  του προλεταριάτου και της αγροτιάς...
«Η φόρμουλα αυτή πάλιωσε. Η ζωή την έφερε από το βασίλειο των γενικών τύπων στο βασίλειο της πραγματικότητας, τήνε γιόμισε με σάρκες και οστά, την έκανε συγκεκριμένη και μ’ αυτό την τροποποίησε (modifiziert)». (Τόμ. 14, μέρ. 1, σελ. 28, κ. Εφ.).

 


*«Celui qui ne parle que de «la dictature revolutionnaira de mocratique du proletariat et de la paysanneri», celui-la retarde sur la vie etc». Έτσι δίνει ο Λ. Τρότσκι στα γαλλικά το χωρίο από τα Άπαντα του Λένιν, παραπέμποντας στη σχετική σελίδα τους της ρωσικής έκδοσης. Ο «Ριζοσπάστης» ισχυρίστηκε πως το ρωσικό κείμενο έχει και τη λέξη «τώρα», δηλαδή: «όποιος τώρα μιλάει για δημοκρατική δικτατορία κλπ.» Μπορεί. Γιατί, φυσικά, θα ήτανε μέσα στη λογική αλληλουχία της  σκέψης του Λένιν, αντικρούοντας εκείνους που στα 1917 ξαναπαίρνανε το σύνθημα του 1905, να τους πει ότι τώρα πια το αλλοτινό σύνθημα έχει πεθάνει. Από όλη τη λενινική ανάλυση που κάνουμε φαίνεται καθαρά πως αυτό είναι το νόημα του Λένιν και πως κάθε άλλο παρά «πλαστογράφηση» του από τον Τρότσκι, άρα κι από μας, είναι η ενδεχόμενη παράλειψη της λέξης «τώρα», που μπορούσε κάλλιστα και να λείπει ολότελα από τη λενινική έκφραση. Γιατί, ίσα-ίσα κι ο Τρότσκι κ’ εμείς στην κριτική μας, διεξοδικά και με λενινικά ντοκουμέντα, αναλύουμε χωρίς καθόλου να το κρύβουμε, ότι άλλοτε, στα 1905, αντίθετα με το «τώρα», δηλαδή  το 1917, ο Λένιν είχε υποστηρίξει το σύνθημα της «δημοκρατική δικτατορίας». Ρητά μάλιστα ο «Σπάρτακος» (1 Φλεβ. 1934) κάτω από το χωρίο που τόβαλε σα μότο της κριτικής του, πρόσθεσε ότι αυτά τάλεγε ο Λένιν «τον Απρίλη 1917, όταν ακόμα στη Ρωσία η φεουδαλική ιδιοχτησία και η τεράστια δύναμη του ξένου χρηματιστικού κεφάλαιου δεν είχανε καταργηθεί». Ακόμα: «φόρμουλα που κάπου τη διαβάσανε» (gelesen) μεταφράζαμε κατά λέξη από παλιότερο γερμανικό περιοδικό «Kommunismus» στο μηνιαίο «Σπάρτακο» (Γενάρη 1928). Στην «Ιmprekor», 18, 1925 σελ. 224, β΄στήλη, η φράση είναι περίπου όπως τη λέει ο σταλινικός επικριτής μας: «eine eingelernte Formel» - «μια φόρμουλα που (κάπου) τη μάθανε». Παραλλαγή, ανάξια λόγου, που δεν αλλοιώνει καθόλου την έννοια του κείμενου. Τέτοιες παραλλαγές είναι ως ένα βαθμό και αναπόφευγες προκειμένου για μεταφράσεις κειμένων από δυό, τρεις και περισσότερες γλώσσες κι από διάφορους μεταφραστές. Είναι αληθινά εύθυμο να παρακολουθάει κανείς «θεωρητικούς» του ελληνικού κεντρισμού να γεμίζουνε τις ευρύχωρες στήλες των φύλλων τους με τέτοιες «διορθώσεις», που θυμίζουνε τα περίφημα σχολαστικά γλωσσογραφήματα των μεταγλωσσογράφων πάνω στα λατινικά κείμενα του Ιουστινιανού, και όμως να μη βρίσκουνε λέξη για ν’ απαντήσουνε στην ατέλειωτη σειρά των γεγονότων, αριθμών και λογικών επιχειρημάτων που αντιτάσσει η μαρξιστική κριτική στις αντιμαρξιστικές τους θέσεις. - Όσο για τη συζήτηση πάνω στις περικοπές από κείμενα, που σε μερικούς ίσως να φαίνεται κάπως βυζαντινή, είναι φανερό πως οι παραθέσεις, όσο άφθονες κι αν είναι, δεν έχουνε καθαυτές αξία στα χέρια εκεινών που αδυνατούνε να συλλάβουνε συνθετικά τις κεντρικές σκέψεις του Λένιν μέσα στη διαλεκτική πορεία της αλληλοδιαδοχής τους. Αυτό το φρούτο είναι, φαίνεται, υπερβολικά ξινό για τα δόντια των Ελλήνων σταλινικών. Ο σημαντικός κάπως αριθμός των παραθέσεων κ’ εδώ μέσα από μας, είναι μια ανάγκη, καθώς θα το δει ο προσεχτικός αναγνώστης. Μοναδικό, ύστερ’ από την πολιτική συκοφαντία, όπλο των σταλινικών είναι η μετατροπή της ζωντανής σκέψης του Λένιν σε νεκρά χωρία Ευαγγελίου. Πρέπει να αντιτάξουμε σ’ αυτή τη μούμια του Λένιν τον αληθινό Λένιν.




Η  «τροποποίηση» όμως ήταν ότι η ζωή απόδειξε στο Λένιν – όχι όμως και στους Κέμενεφ, Στάλιν κλπ. – ότι ανάμεσα στη δημοκρατική και στη σοσιαλιστική επανάσταση δε μπορεί να παρεμβάλλεται μια ολόκληρη εποχή, ένα ενδιάμεσο πολιτικοιοικονομικό καθεστώς, αλλά ότι η δημοκρατική επανάσταση περνούσε και για τη Ρωσία άμεσα στη σοσιαλιστική, όπως ακριβώς είχε προβλέψει η θεωρία για τη διαρκή επανάσταση.
Η στρατηγική στροφή που έκανε ο Λένιν τον Απρίλη 1917, και που έδειξε πως το ιστορικό δίκιο στην παλιά συζήτηση ήτανε με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και με τον Τρότσκι, δε μπορούσε φυσικά να αλλάξει μονομιάς την παράδοση και τη νοοτροπία πολλών μπολσεβίκων, που βαστούσε 13 χρόνια πριν. Με πολλούς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις αναγκαστήκανε σιγά-σιγά να πετάξουνε τις «παλιωμένες» τους φόρμουλες, όπως και τα «λερωμένα πουκάμισά» τους που είχανε πάνω το όνομα «σοσιαλδημοκράτης». Με την ίδια απριλιανή του πλατφόρμα ο Λένιν πρότεινε ν’ αλλάξει κι αυτό σε «κομμουνιστής», στο γνήσιο όνομα που είχανε πάρει οι θεμελιωτές του επαναστατικού προλεταριακού κινήματος Μαρξ και Ένγκελς με το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» τους.
Το βιβλίο του Λ. Τρότσκι «1905»* με τον πρόλογό του, όπου σκιαγραφούσε με επιγραμματική συνοπτικότητα τη θεωρία για τη διαρκή επανάσταση εφαρμοσμένη στα 1905 και 1917, είδε ύστερ’ από την Οχτωβριανή Επανάσταση πολλές επίσημες εκδόσεις από τη Διεθνή σε περισσότερες γλώσσες και κανένας ίσαμε το θάνατο του Λένιν δεν ισχυρίστηκε ότι οι ιδέες εκείνες δεν ήτανε μαρξιστικές.


* Στο «1905» είναι συγκεντρωμένα και τα σπουδαιότερα πολεμικά άρθρα του Λ. Τρότσκι ενάντια στο παλιό μπολσεβίκικο σύνθημα από το 1905. Σ’ αυτά το Τρότσκι, εξηγώντας από την άποψή του τις κινητήριες δυνάμεις της ρωσικής και της παγκόσμιας επανάστασης, έφτανε στο συμπέρασμα πως, αν οι μενσεβίκοι με την πολιτική της προσκόλλησης του προλεταριάτου στην ουρά της αντιδραστικής μπουρζουαζίας δείχνανε την αντεπαναστατική τους μορφή πριν από την επανάσταση, οι μπολσεβίκοι, αν ακολουθούσανε με συνέπεια τον αυτοπεριορισμό του προλεταριάτου στα καθήκοντα της «δημοκρατικής δικτατορίας», θα παίζανε αντεπαναστατικό ρόλο ύστερ’ από την επανάσταση. Κι ο Μπολσεβικισμός μεν έπαιξε, καθώς το  ξέρουμε, χάρη στην ορθή καθοδήγηση που τούδωσε τον Απρίλη του 1917 η λενινική πλατφόρμα, το μεγαλύτερο επαναστατικό ρόλο που έλαχε ως τώρα σε προλεταριακό κόμμα του κόσμου. Ο Σταλινισμός όμως, αναθεωρώντας το επαληθευμένο από την Ιστορία πρόγραμμα του Μπολσεβικισμού του 1917 και ξαναγυρίζοντας άκριτα στα «πεθαμένα» και «τροποποιημένα από τη ζωή» συνθήματα του 1905, κάνει ό, τι μπορεί για να επαληθέψει την προφητική εκείνη φράση του θεωρητικού της διαρκούς επανάστασης.



Στα 1918 ο τωρινός πολιτικός ηγέτης της Κ.Δ. Μανουΐλσκι έβγαζε μια μπροσούρα για τη διαρκή επανάσταση, όπου με το συνηθισμένο αστείο τρόπο του αναγνώριζε τη «μεγαλοφυΐα του Τρότσκι» σαν του μεγάλου σύγχρονου θεωρητικού της διαρκούς επανάστασης. Στα 1926 έσπευσε με τον ίδιο αστείο τρόπο, σε συνδιάσκεψη του Ρωσικού Κόμματος, να απαντήσει στην αντιπολίτευση, που του το υπενθύμισε, ότι η πράξη εκείνη ήταν η ανοητότερη της ζωής του!
Οι αποτυχίες της επανάστασης στη Γερμανία, Βουλγαρία Εσθονία μέχρι το 1924, η υποχώρηση του επαναστατικού κύματος και οι πρόοδες των γραφειοκρατικών παραμορφώσεων μέσα στο ηγετικό κόμμα της Κ.Δ., το ρωσικό, οδηγήσανε ύστερ’ από το θάνατο του Λένιν σε ένα είδος αναγέννηση της προεπαναστατικής μπολσεβίκικης παράδοσης της «δημοκρατικής εργατοαγροτικής δικτατορίας». Την αναβίωση αυτή την ενσαρκώνει ο σταλινικός κεντρισμός που κυριαρχεί σήμερα στην Κ.Δ. Τέτοια ενσάρκωση είναι η θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα – μετεπαναστατική διείσδυση της εθνικής μεταρρυθμιστικής τάσης στην πολιτική του προλεταριακού κόμματος που έχει την εξουσία. Το ίδιο η στρατηγική της «δημοκρατικής δικτατορίας» σε διάφορες χώρες την τωρινή περίοδο. Το ίδιο οι θεωρίες των διταξικών κομμάτων στις αποικίες κλπ.
Όταν η σταλινική Ολομέλεια μιλάει για κάποια «σοβιετική εξουσία» που τάχα θα προηγηθεί από τη δικτατορία του προλεταριάτου, και θα ενσαρκώνει πολιτικά και οικονομικά μια άλλου είδους ενδιάμεση «δημοκρατική δικτατορία εργατών και χωρικών», το μόνο που δεν έχει δικαίωμα είναι να επικαλείται τη ρωσική ιστορική πείρα. Γιατί η επανάσταση του Οχτώβρη είναι ο πιο μεγάλος κόλαφος στη νέα «μεγαλεπήβολη» στρατηγική.
Η ρωσική ιστορία μας λέει:
Σαν ιδιαίτερο, ενδιάμεσο πολιτικό καθεστώς η γενική φόρμουλα του 1905: δημοκρατική δικτατορία εργατών και χωρικών «πραγματοποιήθηκε στα 1917 με κάποια μορφή και ίσαμε ένα ορισμένο σημείο» στα κατά πλειονοψηφία σοσιαλεπαναστατικά και μενσεβίκικα Σοβιέτ της περιόδου Φλεβάρη – Οχτώβρη 1917. Η «δικτατορία» όμως αυτή «θεληματικά άφησε την εξουσία στη μπουρζουαζία και έγινε μονάχη της βοηθητικό όργανο της  μπουρζουαζίας» (Λένιν).
Η αληθινή ωστόσο ουσία της φόρμουλας – την οποία ουσία και είχε ίσα-ίσα στο πνεύμα ο Λένιν το 1905, - αυτή βρήκε την πραγματοποίησή της το 1917 στην προλεταριακή δικτατορία που εγκαθίδρυσε η προλεταριακή επανάσταση με τη νίκη του προλεταριακού κόμματος μέσα στα Σοβιέτ ενάντια στα μικροαστικά δημοκρατικά κόμματα. Πως πραγματοποιήθηκε;
1.   Πολιτικά: με την ατράνταχτη συμμαχία της εργαζόμενης αγροτιάς κάτω από την ηγεμονία του προλεταριάτου, συμμαχία που την ενσάρκωσε κρατικά η συγκέντρωση από τον Οχτώβρη κ’ ύστερα όλης της εξουσίας στα Σοβιέτ και η επικράτηση των κομμουνιστών μέσα σ’ αυτά και στην κυβέρνηση. Αυτή  είναι, γενικά μιλώντας, η μόνη «εργατοαγροτική» ουσία της προλεταριακής δικτατορίας στη Ρωσία. Αυτή θάναι και στην Ελλάδα και σ’ όλο τον κόσμο. Και η νίκη των κομμουνιστών μέσα στα Σοβιέτ οφείλεται: (1) στη σωστή στρατηγική της απριλιανής πλατφόρμας του Λένιν, που νίκησε την εθνικορεφορμιστική στρατηγική του Μάρτη (Στάλιν-Κάμενεφ και Σία), (2) στην αληθινά «ευλύγιστη» και ψύχραιμα ρεαλιστική – κι όχι σταλινικοτυχοδιωχτική- ταχτική του Λένιν από τον Απρίλη ίσαμε τον Οχτώβρη 1917, ταχτική που ήτανε σωστή γιατί πρώτ’ από όλα πλαισιωνότανε σε ένα σωστό στρατηγικό πλάνο: Απρίλης: Όχι γκρέμισμα της Προσωρινής Κυβέρνησης, αλύπητο όμως ξεσκέπασμα των απατηλών υποσχέσεων των μενσεβίκων και σοσιαλεπαναστατών. Σε ένα μήνα: «Κάτω οι δέκα καπιταλιστές υπουργοί». Ιούλης: «Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ». Αύγουστος: «Ένοπλο τσάκισμα του Κορνίλωφ, ενιαίο μέτωπο με το διώχτη και συκοφάντη μας Κερένσκι ενάντια στη Λερναία Ύδρα της τσαρικής αντίδρασης που ξανασηκώνεται». Οχτώβρης: «Άμεση οργάνωση της ένοπλης εξέγερσης». Αυτή είναι η ιστορία του μπολσεβίκικου μεγαλουργήματος, αναπαραστημένη σε τέσσερα-πέντε σοφά ταχτικά συνθήματα. Τέρα ινκόγκνιτα για τους σταλινικούς.
2.  Οικονομικά: Η προλεταριακή δικτατορία ήταν η μόνη που εφάρμοσε και το οικονομικό πρόγραμμα της δημοκρατικής επανάστασης. Αυτό έμεινε μια απλή «φενάκη των πολιτικάντηδων» στο προοχτωβριανό στάδιο της δυαδικής εξουσίας. Το εφάρμοσε και έλυσε τα προβλήματα της καθυστερημένης αστικοδημοκρατικής επανάστασης «παρεμπιπτόντως, σαν ένα ζήτημα συναφές με τον κύριο σκοπό μας, δηλαδή το προλεταριακό επαναστατικό έργο», σαν ένα «παρεμπίπτον επεισόδιο, γιατί η προλεταριακή επανάσταση λύνει στο διάβα της και τα προβλήματα της αστικοδημοκρατικής». (Λένιν, «Η σημασία της Οχτωβριανής Επανάστασης»).
Είναι απόλυτα σωστός ο παραστατικός χαραχτηρισμός που έδωσε ένας πρωτεργάτης και ο αυθεντικότερος ιστορικός της Ρωσικής Επανάστασης, ο Λεόν Νταβίντοβιτς Τρότσκι:

 

«Από την άποψη της ταξικής φύσης της εξουσίας η δημοκρατική «δικτατορία» των  σοσιαλεπαναστατών και μενσεβίκων (που πλειονοψηφούσανε στα Σοβιέτ) έδωσε ό, τι μπορούσε: το έκτρωμα της δυαδικής εξουσίας. Όσο για την αγροτική ανατροπή, η επανάσταση γέννησε ένα παιδί γερό και δυνατό, μα κείνος που το ξεγέννησε ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου... Αν με τον όρο αστικοδημοκρατικός σταθμός εννοούνε (οι σταλινικοί) την πραγματοποίηση της αγροτικής επανάστασης με τη μέθοδο κάποιας «δημοκρατικής» δικτατορίας, τότε η Επανάσταση του Οχτώβρη πήδησε τολμηρά «πάνω από τον αστικοδημοκρατικό σταθμό». («Η  Κ.Δ. ύστερ’ από το Λένιν»).

 

2.   Η στρατηγική θεωρία της «δημοκρατικής δικτατορίας»

στο 4ο Παγκόσμιο Συνέδριο και η στρατηγική της πράξη στη Γερμανία 1923


Η στρατηγική  της «δημοκρατικής δικτατορίας» πέρασε λαθραία μέσα στην πολιτική της Κ.Δ. από τους παλιούς σαμποταριστές της προλεταριακής επανάστασης του Οχτώβρη στη Ρωσία και συνεργάτες του Στάλιν στη σοσιαλπατριωτική πολιτική της «Πράβντας» από τον Φλεβάρη ίσαμε τον Απρίλη του 1917: από τους Ζηνόβιεφ και Σία. Σωστά ο τότε πρόεδρος της Κ.Δ. διαπίστωνε ακόμα στην Ευρεία Εκτελεστική της, που συνήλθε λίγες μέρες πριν από το 4ο Παγκόσμιο Συνέδριο ότι:

«Η εργατική (ή εργατοαγροτική) κυβέρνηση είναι το ίδιο με τη δικτατορία του προλεταριάτου. Είναι ένα ψευδώνυμο της σοβιετικής κυβέρνησης». (Πραχτικά της Ευρείας Εκτελεστικής, σ. 123).

Μέσα στο 4ο Συνέδριο (Νοέμβρης-Δεκέμβρης 1922), πούγινε στις παραμονές της επαναστατικής κρίσης της Γερμανίας (1923), ο Ζηνόβιεφ, υποχωρώντας στην πίεση της δεξιάς πτέρυγας, που την εκπροσωπούσε τότε η πλειονοψηφία της γερμανικής αντιπροσωπείας (Μπράντλερ, Ταλχάϊμερ, Βάλχερ, Φρέλιχ) «διόρθωσε» τη στρατηγική του έτσι:

«Είμαι πρόθυμος σχετικά μ’ αυτή τη διαφωνία να υποχωρήσω στο ζήτημα των λέξεων. Κάθε αστική κυβέρνηση είναι ταυτόχρονα και καπιταλιστική κυβέρνηση. Δυστυχώς όμως κάθε εργατική κυβέρνηση δεν είναι και προλεταριακή, σοσιαλιστική κυβέρνηση...  ΄Ενας τρίτος τύπος κυβέρνησης που μπορεί να εγκαθιδρυθεί είναι η λεγόμενη κυβέρνηση συνασπισμού, δηλαδή μια κυβέρνηση όπου συμπαρεδρεύουνε σοσιαλδημοκράτες, συνδικαλιστές ηγέτες, ίσως και κομμουνιστές. Μια τέτοια κυβέρνηση όμως δεν είναι ακόμα η δικτατορία του προλεταριάτου. Είναι ίσως μια αφετηρία για τη δικτατορία του προλεταριάτου. Αν όλα πάνε καλά, τότε θα πετάξουμε σιγά-σιγά (hinausbugsieren) από μια τέτοια κυβέρνηση τους σοσιαλδημοκράτες τον ένα μετά τον άλλο, ώσπου η εξουσία να μείνει στα χέρια των κομμουνιστών». (Πραχτικά, γερμ. Έκδ. σ. 50-51).

Σε μια τέτοια αντίληψη αντιτάχτηκε πάρα πολύ έντονα ο Μπορντίγκα ιδίως. Μόλα τα υπεραριστερά του λάθη στο ζήτημα του ενιαίου μετώπου κλπ., ωστόσο πάνω στο θεμελιακό ζήτημα της κομμουνιστικής στρατηγικής το ιστορικό δίκιο ήταν αναμφίβολα με το μέρος του. Είπε:

«Αν όμως η έκφραση αυτή (εργατοαγροτική κυβέρνηση Π.Π.) πρόκειται να προκαλέσει την εντύπωση πως την εξουσία μπορούμε να την καταλάβουμε με έναν άλλο τρόπο, έξω από την ένοπλη εξέγερση, τότε εμείς απορρίπτουμε αυτό το ταχτικό μέσο» (σ. 35).

Είναι χαραχτηριστικό για την ιστορία των τάσεων μέσα στην Κ.Δ. ότι, αντίθετα με τη ζηνοβιεφική υπεραριστερά του Γερμανικού Κόμματος (Ρουθ Φίσερ, Μάσλωφ) που κράτησε τη χρυσή σιωπή σ’ αυτό το ζήτημα, μόνο μια μικρή ομάδα στη Μεσευρώπη, η μαρξική αριστερά του Αυστριακού Κόμματος (Κουρτ Λαντάου) αντιτάχτηκε σφοδρά σ’ εκείνη την πολιτική, όταν μέσα στη Συνδιάσκεψη της κομματικής οργάνωσης της Βιέννης λογοδοτούσε η αυστριακή αντιπροσωπεία του 4ου Παγκόσμιου Συνέδριου γυρίζοντας από τη Μόσχα.
Με μια τέτοια στρατηγική οπλισμένο το Κ.Κ. Γερμανίας ναυάγησε το φθινόπωρο του 1923, όταν οι συνθήκες της προλεταριακής επανάστασης ωριμάζανε μέσα στην καταστροφική οικονομική και κοινωνική κρίση της χώρας κάτω από τις κραυγές του υπουργού Στρέζεμαν: «Είμαστε η τελευταία αστική κυβέρνηση της Γερμανίας!». Η μπραντλεριανή διοίκηση του Κ.Κ. Γερμανίας δεν προσανατολίστηκε προς την επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου. Πιστή στη ζηνοβιεφική, και τώρα σταλινική στρατηγική, έβαλε για σκοπό της το σχηματισμό τοπικών κυβερνήσεων σε διάφορες γερμανικές χώρες, που θα καταλήγανε έτσι σε μια κεντρική εργατική κυβέρνηση του Ράϊχ. Από εκείνη «σιγά-σιγά θα πετάγονταν», κατά τη συνταγή του Ζηνόβιεφ, οι σοσιαλδημοκράτες. Έτσι το Κ.Κ. Γερμανίας ευνουχίστηκε, άφησε να του ξεφύγουν οι τεράστιες επαναστατικές δυνατότητες. Η «εργατική κυβέρνηση» της Σαξονίας από σοσιαλδημοκράτες και κομμουνιστικές διαλύθηκε σε λίγες μέρες με τις μπαγιονέτες του φον Ζεκτ. Γιατί το Κόμμα, πλέοντας από πριν στην ειδυλλιακή ουτοπία της «ενδιάμεσης εργατικής ή εργατοαγροτικής κυβέρνησης», δεν είχε καταλάβει έγκαιρα την ανάγκη να μετατρέψει, πάνω στο κορύφωμα της επαναστατικής ανόδου (Μάης-Ιούλης 1923), τα εξωκοινοβουλευτικά όργανα του επαναστατικού αγώνα, εργοστασιακά συμβούλια, επιτροπές ελέγχου, εκατονταρχίες, σε όργανα της πάλης για την προλεταριακή εξουσία (σοβιέτ). Η υποχώρηση του επαναστατικού κύματος τον Οχτώβρη 1923 και η αδυναμία τότε του Κόμματος να περάσει στην πάλη για την εξουσία δεν ήτανε καθόλου μια αντικειμενική εξέλιξη της κατάστασης, όπως δικαιολογούνε σήμερα ο Ταλχάϊμερ κι ο Μπράντλερ. Ήτανε μια αναπότρεπτη συνέπεια της αρχικά σφαλερής στρατηγικής που είχε αφοπλίσει το Κόμμα και τις μάζες.
Είναι θανάσιμα γελασμένος όποιος νομίζει ότι τις συνέπειες αυτές θα μπορούσαμε να τις αποφύγουμε επειδή η «6η Ολομέλεια» έντυσε στην Ελλάδα την ίδια εκείνη στρατηγική με άφθονες φράσεις για «σοβιετική» επανάσταση κλπ.

3.  Η σταλινική στρατηγική και το χαντάκωμα της κινέζικης επανάστασης

α) Τα εγκλήματα της περιόδου 1925-1927

Αληθινή καταστροφή έφερε η ίδια σταλινική πολιτική στην Κίνα το 1925-1927. Δεν πρόκειται δω να εκτεθεί διεξοδικά η κομμουνιστική θέση για τις αποικίες και τις αποικιακές επαναστάσεις, όπως είναι καθορισμένη στις σχετικές αποφάσεις του 2ου και 3ου Παγκόσμιου Συνέδριου της Κ.Δ. Πρέπει μόνο να σημειωθεί ότι στο 4ο Συνέδριο κιόλας είχανε τονίσει πως η νέα στρατηγική της «εργατοαγροτικής» κι όχι της προλεταριακής δικτατορίας θάπαιζε αποφασιστικό ρόλο στις αποικιακές και αγροτικές χώρες.
Στην Κίνα η Κ.Δ. είχε ν’ αποφασίσει το 1925 – 1927 ανάμεσα σε δυό δρόμους: Ή (1) να επιδιώξει την προλεταριακή ηγεμονία μέσα στη δημοκρατική επανάσταση και την πραγματοποίηση της προλεταριακής δικτατορίας, στηριγμένης στη μαχητική συμμαχία των Κινέζων χωρικών. Αυτή, μη σταματώντας καθόλου μπροστά σε σοσιαλιστικές επεμβάσεις στο καθεστώς της καπιταλιστικής ιδιοχτησίας, θα εξασφάλισε το πέρασμα της χώρας από τη δημοκρατική στη σοσιαλιστική επανάσταση. Ή (2) να τραβήξει για ένα συνασπισμό με την  αστική «αριστερά», δηλαδή με την  αριστερή πτέρυγα του Κουόμινταγκ, του αστικού κόμματος που ήταν επικεφαλής της δημοκρατικής επανάστασης, παίρνοντας το συνασπισμό αυτό σαν την ιδιαίτερη κινέζικη μορφή της «εργατοαγροτικής» κυβέρνησης, δηλαδή της «δημοκρατικής δικτατορίας» εργατών και χωρικών». Η λύση αυτή ήτανε παραίτηση από τον ανεξάρτητο και ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης μέσα στη δημοκρατική επανάσταση.
Η Κομμουνιστική Διεθνής, οδηγημένη από το Στάλιν και το Μπουχάριν, ακολούθησε το δεύτερο δρόμο. Με τον ουτοπιστικό σκοπό να κερδίσει την αριστερά του Κουόμινταγκ, στήριξαν ανεπιφύλακτα και την αντεπαναστατική δεξιά με επικεφαλής τον κατόπι σφαγιαστή της κινέζικης εργατιάς στρατηγό Τσανγκ-Κάϊ-Σεκ. Εξαναγκάστηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας να εγκαταλείψει κάθε αυτοτελή και ανεξάρτητη ύπαρξη και πολιτική εργασία. Τη θεωρητική δικαιολόγηση της διαλυτικής αυτής πολιτικής την είχε δώσει ο ίδιος ο Στάλιν:

«Ορισμένες ενδείξεις πείθουν, ότι το κίνημα για την εθνική απελευθέρωση της Κορέας παίρνει οργανωτικά την μορφή ενός ενιαίου εργατοαγροτικού κόμματος» («Πράβντα» 2-3-1924).
«Οι κομμουνιστές πρέπει να περάσουν από την πολιτική του ενιαίου εθνικού μετώπου στην πολιτική του επαναστατικού μπλοκ εργατών και μικρής μπουρζουαζίας. Σε τέτοιες χώρες το μπλοκ αυτό μπορεί να πάρει τη μορφή ενός ενιαίου πολιτικού κόμματος, κόμματος εργατοαγροτικού κατά το είδος του Κουόμινταγκ» (Ι. Στάλιν, «Ζητήματα του Λενινισμού», 1928, σ. 264).

Όποιος θέλει να πληροφορηθεί για τη «λενινιστική» ορθοδοξία πούχουν οι σταλινικές αυτές ιδέες δεν έχει  παρά να διαβάσει ένα από τα πάμπολλα σχετικά χωρία στο έργο του Λένιν: Το Μάρτη 1917, αντικρύζοντας την επανάσταση ενάντια στις μεσαιωνικές μορφές πολιτικής και οικονομίας στη Ρωσία (πόσες φορές δε μίλησε για τις «μεγάλες αναλογίες» της αστικοδημοκρατικής επανάστασης στην Κίνα και στη Ρωσία;) έγραφε:

«Η επανάστασή μας είναι αστική, λέμε εμείς οι μαρξιστές, γι’ αυτό πρέπει οι εργάτες ν’ ανοίξουνε τα μάτια τους στην απάτη που τους κάνουν οι αστοί πολιτικάντηδες. Πρέπει το προλεταριάτο να διδαχτεί να μην πιστεύει στα λόγια, να εμπιστεύεται μόνο στις δικές του δυνάμεις, στις δικές του οργανώσεις, στο δικό του εξοπλισμό» (Τόμ. 14, μέρ. 1, σ. 11, υπογράμμ. του Λένιν).

Με την εισήγηση του ίδιου του παλιού μενσεβίκου ηγέτη Μαρτίνωφ – που από τα 1905 ίσαμε τα 1918 είχε λυσσασμένα αγωνιστεί για μια αστική κυβέρνηση στη ρωσική δημοκρατική επανάσταση ενάντια στο Λένιν και στον Τρότσκι, κ’ έγινε, μόλις πέθανε ο Λένιν, ο μεγάλος θεωρητικός της σταλινικής ομάδας για το κινέζικο ζήτημα! -  η 7η Ολομέλεια της Ε.Ε. της Κ.Δ. (Νοέμβρης 1926) αποφαινότανε τις ακόλουθες αντιλενινιστικές τερατωδίες:

«Ο μηχανισμός της εθνικής επαναστατικής κυβέρνησης (δηλαδή της τότε κυβέρνησης του Τσανγκ-Κάϊ-Σεκ! Π.Π.) είναι ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό μέσο για να πλησιάσουμε τους αγρότες... Ακόμα και μερικά στρώματα της μεγάλης μπουρζουαζίας (:!) μπορούν ένα ορισμένο διάστημα να συμβαδίσουνε μαζί με την επανάσταση».

Ο Μαρτίνωφ, σα γνήσιος μενσεβίκος, έπαιρνε στα τέλη 1926 από το Λένιν μονάχα τις διαπιστώσεις του για την προσωρινή εθνικοεπαναστατική συμμαχία με την αποικιακή μπουρζουαζία. Μα κείνο που ίσα-ίσα τότε όφειλε να θυμηθεί η Κ.Δ. από το Λένιν, ότι δηλαδή η αποικιακή μπουρζουαζία, «μόλο που υποστηρίζει την εθνική επανάσταση, ταυτόχρονα αγωνίζεται σε συμμαχία με την ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία και μαζί της ενάντια σε όλες τις επαναστατικές κινήσεις και τάξεις» (τόμ. 17, σ.  275) – εκείνα τα γεγονότα που εκραύγαζαν ότι η κινέζικη μπουρζουαζία συνολικά είχε περάσει κιόλα στη λυσσασμένη αντεπανάσταση, το πρώτο αντεπαναστατικό πραξικόπημα Τσανγκ-Κάϊ-Σεκ Μάρτη 1926, τους αθρόους τουφεκισμούς εργατών και τα άλλα βασανιστήρια σε διάφορες περιφέρειες από την κυβέρνηση του Κουόμινταγκ το  καλοκαίρι και φθινόπωρο 1926, την κατάπνιξη όλων των απεργιακών κινημάτων Καντόνας, Σαγκάης κλπ., την ένοπλη καταστολή πολλών σποραδικών αγροτικών εξεγέρσεων στην κεντρική και ανατολική Κίνα ίσαμε τότε, - όλα αυτά η Ολομέλεια εκείνη, που έκρινε και την κατοπινή τύχη της κινέζικης επανάστασης, δεν τα πήρε καθόλου υπόψη της. Έτσι, εγκαταλείποντας το Λένιν οι σταλινικοί για να μην τρομάξουνε το «φιλικό στην Κομμουνιστική Διεθνή» Κουόμινταγκ, εμποδίσανε κάθε προσπάθεια της κινέζικης εργατικής τάξης ν’ αγωνιστεί για τους ιδιαίτερους ταξικούς σκοπούς της. Όλη η δράση των Κινέζων κομμουνιστών περιορίστηκε σε επαίσχυντες καιροσκοπικές ρυμουλκήσεις ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερά του Κουόμινταγκ. Να τι έλεγε η απόφαση της Ευρείας Εκτελεστικής του Κ.Κ. Κίνας της 13 Δεκέμβρη 1926, συνταγμένη κάτω από τις εντολές της σταλινικής αντιπροσωπείας της Κ.Δ. στην Κίνα:*

«Στο κίνημα των μαζών πρέπει να ζητάμε κάθε ευκαιρία συνεργασίας με τους αριστερούς του Κουόμινταγκ και να τους βοηθάμε για να καταχτήσουνε τους χωρικούς και τη μικρομπουρζουαζία των πόλεων».

 


* Με επί κεφαλής τον περιβόητο αποσταλμένο της σταλινικής ομάδας Μποροντίν, εκτελεστή άμεσο της ολέθριας πολιτικής.



Οι κομμουνιστές του βιομηχανικού κέντρου Χουνάν τον ίδιο καιρό διατάζουνται από τη σταλινική διοίκηση να σταματήσουνε κάθε νέα στρατολογία μελών, για να μην τρομάξει η μικρομπουρζουαζία. Να τι οδηγίες δίνει η Κ.Ε. του Κόμματος με τη μόνιμη σταλινική αντιπροσωπεία μέσα στον τεράστιο επαναστατικό αναβρασμό, 30 Δεκέμβρη 1926:

 

«Όσο για τα πολιτικά προβλήματα σχετικά με την εθνική κυβέρνηση, οφείλουμε να  εξηγάμε τα πολιτικά γεγονότα, να μην κάνουμε όμως καμιά προπαγάνδα και δεν πρέπει ποτέ να ανεβάζουμε την προπαγάνδα μας και τη ζύμωσή μας παραπάνω από το επίπεδο της προπαγάνδας του Κουόμινταγκ».

Και η περιφερειακή επιτροπή του Χουνάν εκτελεί πιστά τις εντολές γράφοντας σε μια εγκύκλιό της στα μέλη:

«Η αντιμιλιταριστική μας προπαγάνδα είναι πάντα πολύ υπερβολική και στέκει παραπάνω από την προπαγάνδα του Κουόμινταγκ, πράμα που είναι λάθος. Έχουμε μια υπεραριστερή παρέκκλιση. Ακούμε παντού: «Ζήτω η Κομμουνιστική Διεθνής!», «Ζήτω το Κομμουνιστικό Κόμμα!».

Και στο τέλος οι Κινέζοι κομμουνιστές σχηματίζουνε στο Χανκάου μαζί με τον αριστερό Κουόμινταγκ κοινή κυβέρνηση (μια συγκυβέρνηση «εργατοφτωχομεσαία» σαν εκείνη που ευαγγελίζεται η δική μας 6η Ολομέλεια). Η κυβέρνηση αυτή (με υπουργό της Γεωργίας τον αρχηγό του Κομμουνιστικού Κόμματος Τανγκ-Πινγκ-Σιάνγκ) οργάνωσε και μπήκε επικεφαλής σε εκστρατείες που καταπνίξανε στο αίμα την αγροτική εξέγερση ενάντια στους γαιοχτήμονες!
Οι θέσεις του Στάλιν για την κινέζικη επανάσταση, που δημοσιευτήκανε στην «Πράβντα» 21 Απρίλη 1927, διαπιστώνουν  πως «η γραμμή που ακολουθήθηκε ως τώρα ήταν η μόνη σωστή γραμμή».
Ο κουμμουνιστής υπουργός της Γεωργίας στην «εργατοαγροτική» κυβέρνηση του Χανκάου, Τανγκ-Πινγκ-Σιάνγκ, δίνει ο ίδιος μια ζωντανή εικόνα για το ποιά ήταν η «μόνη ορθή» αυτή πολιτική στην πράξη. Στην έκθεσή του προς την 7η Ευρεία Ε.Ε. της Κ.Δ. (Δεκέμβρης 1926), που βγήκε και σε μπροσούρα με τον τίτλο «Οι δρόμοι της κινέζικης επανάστασης» και με πρόλογο του σταλινικού «θεωρητικού» για τα ανατολικά ζητήματα Ρασκόλνικωφ, γράφει:

«Στην πράξη θυσιάσαμε τα συμφέροντα των εργατών και χωρικών... ΄Υστερ’ από μακρότατες συζητήσεις μαζί μας, η κυβέρνηση δεν εξέδωσε ακόμα ούτε και το νόμο για τα συνδικάτα... Η κυβέρνηση δε δέχτηκε τα αιτήματα των χωρικών που της υποβληθήκανε από διάφορες κοινωνικές οργανώσεις τους. Όταν ξεσπούσανε συγκρούσεις ανάμεσα στους φτωχούς χωρικούς και στους γαιοχτήμονες, η κυβέρνηση έπαιρνε πάντα το μέρος των δευτέρων».

Η Κ.Δ. έφτασε, στο όνομα της «ρεαλιστικής» εκείνης πολιτικής της, να απαγορέψει την απόπειρα των εργατών της Σαγκάης ν’ αγωνιστούν ένοπλα και να ιδρύσουνε σοβιέτ ενάντια στην κυβέρνηση του «συντρόφου» Τσανγκ-Κάϊ-Σεκ, που έδειχνε κιόλας από τα 1925-1926 τον αντιδραστικό της αντεργατικό χαραχτήρα.
Η κατάληξη της πολιτικής εκείνης, καθώς ξέρουν όλοι, ήταν η συντριβή των εργατών και χωρικών, η τρομοκρατική λύσσα που ξαπολύθηκε ενάντια στους κομμουνιστές από δεξιό και αριστερό* μαζί Κουόμινταγκ και στο τέλος η τυχοδιωχτική απόπειρα της Εκτελεστικής της Κ.Δ. να αποσοβήσει τη φοβερή χρεοκοπία της στρατηγικής της με ένα τριήμερο και καταδικασμένο εξαρχής σε αποτυχία αγώνα για την εξουσία στην Καντόνα (Δεκέμβρης 1927), που έδειξε το μεγάλο ηρωισμό του κινέζικου προλεταριάτου, μα έριξε στο μαχαίρι της αγριότερης αντεπανάστασης χιλιάδες θύματα.
Τέτοια είναι η πρόσφατη ιστορική πράξη της στρατηγικής που εισηγείται η σταλινική Ολομέλεια και στο ελληνικό προλεταριάτο. Οδήγησε την Κ.Δ. στη χρεοκοπία, αφού πρώτα κατάστρεψε δυό επαναστάσεις, μια στην Ευρώπη (1923) και άλλη μια στην Ασία (1927).


*΄Υστερ’  από τον Τσανγκ-Κάϊ-Σεκ, ο σταλινισμός προσκολλήθηκς στην «αριστερά» του Κουόμινταγκ, στο «φτωχομεσαίο» Βαν-Τιν-Βάϊ. Δεν άργησε όμως κι αυτή η «αριστερά» ν’ αποδείξει πως είχε τον ίδιο και χειρότερο από τη δεξιά αντεπαναστατικό χαραχτήρα.




β)  Αστική αντεπανάσταση και πόλεμος των Κινέζων χωρικών ύστερ’ από το 1928

Αφού δυό ολάκαιρα χρόνια η γραφειοκρατία της Κ.Δ. πολέμησε λυσσασμένα σαν «αντεπαναστατικό τροτσκισμό» την πάλη της κινέζικης αντιπολίτευσης (μπολσεβίκοι-λενινιστές) για την πλέρια ανεξαρτησία του ΚΚΚ από το Κουόμινταγκ και για το σύνθημα των κινέζικων σοβιέτ μέσα στο ορμητικό φούσκωμα της επανάστασης, αφού οδήγησε το κινέζικο προλεταριάτο κάτω από τα τσεκούρια των δήμιων της Σαγκάης, του Νανκίν, του Κβάντουγκ, και του Χανκάου, - ξαφνικά το 1928 (6ο Συνέδριο του ΚΚΚ), όταν η αντεπανάσταση ανέβαινε και λυσσομανούσε, ρίχνει το σύνθημα των σοβιέτ και χαράζει την προοπτική: «ν’ αγωνιστούμε για τη νίκη σε μια ή περισσότερες επαρχίες».
Οι αυθόρμητες εξεγέρσεις της κινέζικης αγροτιάς, εκείνες που ο κομμουνιστής υπουργός του Χανκάου μας είπε ότι πνιγήκανε στο αίμα από  την «εργατοαγροτική» του κυβέρνηση, ήταν αδύνατο να σταματήσουν. Πήρανε μια τεράστια έχταση και μορφές συμμοριτικές (παρτιζάνοι).
Με την τρομαχτική έλλειψη αντικειμενικής πληροφόρησης είναι δύσκολο πράμα να κατατοπιστεί κανείς μέσα στην πρωτοφανή αντιφατικότητα και περιπλοκή των ολότελα ιδιόμορφων συνθηκών στις απέραντες αγροτικές επαρχίες της κεντρικής και νοτιοανατολικής Κίνας. Όχι μόνο σ’ εμάς εδώ μα και στους Ευρωπαίους κομμουνιστές είναι αδύνατο να χαραχτηρίσουμε με απόλυτη ακρίβεια την κατάσταση στις περιφέρειες εκείνες που λέγουνται σήμερα «Σοβιετική Κίνα». Μα κείνο που ξεκάθαρα και αναμφίβολα μπορεί να δει κανένας κι από σήμερα ακόμα, είναι ότι όχι μόνο δεν έχουμε εκεί μια πραγματοποίηση της ενδιάμεσης «επαναστατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς», όπως ολότελα παρεμβατικά και δίχως πολύ θάρρος ισχυρίστηκε ένας από τους καπαδόκες της 6ης Ολομέλειας, μα αντίθετα βρισκόμαστε μπροστά σε μια αρνητική επιβεβαίωση για όλα τα διδάγματα της μαρξιστικής θεωρίας και της ιστορικής πείρας από τις άλλες χώρες, όπως αναλυθήκανε πιο πάνω.
Ο Στάλιν στο 16ο Συνέδριο του Ρωσικού Κόμματος έλεγε: «Κάποιοι λέγανε πως στην Κίνα σχηματίστηκε μια σοβιετική κυβέρνηση». Αργότερα η Εκτελεστική της Κομμουνιστικής Διεθνούς κατηγορηματικά το αρνιότανε, γράφοντας σε μια της εγκύκλιο: «Δεν υπάρχει σήμερα κυβέρνηση σοβιετική στην Κίνα. Αν υπάρχει, υπάρχει μόνο στο χαρτί, στις προκηρύξεις, δεν είναι μια εξουσία πραγματοποιημένη».
Είναι όμως κάμποσος καιρός που η σταλινική γραφειοκρατία στρέφει όλη την προσοχή των Κινέζων εργατών σ’ ένα μόνο πράμα: «υπερασπίστε τον κόκκινο στρατό!, «υπερασπίστε τις σοβιετικές επαρχιακές κυβερνήσεις!». Καλούνε τους εργάτες στις πόλεις να  μην έχουνε εμπιστοσύνη στις δικές τους προλεταριακές δυνάμεις, μα να πιστεύουνε στην απελευθερωτική παντοδυναμία κάποιας δύναμης έξω απ’ αυτούς, του κόκκινου στρατού των απελευθερωμένων αγροτικών επαρχιών. Μα ποιά είναι η κατάσταση σ’ αυτές τις επαρχίες; Τί είναι αυτά τα σοβιέτ;
Ακόμα και στη Ρωσία, όταν το 1905 και αρχές 1917 η πολιτική δύναμη του προλεταριάτου και του κόμματος του ήτανε πάρα πολύ μικρή, σοβιέτ επαναστατικά ήταν αδύνατο να υπάρξουν και να νοηθούνε δίχως μια γερή συμμετοχή και ολοένα πιο βαρύνουσα επιρροή του επαναστατικού προλεταριάτου μέσα σ’ αυτά. Τα σοβιέτ ποτέ δε βγήκανε σαν καθαρά χωριάτικες οργανώσεις. Και τα αγροτικά σοβιέτ της Ρωσίας, τότε μόνο  πήρανε την ουσία του επαναστατικού σοβιετισμού, όταν με τον αρχικό τύπο «Σοβιέτ των αντιπροσώπων εργατών και στρατιωτών» η αγροτιά αγκαλιάστηκε κι άρχισε να μπολιάζεται από το προλεταριάτο των πόλεων. Τα κινέζικα σοβιέτ είναι αγροτικά, στα κέντρα των πόλεων το προλεταριάτο έπαθε με την εγκληματική στρατηγική μια ήττα, από την οποία σιγά-σιγά αναλαβαίνει. Ποιά είναι η κατάσταση του προλεταριάτου και του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας;
Στο μισοεπίσημο όργανο της Κ.Δ. «Imprekor» (και «Rundsschau») βρήκαμε μέχρι σήμερα γενικές προπαγανδιστικές διατυπώσεις για την «τεράστια» ανάπτυξη του ΚΚΚ και μια φορά πληροφορηθήκαμε έναν αριθμό 190.000 μελών χωρικών και εργατών (αριθ. 38, γαλ. Έκδ. 1932). Στο όργανο ωστόσο του Κινέζικου Κομμουνιστικού Κόμματος «Οικοδόμηση του Κόμματος» (3-3-31) δημοσιεύτηκε μια αναλυτική έκθεση από ηγέτη του Κόμματος. Το κύριο περιεχόμενό της το παίρνουμε από το περιοδικό της Γαλλικής Κομμουνιστικής Λίγκας (αριθ. 36, 1932). Μας δίνει μια καταπληχτική αληθινά εικόνα. Μια έκθεση σταλμένη στο Παρίσι την ίδια εποχή από τους Κινέζους συντρόφους μας, που εργάζουνται παράνομα, μας πληροφορεί:
Στο ανατολικό διαμέρισμα της Σαγκάης, που είναι το μεγαλύτερο βιομηχανικό και προλεταριακό κέντρο της Κίνας, μέλη το Κόμμα έχει μόνο σε ένα εργοστάσιο, 20 περίπου. ΄Οταν όμως γίνεται συνέλευση έρχουνται 5 μόνο. Ο δολοφονημένος από τον Τσαγκ-Κάϊ-Σεκ ηρωικός συνδικαλιστικός ηγέτης της Σαγκάης ο Σιανγκ-Σιού-Φα, στην έκθεσή του προς την 4η Ολομέλεια της Κ.Ε. του Κόμματος (Γενάρης 1932) έγραφε:

 

«Το κόκκινο συνδικαλιστικό κίνημα έπαθε μεγάλες απώλειες και ζημιές, τα μέλη σ’ όλη τη χώρα ελαττωθήκανε σημαντικά. Παίρνοντας για παράδειγμα τη Σαγκάη, εξακριβώνω ότι τα μέλη στα κόκκινα συνδικάτα έπεσαν από 4.000 σε 1.000. Στη Σαγκάη δεν έχουμε καμιά επαφή με τους πολυάριθμους εργατικούς αγώνες. Είναι πάμπολλες απεργίες που δε μπορούμε να τις διευθύνουμε».

Μα και στις άλλες βιομηχανικές πόλεις η κατάσταση του Κόμματος και των επαναστατικών συνδικάτων δεν είναι καλύτερη. Καμιά ένδειξη μέχρι σήμερα πως τα πράγματα αλλάξανε.
Η προαναφερμένη έκθεση, που δημοσιεύτηκε στο όργανο του Κόμματος, αναλύει την κατάσταση στις σοβιετικές επαρχίες. Όσο για την επιρροή του Κόμματος στις περιφέρειες τις σοβιετικές της εποχής εκείνης, Δυτικό Χουπέ και Χουνάν (στο αναμεταξύ έγιναν αλληλοδιάδοχες καταλήψεις και ανακαταλήψεις εδαφών τους από τους αντιδραστικούς και τους «κόκκινους» στρατηγούς) είναι χαραχτηριστικό ότι, επειδή η προπαγάνδα γινότανε δίχως σύστημα και πολύ περιορισμένα, οι μάζες θεωρούν «ότι το Κ.Κ. είναι απλώς ένα κάπως καλύτερο Κουόμινταγκ και σε πολλά μέρη σκέφτουνται έτσι: αφού πρέπει κάπου να είναι υπήκοοι, λίγο τους ενδιαφέρει ποιό κόμμα θα κυβερνάει.

«Πολυάριθμοι ηγέτες του Κόμματος στις σοβιετικές περιφέρειες μένουνε κρυμμένοι κι απ’ αυτά τα μέλη του Κόμματος. Τα μέλη του Κόμματος δεν ξέρουνε τι πράμα είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα. Τον καιρό που άρχισαν να καταδιώκουνε την ομάδα του Βαν-Τιν-Βάϊ («αναδιοργανωτές» του παλιού Κουόμινταγκ), απελπιστήκανε γιατί νομίζανε πως είχανε προσχωρήσει στο κόμμα των «αναδιοργανωτών». Οι υπεύθυνοι του Κόμματος λησμονάνε το Κόμμα. Εδώ και 3 με 4 μήνες δεν κάνουνε συνεδρίαση οι πυρήνες. Στις οργανώσεις τις μαζικές δεν υπάρχουνε φράξιες κομμουνιστικές. «η πλειονοψηφία των συντρόφων στα κόκκινα διαμερίσματα είναι διεφθαρμένοι, γίνουνται γραφειοκράτες και έχουνε πάντα δεξιές τάσεις. Σκέφτουνται πως, μια και καταλάβαμε την εξουσία, δεν έχουμε πια τίποτα να κάνουμε, και περνάνε τις μέρες τους γλεντώντας...
«Οι υπεύθυνοι σύντροφοι της σοβιετικής κυβέρνησης δε δίνουνε λύσεις στα άμεσα γενικά αιτήματα των μαζών. Ταυτόχρονα οι πλούσιοι χωρικοί κατέχουνε τα 2/3 από τις θέσεις μέσα στην κυβέρνηση. Η πλειονοψηφία των επιτρόπων είναι γραφειοκράτες κ’ έτσι οι μάζες δεν έχουν εμπιστοσύνη στα σοβιέτ και φωνάζουνε τους επίτροπους «κύριε», απαράλλαχτα σα να μιλούσανε με τους παλιούς υπουργούς.
«Συνέπεια από όλα αυτά είναι ότι οι μάζες δε νοιώθουνε τα σοβιέτ στις κόκινες επαρχίες, πολλά αντιδραστικά στοιχεία κρύβουνται μέσα σ’ αυτά, και τα σοβιέτ δε μπορούνε να τους κάνουνε τίποτα». («Οικοδόμηση του Κόμματος», 3-3-1931).

Η ίδια η σύνταξη της κομματικής αυτής εφημερίδας ανακοινώνει ότι και στην περιφέρεια του Κιαγκσί έχουμε ανάλογα φαινόμενα. Όλος ο τύπος και μια εγκύκλιο της Εκτελεστικής παραπονιούνται ότι οι πλούσιοι χωρικοί, κι ακόμα οι μικροί τσιφλικάδες, μπαίνουνε μέσα στα σοβιέτ και στον κόκκινο στρατό, στα κυβερνητικά όργανα. Η γη μοιράζεται σε όφελος των πλουσίων χωρικών. Καμιά συνδικαλιστική οργάνωση των αγροτικών προλετάριων, φτωχών χωρικών και των κούληδων. Τα σοβιέτ δεν  εκλέγουνται, διορίζουνται κττ. κττ. Η γραφειοκρατία της Κ.Δ. αποδίνει, όπως συνηθίζει, τα «λάθη» στους διάφορους αποδιοπομπαίους τράγους (η σειρά τελευταία ήτανε στο ΛΙ-Λι-Σιίν). Κάνει χαρτοπόλεμο: «Κάτω η διαφθορά!», «Κάτω η γραφειοκρατία!!» κττ. Δεν καταλαβαίνει τη βαθύτερη αιτία των φαινομένων αυτών: τη φύση της αγροτιάς, πούναι ανίκανη να κάνει μονάχη της μια ανεξάρτητη πολιτική ενέργεια, κ’ έτσι εφόσο το προλεταριάτο της πόλης δεν την οδηγάει, ο χωριάτικος επαναστατικός κλεφτοπόλεμος γρήγορα εκφυλίζεται. Οι χωριάτες παρτιζάνοι με αληθινό ηρωισμό τσακίσανε μέχρι εφτά στρατιές του Τσανγκ-Κάϊ-Σεκ, που ήτανε πολύ ανώτερές τους σε αριθμητική δύναμη και εφοδιασμό. Η αδυναμία του κυβερνητικού στρατού είναι οι διχογνωμίες των στρατηγών του, οι ανταρσίες των στρατιωτών, ενώ η δύναμη των παρτιζάνων βρίσκεται στην υποστήριξή τους από την αγροτιά.
Σωστά η κινέζικη αντιπολίτευση διαπίστωνε στην αρχή ότι ο πόλεμος των χωρικών παρτιζάνων είναι ένα στυγνό κατηγορητήριο ενάντια στα εγκλήματα της σταλινικής στρατηγικής κατά την πρώτη περίοδο της επανάστασης. Τότε ο κεντρισμός συνθηκολογούσε μπροστά στη μπουρζουαζία, τώρα μπροστά στην αγροτιά. Συγκεντρώνει την προσοχή του στον πόλεμο των χωρικών, διαλύει το Κόμμα μέσα στην παρδαλή αγροτική μάζα, εγκαταλείπει τη δουλειά μέσα στις πόλεις. Όμοια όπως τότε έκανε το προλεταριάτο να πιστέψει πως το αστικό Κουόμινταγκ θα το έσωζε, έτσι τώρα στρέφει τα βλέμματά του στους κόκκινους χωρικούς παρτιζάνους σα μοναδικούς σωτήρες του. Μα η αγροτιά, όπως πάντοτε, έτσι και στην Κίνα τώρα, ακολουθάει στο τέλος ή τη μπουρζουαζία ή το προλεταριάτο.
Σε μια μεγάλη ιστορική στιγμή όπου η Κίνα ολάκαιρη βρίσκεται στο πόδι εξαιτίας της ιαπωνικής επιδρομής στη Μαντζουρία και δεν υπάρχει στρώμα του εργαζόμενου πληθυσμού – ούτε Κινέζος φοιτητής και διανοούμενος – που να μην εξεγείρεται για την πολιτική της «μη αντίστασης» του Κουόμινταγκ, το ΚΚΚ βρίσκεται σε αδυναμία να μπει επικεφαλής ενός παλλαϊκού επαναστατικού αντιιμπεριαλιστικού συναγερμού.
Τα γεγονότα της Μαντζουρίας είναι πραγματικά ένα καινούργιο δίδαγμα για κάθε κομμουνιστή που δεν κατάλαβε ακόμα, ότι στη σημερινή εποχή ένας μεγάλος εθνικοεπαναστατικός αναβρασμός μπορεί να σβήσει στις εξαρτημένες χώρες, άμα λείψει μια καλά οργανωμένη προλεταριακή πρωτοπορία, με επαναστατικό προλεταριακό προσανατολισμό, δίχως αστικοδημοκρατικές αυταπάτες.
Δίδαγμα για τους αδιαφώτιστους κομμουνιστές. ΄Οχι για τους αδιόρθωτους φτωχομεσαίους αντιιμπεριαλιστές της 6ης Ολομέλειάς μας.

4.  Η «εργατοαγροτική» επανάσταση στην Ισπανία

«Εννοείται ότι η προλεταριακή επανάσταση είναι ταυτόχρονα και αγροτική επανάσταση. Αλλά μια αγροτική επανάσταση έξω από την προλεταριακή επανάσταση είναι αδύνατη στις σημερινές συνθήκες. Μπορούμε δικαιολογημένα να λέμε στους χωρικούς ότι σκοπός μας είναι να δημιουργήσουμε μια δημοκρατία εργατοαγροτική, όπως ονομάσαμε την κυβέρνηση της προλεταριακής δικτατορίας που βγήκε από την Οχτωβριανή Επανάσταση «Κυβέρνηση εργατών και χωρικών». Αλλά μ’ αυτό δε θέτουμε την εργατοαγροτική επανάσταση σε αντίθετη με την προλεταριακή. Ίσα-ίσα το ενάντιο, τις ταυτίζουμε. Αυτή είναι η μόνη σωστή θέση του ζητήματος».

(«Η Ισπανική Επανάσταση και οι κίνδυνοί της») 9 Ιούνη 1931  Λ. Τρότσκι

Για την εξέλιξη της μεγάλης Ισπανικής Επανάστασης του 1931 και τη θέση των κομμουνιστών μέσα σ’ αυτή, έχει ιδιαίτερη ιστορική σημασία να γνωρίζουμε ότι και Ισπανοί κομμουνιστές σταθήκανε μέσα στο 4ο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κ.Δ. που αποκρούσανε τη ζηνοβιεφική στρατηγική της «δημοκρατικής δικτατορίας». Στη συζήτηση τότε πήρε το λόγο εξ ονόματος της αντιπροσωπείας του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος ο σύντροφος Αθεντέβο. Αμφισβήτησε ότι είναι δυνατό ανάμεσα στην αστική δικτατορία και στην προλεταριακή να σταθεί μια γέφυρα κάποιας «εργατοαγροτικής» κυβέρνησης. Τα πραχτικά του Συνέδριου σημειώνουνε μόνο: «Ο ρήτορας αποκρούει την εργατική κυβέρνηση σα μια ρεφορμιστική ουτοπία (σ. 44).
Ωστόσο η αποσυνθετική επίδραση της πολιτικής εκείνης και της σταλινικής πολιτικής στην Κινέζικη Επανάσταση είχε τη θλιβερή της εκδήλωση και μέσα στην ισπανική προλεταριακή πρωτοπορία. Ανεξάρτητα κι από την κλασική μυωπία των στρατηγών της σταλινικής γραφειοκρατίας, που στα ορμητικά μαζικά κινήματα και προανακρούσματα της επανάστασης του Απρίλη δε δίνανε «ούτε τη σπουδαιότητα μιας τοπικής απεργίας σ’ άλλες καπιταλιστικές χώρες» (Μανουΐλσκι), η ιδεολογική σύγχυση που είχε φέρει μέσα στους Ισπανούς κομμουνιστές ο σφαλερός στρατηγικός προσανατολισμός, έκανε ολοκληρωτικά ανίκανο το Κ.Κ. Ισπανίας να παίξει οποιοσδήποτε ρόλο άξιο λόγου. Το κράτησε στην κατάσταση μιας ασήμαντης αίρεσης μέσα στην πιο θυελλώδη περίοδο των επαναστατικών εξελίξεων που γνώρισε ίσαμε τώρα η Ιβηρική Χερσόνησο.
Το ιδεολογικό χάος που είχε σκορπίσει ανάμεσα στους Ισπανούς κομμουνιστές ο σταλινικός προσανατολισμός, μας το περιγράφει η σταλινική διοίκηση του Κόμματος από την προεπαναστατική περίοδο.

«Ενώ μια ομάδα από συντρόφους, επηρεασμένη από την αναμφισβήτητα σπουδαιότητα των φεουδαρχικών υπολειμμάτων στην οικονομία της χώρας (καμια αγροτική μεταρρύθμιση δεν είχε γίνει στην Ισπανία) και από την πολιτική δύναμη των μισοφεουδαρχικών κομμάτων και κλικών, αιχμαλωτισμένη από τον αστικό χαραχτήρα της επανάστασης που ήτανε στην ημερήσια διάταξη, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως κινητήρια δύναμη της επανάστασης ήταν η μπουρζουαζία – αν και δεν το διατυπώνανε ανοιχτά -, άλλοι σύντροφοι υποτιμούσανε τη σημασία των φεουδαρχικών υπολειμμάτων και δεχόντανε πως ήρθε η ώρα της προλεταριακής επανάστασης».

Με τέτοιον ιδεολογικό οπλισμό μπήκανε οι Ισπανοί κομμουνιστές και ζητήσανε να επηρεάσουνε την πορεία της ισπανικής επανάστασης του 1931. Ήτανε φυσικό μ’ όλη την αυταπάρνησή τους η ηγεσία των επαναστατημένων εργατικών και χωρικών μαζών να περάσει στα χέρια των κομμάτων της μικροαστικής δημοκρατίας (σοσιαλιστές-δημοκράτες) και του αναρχοσυνδικαλισμού.
Όταν σε λίγο η επαναστατική δημοκρατική κυβέρνηση κι αργότερα οι κυβερνήσεις που βγήκαν ύστερ’ από τη Συνταχτική Εθνικοσυνέλευση, διαψεύσανε με τον πιο πανηγυρικό τρόπο τις δημαγωγικές ριζοσπαστικές υποσχέσεις των δημοκρατικών κομμάτων, που άρχισαν να συμβιβάζουνται με την αντεπανάσταση και τις αντιδραστικές δυνάμεις του πεσμένου μαύρου καθεστώτος, όταν οι επαναστατημένες μάζες με μαχητικά απεργιακά κινήματα και αγροτικές εξεγέρσεις δε ζητούσανε παρά μόνο μια διαφωτισμένη κι αποφασιστική κομμουνιστική πρωτοπορία που να τους δείξει τον ξεκάθαρο επαναστατικό προσανατολισμό και το δρόμο για το πέρασμα στην προλεταριακή επανάσταση (μόνη ικανή να αποτελειώσει και το αρχινισμένο κ’ εμποδισμένο έργο της αστικής επανάστασης), τότε οι ίδιοι ανίκανοι στρατηγοί της Κ.Δ. ήρθανε να σκορπίσουν ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση στις γραμμές του ισπανικού κομμουνισμού. Η «Πράβντα» από τις 10 Μάη 1931 κιόλα χάραξε τον ίδιο κινέζικο δρόμο της καταστροφής και για την Ισπανία:

«Στην Ισπανία δε μπορεί νάναι το άμεσα καθήκον μας η σοσιαλιστική επανάσταση. Το πρώτο μας καθήκον είναι η εργατοαγροτική επανάσταση».

Έτσι, το ιδεολογικό ευνουχισμένο μικρό Κ.Κ. Ισπανίας, προσπαθώντας σήμερα με πολύ κόπο να βγει από τη χρόνια κρίση του και ν’ αγκαλιάσει ένα μέρος από το μεγάλο μαζικό κύμα της ανταρσίας που ξεσηκώνει η μετεπαναστατική αντίδραση, είναι υποχρεωμένο, πριν ακόμα από την «εργατοαγροτική» επανάσταση του Στάλιν, ν’ αντιμετωπίζει τον κίνδυνο του ισπανικού φασισμού και να πληρώνει ακριβά τα στρατηγικά δώρα της κεντριστικής ηγεσίας του.



ΧΙ. ΤΟ ΙΛΑΡΟΤΡΑΓΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΔΙΔΑΧΤΟΡΙΑΣ» 1934


(To «λενινιστικό πλοίο της αστικοδημοκρατικής επανάστασης
και η ρεβιζιονιστική αρματωσιά του)


Αν εξετάσουμε τη «δημοκρατική δικτατορία» των Ελλήνων σταλινικών από την άποψη του προγράμματός της, η απόφαση της  «6ης Ολομέλειάς» τους μας παρουσιάζεται σαν ένα αξιοθρήνητο κακέκτυπο των κλασικών ντοκουμέντων του Κεντρισμού μέσα στην Κομμουνιστική Διεθνή. Προσπαθεί να μιμηθεί με χοντροκομμένο και παιδιακίσιο τρόπο το θεωρητικό εκλεχτικισμό των προτύπων του, συνδυάζοντας τις πιο κατάφωρες σοσιαλδημοκρατικές αναθεωρήσεις του επαναστατικού μαρξισμού και της διδασκαλίας του Λένιν με άφθονη μαρξιστική φρασεολογία και  ορθές διατυπώσεις, - την πιο γοερή άρνηση των κομμουνιστικών αρχών από τη μια μεριά με την πανηγυρική διακήρυξή τους από την άλλη. ΄Ετσι, όποιος διαβάζει την απόφαση και τις επίσημες αναλυτικές επεξηγήσεις της, που δίνει το όργανο της Κ.Ε. μέσα σ’ έναν αληθινό πληθωρισμό από γλωσσικούς και νοητικούς βαρβαρισμούς («Ριζοσπάστης» 24, 25, 26 Γενάρη, «Συζήτηση μ’ ένα απλό μέλος του Κόμματος»), πότε στέκει κατάπληχτος μπροστά στο θράσος που χρειάστηκε η σταλινική ομάδα για να εγκαταλείψει με τόση τυμπανοκρουσία τις αρχές του κομμουνισμού, και πότε πάλι μένει εξίσου εμβρόντητος μη μπορώντας να εξηγήσει γιατί να παρουσιάζουνται σα ριζική στρατηγική στροφή οι ίδιες στοιχειώδεις κομμουνιστικές ιδέες. Και στο τέλος, άμα ο αναγνώστης είναι αιχμάλωτος του «κομματικού πατριωτισμού» και δεν τολμάει να εξετάσει βαθύτερα την ουσία του σταλινικού κεντρισμού, καταντάει στο αδιέξοδο, πέφτει κυριολεχτικά σε ιδεολογικό χάος. Αυτός όμως ακριβώς στάθηκε πάντοτε ο ειδικός ρόλος του Κεντρισμού μέσα στο διεθνικό επαναστατικό κίνημα: να αφοπλίζει και να κάνει ανίκανη την εργατική τάξη για τους ιστορικούς σκοπούς του επαναστατικού της κινήματος, σκορπίζοντας τη σύγχυση γύρω από τους σκοπούς αυτούς με την εκλεχτική προσπάθεια του συμβιβασμού δυό αντίθετων αρχών:  του προλεταριακού επαναστατισμού, του Μαρξισμού από τη μια μεριά, και του μικροαστικού επαναστατισμού, του Εθνικορεφορμισμού από την άλλη.
Η απόφαση και ο επίσημος ερμηνευτής της δε διστάζουνε να μας δώσουνε ακόμα και ένα γενικό σχήμα για τη... διαρκή επανάσταση! Να το:


«Οι δυό επαναστάσεις (αστικοδημοκρατική και προλεταριακή) αποτελούνε διάφορες φάσεις της ίδιας και ενιαίας επαναστατικής πορείας» («Ριζ.» 25-1, σ. 2). «Η επανάσταση (η αστικοδημοκρατική) δε θα μπορέσει να λύσει τα επιταχτικά της καθήκοντα, χωρίς να προσβάλει την κεφαλαιοκρατική ατομική ιδιοχτησία, δίχως... εθνικοποίηση των μεγαλυτέρων ελληνικών τραπεζών» (γιατί μόνον των πιστωτικών κι όχι και των άλλων βιομηχανικών, ναυτιλιακών κλπ. μεγαλυτέρων καπιταλιστικών επιχειρήσεων; Π.Π.) (Απόφ. Θέση 6η). «Ξεσηκώνοντας η παλλαϊκή εξέγερση ...κατά του ληστρικού ξένου κεφάλαιου, και όχι εννοείται μόνο ενάντια σ’ αυτά» (άρα ενάντια και στα ντόπια κεφάλαια Π.Π.) («Ριζ». 24-1). «Η εργατοαγροτική κυβέρνηση (που θα βγει από την «αστικοδημοκρατική» επανάσταση Π.Π.) πραγματοποιεί τα καθήκοντά της... Η κεφαλαιοκρατία θα διωχτεί από όλα τα διευθυντικά οικονομικά πόστα, μεταφορές, τράπεζες κλπ. (δηλαδή και λοιπές μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις Π.Π.). Το προλεταριάτο και η αγροτιά από την πρώτη μέρα της επανάστασης θα θίξουν τη μεγάλη ιδιοχτησία, τραστ, μεταφορές κλπ...». Ταυτόχρονα... «θ΄ αρχίσουμε αμέσως να περνούμε ακριβώς στο μέτρο των δυνάμεών μας στη σοσιαλιστική επανάσταση» (Λένιν) («Ριζ.» 25-1, σ. 2).

Τέτοιο είναι το κεντριστικό καρύκευμα της σταλινικής απόφασης. Ανάμεσά της ξεπροβάλλουνε σποραδικά μερικές διατυπώσεις – βλέπετε, κάπου, μαζί με τα πολυσήμαντα «κλπ.», και τα ίδια λόγια του Λένιν – που θυμίζουνε τη μαρξιστική «διαρκή επανάσταση», όπως αναλύθηκε θεωρητικά και ιστορικά πιο πάνω. Το ανύποπτο κομματικό μέλος νομίζει πως έχει εδώ μπροστά του τον τύπο της προλεταριακής επανάστασης που «αμέσως», «ταυτόχρονα», «από την πρώτη μέρα της», δηλαδή δίχως ενδιάμεσους σταθμούς, προχωρεί στα σοσιαλιστικά της καθήκοντα, λύνοντας «στο διάβα» της και τα «άλυτα αστικοδημοκρατικά» καθήκοντα.
Αλίμονο όμως! Πρόκειται για απλή «μαρξιστική» φωτοσκίαση που θα κάνει λιγότερο αποκρουστική την εικόνα της νέας αντιμαρξιστικής στρατηγικής. Πρόκειται για μια γελοιογραφία, από τις πιο κακοφτιαγμένες, της θεωρίας του Μαρξ και της στρατηγικής του Λένιν.
Την αληθινή εικόνα, την ουσία της απόφασης τη δίνει το κείμενό της κι ο επίσημος ερμηνευτής της με τρόπο αναμφίβολο και αφελέστατο Τη δίνουμε αυτούσια, κι όποιος προλεταριακός επαναστάτης δεν εγνώρισε ακόμα την αντιφατικότητα σαν εσώτερη λογική φύση των κεντριστικών ρευμάτων, ας την καμαρώσει ανάγλυφη στα παραπάνω και στα παρακάτω σταλινικά κείμενα:

Απόφαση: «Η επανάσταση στην Ελλάδα... θα έχει αστικοδημοκρατικό χαραχτήρα. Τα καθήκοντα... η γη στους χωρικούς, απελευθέρωση της χώρας από το ζυγό του ξένου κεφάλαιου, η απελευθέρωση των καταπιεζομένων εθνοτήτων, αποτελούν προϋπόθεση ώστε η επανάσταση... να περάσει σε σοσιαλιστική».
«Ριζοσπάστης» 24 Γενάρη: «Δε μπορούμε αυθαίρετα να κανονίζουμε τι επανάσταση θα κάνουμε. Το προλεταριάτο λοιπόν δεν μπορεί αυθαίρετα να... διακηρύξει πως θα προχωρήσει κατ’ ευθείαν προς την προλεταριακή επανάσταση. – Εφόσον τα καθήκοντα αυτά, εκμηδένιση φεουδαρχικών υπολειμμάτων, απαλλοτρίωση ξένου κεφάλαιου κλπ. είναι αστικοδημοκρατικά... ο χαραχτήρας της επανάστασης είναι αστικοδημοκρατικός. – Ερώτηση: Γιατί τα καθήκοντα αυτά δεν θα μπορούσε να τα λύσει δίπλα στα δικά της η σοσιαλιστική προλεταριακή επανάσταση; Απάντηση: Χωρίς το παραμέρισμα των εμποδίων αυτών (σοβαρών φεουδαλικών υπολειμμάτων και της δράσης του ξένου κεφάλαιου), ο πάρα πέρα δρόμος μένει κλειστός».
«Ριζοσπάστης» 25 Γενάρη: «Χτυπώντας τον αρχειομαρξισμό πέσαμε σε άλλο λάθος: υποστηρίξαμε ότι βρισκόμαστε μπροστά στην προλεταριακή επανάσταση. – Στην κρατική μορφή..., ενώ στη δημοκρατική επαναστατική δικτατορία η αντιπροσώπευση στα Σοβιέτ είναι η αυτή για τους εργάτες και για τους αγρότες, τώρα (με την προλεταριακή δικτατορία) το προλεταριάτο συγκεντρώνει στα χέρια του πιο στέρεα (;;)* την εξουσία».

 


* Θα ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς μεγαλύτερη πολιτική θρασυδειλία και αναισχυντία για μια υπεύθυνη διοίκηση επαναστατικού κόμματος από κείνη που κρύβεται σ’ αυτή την αοριστία του «πιο στέρεα». Τι θα πει «πιο στέρεα»; Εδώ δε γίνεται προπαγάνδα σε συμπαθούντες, καθορίζεται η στρατηγική της επανάστασης. Και το σημείο που το προλεταριάτο παίρνει αληθινά την εξουσία στα χέρια του για να αρχίσει την εφαρμογή του σοσιαλιστικού του προγράμματος, είναι η πιο σπουδαία πράξη του από όλες τις άλλες, είναι το κορύφωμα της δράσης του. Να μη βρίσκεις γι αυτή την υπέρτατη στιγμή, μέσα σε μια κομματική απόφαση για το στρατηγικό ζήτημα, τίποτα άλλο έξω από μια αόριστη και δίχως ένα συγκεκριμένο σαφέστατο νόημα λέξη: «πιο στέρεα», - θα πει ότι αυτοί που τη συντάξανε ή είναι πολιτικοί αγύρτες ή Δον Κιχώτες που παίζουνε σαιξπηρικούς ρόλους.



Είναι περιττό να ρωτήσουμε τους νέους ρηξικέλευθους στρατηγούς της ελληνικής επανάστασης από που είναι «κλειστός» ο σοσιαλιστικός δρόμος μιας επανάστασης, όταν αυτή «από την πρώτη μέρα της» κιόλας «έθιξε» τη μεγάλη ιδιωτική ιδιοχτησία γενικά και «έδιωξε  από όλα τα διευθυντικά οικονομικά πόστα» όχι μόνο τους γαιοχτήμονες μα και τους καπιταλιστές. Ούτε, αντίθετα, ποιός θάταν ο ρόλος του ελληνικού προλεταριάτου, επαναστατικός ή μεταρρυθμιστικός, όταν, γκρεμίζοντας τη μπουρζουαζία από την εξουσία, σχημάτιζε μια κυβέρνηση που θάβαζε για πρόγραμμά της την απαγόρευση να παρθούνε άμεσα μέτρα κοινωνικοποίησης των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, δηλαδή μέτρα σοσιαλιστικής επανάστασης, αλλά θα περιοριζότανε στην πιστή εφαρμογή των ομαδικών συμβολαίων εργασίας με τους οικονομικά κυρίαρχους καπιταλιστές. Είναι φανερό πως εδώ οι κούτβηδες της 6ης Ολομέλειας, ζωντανή διακωμώδηση της μαρξικής διαλεκτικής, ξαναμασάνε άκριτα σαν οικονομικό πρόγραμμα* κάποιου ενδιάμεσου πολιτικού καθεστώτος μεταξύ αστικής και προλεταριακής δημοκρατίας, μερικά κακοχωνεμένα στοιχεία της ΝΕΠ και άλλες τόσες παρεξηγήσεις τους από τα δοκιμαστικά μέτρα και ψηλαφήματα των μπολσεβίκων μέσα στο οικονομικό χάος της Ρωσίας κατά το πρώτο τρίμηνο ύστερ’ από την Οχτωβριανή Επανάσταση (εργατικός έλεγχος).


* Η 6η Ολομέλεια έχει ολοκληρωτική άγνοια για τη φύση του συνθήματος «εργατικός έλεγχος στις επιχειρήσεις», που το αναγορεύει σε θεμελιώδη οικονομική πολιτική της «δημοκρατικής δικτατορίας» της. Η σημασία στη Ρωσική Επανάσταση στάθηκε περιορισμένη: ήτανε σύνθημα κατάλυσης της κυριαρχίας της μπουρζουαζίας μέσα στην επιχείρηση και ταυτόχρονα προετοιμασίας των οργάνων οικονομικής διοίκησης του προλεταριακού κράτους. Γι’ αυτό, ενώ το Νοέμβρη 1917 βγήκε το διάταγμα της Πανρωσικής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής για τον εργατικό έλεγχο, στις 5 Δεκέμβρη 1917 εκδόθηκε το πρώτο διάταγμα που ανάθεσε στο Ανώτατο Συμβούλιο της Εθνικής Οικονομίας τη διεύθυνση της βιομηχανίας. Μέσα στην άνοιξη 1918 είχαν εθνικοποιηθεί όλες οι επιχειρήσεις.



Η ριζική όμως αναθεώρηση του κομμουνισμού από την 6η Ολομέλεια φανερώνεται ολοκάθαρα στην κρατική μορφή της «δημοκρατικής δικτατορίας». Δεν πρόκειται εδώ για μια περίοδο «δυαδικής εξουσίας», όπου η αστική τάξη κρατάει την κυβέρνηση με τα κόμματα της αστικής  ή μικροαστικής δημοκρατίας, και τα επαναστατικά σοβιέτ εργατών, χωρικών και στρατιωτών διεκδικούνε την εξουσία ολάκαιρη, ενώ το επαναστατικό προλεταριάτο με το κόμμα του διεκδικεί βήμα προς βήμα μέσα στα σοβιέτ την πλειονοψηφία από τα αντεπαναστατικά κόμματα της μικροαστικής δημοκρατίας (ρωσική κερενσκυάδα Φλεβάρη – Οχτώβρη 1917). Εδώ η σταλινική Ολομέλεια μας παρουσιάζει την αστική εξουσία καταλυμένη από μια παλλαϊκή επανάσταση, που έχει δώσει την εξουσία όλη στα σοβιέτ και που έχει καταλήξει σε μια κυβέρνηση «εργατοαγροτική». ΄Οχι προλεταριακή δικτατορία, γιατί η αντιπροσώπευση στα σοβιέτ, δηλαδή στην εξουσία, στην κυβέρνηση, είναι «η αυτή» για τους εργάτες και για τους αγρότες γενικά, δηλαδή για τους «φτωχομεσαίους». Μια κοινή κυβέρνηση συνασπισμού του προλεταριακού επαναστατικού κόμματος με κάποιο ή κάποια πολιτικά κόμματα, αγροτικά, που θάχουνε «την αυτή» αντιπροσώπευση στην κυβέρνηση με το προλεταριακό. Γιατί βέβαια μόνον η προλεταριακή δικτατορία είναι η αποκλειστική άσκηση της πολιτικής εξουσίας από το επαναστατικό κόμμα του προλεταριάτου. Διαφορετικά η «δημοκρατική δικτατορία» δε θα είχε καμιά διαφορά από την προλεταριακή, από την άποψη της κρατικής μορφής. Θάταν απλώς μια μετονομασία της τελευταίας και όλη η νέα στρατηγική καθαρό λογοπαίγνιο*. Η λογική βάση της νέας σταλινικής στρατηγικής είναι ότι υπάρχουν ή μπορούνε να υπάρξουν αγροτικά «επαναστατικά» κόμματα γενικά ή ειδικά στην Ελλάδα, που ν’ ασκήσουνε μια κοινή αντικαπιταλιστική δικτατορία μαζί με το κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου. Έξω απ’ αυτή, μια μόνο λογική βάση θάμενε: η αποκλειστική άσκηση της εξουσίας από το προλεταριακό κόμμα με τον περιορισμό του στις εντολές που θα του δίνει η πολιτικά συγκυρίαρχη μέσα στα σοβιέτ μικρομπουρζουαζία. Και οι δυό λύσεις ισοδυναμούνε με οριστική εγκατάλειψη του σοσιαλιστικού προγράμματος από το κόμμα του προλεταριάτου και μετατροπή του από κόμμα της κοινωνικής επανάστασης σε «εργατοαγροτικό» κόμμα της μικροαστικής μεταρρύθμισης.


*Με την ίδια μέθοδο οι σταλινικοί, υπερασπίζοντας την εξαφάνιση της ταξικής φυσιογνωμίας του Κόμματος μέσα στο ΕΜΕΑ, προβάλλουνε πολλές φορές το άνετο λογοπαίγνιο: ΕΜΕΑ=ΚΚΕ με ... ψευδώνυμο! Χάος πολιτικής σύγχυσης!



Η ιδέα μιας οποιασδήποτε εξουσίας που να την ασκεί το προλεταριάτο έχοντας «την αυτή» εκπροσώπηση με την αγροτική μικρομπουρζουαζία μέσα στα όργανα της εξουσίας είναι απλή και καθαρή άρνηση των βάσεων του μαρξισμού, της πείρας από τη Ρωσική Επανάσταση και της διδασκαλίας του Λένιν. Ενισχύει όλες τις συντηρητικές τάσεις μέσα στο κίνημα και κλείνει μέσα της όλες τις προϋποθέσεις όχι για την «παραπέρα μετατροπή σε σοσιαλιστική επανάσταση», αλλά ίσα-ίσα για την ήττα της ελληνικής επανάστασης, όμοια με την κινέζικη, τη γερμανική, την ισπανική.
Η βαθμιαία κατάχτηση της αγροτικής μικρομπουρζουαζίας υπέρ των σοσιαλιστικών σκοπών του προλεταριάτου κάτω από ένα τέτοιο πολιτικό καθεστώς μοιρασμένης «στα αυτά μερίδια» διταξικής συγκυριαρχίας, είναι θεωρητικά και ιστορικά αποδειγμένη καθαρή ουτοπία. Τα πολυάριθμα μισοπρολεταριακά και μικροαστικά στρώματα του εργαζόμενου πληθυσμού που ακολουθάνε τη μπουρζουαζία και τα κόμματα της μικροαστικής δημοκρατίας («αριστερά αγροτικά» και μεταρρυθμιστικά κόμματα κάθε απόχρωσης), δεν πιστεύουνε στην ίδια τους τη δύναμη ούτε στη δύναμη του προλεταριάτου, ούτε βλέπουνε πως είναι δυνατό σε βάρος των απολλοτριωμένων εκμεταλλευτών να ικανοποιήσουνε τις πιο άμεσες ζωτικές τους ανάγκες. Τα στρώματα αυτά των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων αποτελούνε για τη συνειδητή πρωτοπορία του προλεταριάτου συμμάχους. Αυτούς όμως τους συμμάχους ένα μέσο μόνο υπάρχει να τους καταχτήση οριστικά το προλεταριάτο: η κρατική εξουσία της προλεταριακής δικτατορίας που θάχει τσακίσει την οικονομική εξουσία της μπουρζουαζίας.
Και τις μάζες αυτές μπορεί να τις τραβήξει με το μέρος του το προλεταριάτο, «γιατί σε οποιαδήποτε καπιταλιστική χώρα η δύναμή του είναι ασύγκριτα πιο μεγάλη από τον αριθμό του» (Λένιν), που τόσο πολύ στηρίζει στη μικρότητά του τη νέα στρατηγική της η 6η Ολομέλεια. Το προλεταριάτο κρατάει στα χέρια του το κέντρο και τα νεύρα ολάκαιρου του οικονομικού συστήματος του καπιταλισμού. Ταυτόχρονα, αυτό μονάχα είναι που κάτω από το καπιταλιστικό σύστημα εκφράζει οικονομικά και πολιτικά τα αληθινά συμφέροντα της μεγίστης πλειονοψηφίας των εργαζομένων.*


*Ν.  Λένιν, Οι εκλογές για τη Συνταχτική Συνέλευση και η Δικτατορία του Προλεταριάτου.




Όπως βλέπει ο καθένας, δεν κάνουμε δω ατομική ψυχολογία ούτε αισθηματολογία. Μιλάμε μόνο για την εσωτερική λογική που κλείνει μέσα της η νέα στρατηγική. Δεν ισχυριζόμαστε πως η απόφαση προτείνει απλά και καθαρά μια συμμαχική κυβέρνηση των κομμουνιστών με τους αγροτιστές στην Ελλάδα. Οι αντιδραστικοί χαραχτήρες της απόφασης δε βγαίνουν από ενσυνείδητες προθέσεις οποιουδήποτε μέλους της 6ης Ολομέλειας. Αντίθετα, σειρά ολάκαιρη από παραγράφους της απόφασης και των επισήμων επεξηγηματικών άρθρων μαρτυράνε για τις πιο λαμπρές προθέσεις των συγγραφέων. Ο ρόλος ο αντιδραστικός που προορίζεται να παίξει αναπότρεπτα η απόφαση αυτή είναι συνέπεια της εσωτερικής λογικής της. Κι αυτό είναι χίλιες φορές πιο επικίνδυνο από τις πιο κακές υποκειμενικές προθέσεις.
Η σταλινική απόφαση νομίζει πως σκεπάζει το βαθύτερο αντιδραστικό χαραχτήρα του νέου «αστικοδημοκρατικού»  προσανατολισμού, συνδυάζοντάς τον με τον τύπο των σοβιέτ. Ξεχνάει μόνο πως στη Ρωσική Επανάσταση που μας πρωτόδωσε αυτή τη μορφή κρατικής εξουσίας, τα σοβιέτ, όσον καιρό μέσα σ’ αυτά το προλεταριάτο είχε «την αυτή» εκπροσώπηση με τους χωρικούς, όχι μόνο δεν είχαν ανατρέψει την αστική εξουσία. Αλλά «θεληματικά ήταν όργανά της», όπως εκφράζεται ο Λένιν, και ότι αντίθετα, τότε μονάχα τα ρωσικά σοβιέτ πήρανε ολοκληρωτικά την εξουσία στα χέρια τους και διώξανε από την κυβέρνηση τη μπουρζουαζία, όταν και μέσα τους επικράτησε οριστικά το προλεταριάτο και εγκαθίδρυσε, με βάση τα σοβιέτ, την ταξική του δικτατορία, που δε γνωρίζει και δε μπορεί να γνωρίζει καμιά «ίση μοιρασιά» της εξουσίας με τη μικρομπουρζουαζία, αλλά στηρίζεται, και συνταγματικά-τυπικά ακόμα, στην αποκλειστική ηγεμονία της μοναδικής επαναστατικής τάξης (με εξασφάλιση της αποφασιστικής βαρύτητας υπέρ του προλεταριάτου στον καθορισμό των αναλογιών αντιπροσώπευσης στα κρατικά όργανα):

 

«Ο διευθυντικός ρόλος που έπαιζε το βιομηχανικό προλεταριάτο των πόλεων μέσα σ’ όλη την επανάσταση, σαν το πιότερα συγκεντρωμένο, οργανωμένο, διαφωτισμένο και χαλυβωμένο στον αγώνα τμήμα των εργαζομένων μαζών, φανερώθηκε τόσο στη γένεση των ίδιων των Συμβουλίων (Σοβιέτ) όσο και σ’ όλη την πορεία της μετατροπής τους σε όργανα διακυβέρνησης. Αυτό βρίσκει την έκφρασή του στο Σοβιετικό μας Σύνταγμα που παραχωρεί στο βιομηχανικό προλεταριάτο ορισμένα προνόμια, συγκριτικά με τις πολύ πιο διασκορπισμένες μικροαστικές μάζες του χωριού». (Πρόγραμμα του Ρωσικού Κόμματος, αριθ. 7,  Γενική Πολιτική).

Είναι καταπληχτικό ότι μισή γενεά ύστερ’ από την κοσμοϊστορική πείρα της Ρωσικής Επανάστασης, είναι κανείς υποχρεωμένος να υπενθυμίσει στις επίσημες διοικήσεις εθνικών τμημάτων της Κ.Δ. την ακαταμάχητη ιστορική δικαιολόγηση, τη φύση της προλεταριακής δικτατορίας και τη θέση της αγροτικής μικρομπουρζουαζίας μέσα στο σοβιετικό σύστημα.

«Αντίθετα με την αστική δημοκρατία που κρύβει τον ταξικό χαραχτήρα του κράτους, η σοβιετική εξουσία αναγνωρίζει ανοιχτά ότι κάθε κράτος θα έχει αναπότρεπτα έναν ταξικό χαραχτήρα όσον καιρό δε θα έχει εξαφανιστεί η διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις και, μαζί μ’ αυτή, δε θάχει εξαφανιστεί κάθε κρατική εξουσία. Ο σοσιαλιστικός χαραχτήρα της σοβιετικής δημοκρατίας, δηλαδή ο προλεταριακός της χαραχτήρας (η υπογράμμιση του ίδιου του Λένιν) στη συγκεκριμένη του εφαρμογή, βρίσκεται στο ότι: πρώτο, εκλογείς είναι όλες οι εργαζόμενες και εκμεταλλευόμενες μάζες, η μπουρζουαζία στερήθηκε το δικαίωμα της ψήφου. Δεύτερο, ότι όλες οι γραφειοκρατικές διατυπώσεις και οι εκλογικοί περιορισμοί εξαφανίζουνται, οι μάζες καθαρίζουνε μόνες τους τον κανονισμό και τη χρονολογία των εκλογών, και μπορούν όποτε θελήσουν ν’ ανακαλέσουν τους αντιπροσώπους τους. Τρίτο, ότι τότε έχουμε την καλύτερη μαζική οργάνωση της πρωτοπορίας των εργαζομένων... Έτσι για πρώτη φορά στον κόσμο τα πράματα οργανώνουνται με τρόπο τέτοιο που όλος ο πληθυσμός μαθαίνει κι αρχίζει να κυβερνάει ο ίδιος».


«Η αγροτιά, όπως κάθε μικρομπουρζουαζία γενικά, παίρνει, κάτω από τη δικτατορία του προλεταριάτου, μια ενδιάμεση θέση. Από τη μια μεριά, αυτή είναι η σημαντική μάζα των εργαζομένων που έχουνε συμφέρο να ελευθερωθούν από το γαιοχτήμονα και τον καπιταλιστή. Από την άλλη, αυτοί είναι οι μικροεργοδότες, ιδοχτήτες και έμποροι. Μια τέτοια οικονομική κατάσταση προκαλεί μοιραία αμφιταλαντεύσεις ανάμεσα στο προλεταριάτο και στη μπουρζουαζία. Και όταν οι δυό αυτοί παλαίβουνε με λύσσα και όλες οι κοινωνικές σχέσεις αλλάζουν απότομα, φυσικό είναι οι χωρικοί και οι μικροαστοί, που είναι πιο πολύ προσκολλημένοι στην παράδοση και στη ρουτίνα, να στέκουνε στην  αβεβαιότητα και στη δυσπιστία, να μην είναι σίγουροι, και να τάσσουνται πότε με ένα μέρος και πότε με το άλλο».


«Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι, με την πιο απόλυτη και την πιο αλύπητη μορφή, πόλεμος μιας νέας τάξης ενάντια σ’ ένα πιο δυνατό εχθρό, ενάντια στη μπουρζουαζία: πραγματικά, η αντίσταση του εχθρού αυτού δεκαπλασιάζεται από την ίδια την ανατροπή του, και η δύναμή του αποτελείται όχι μόνο από τη δύναμη του διεθνικού κεφάλαιου, από τη στερεότητα των διεθνικών σχέσεων της μπουρζουαζίας, μα και από τη δύναμη της συνήθειας, από τη δύναμη της μικρής παραγωγής... Γιατί μένει ακόμα σ’ αυτή τη γη, για δυστυχία μας, μια πολύ, πολύ μεγάλη αναλογία μικρής παραγωγής. Λοιπόν, η μικρή παραγωγή  γεννάει τον καπιταλισμό και τη μπουρζουαζία διαρκώς, κάθε μέρα, κάθε ώρα, με μια διαδικασία αυτόματη και καθολική» (Οι υπογραμμίσεις του Λένιν).


«Για να μπορέσει το προλεταριάτο να τραβήξει πίσω του τους χωρικούς και τα μικροαστικά στρώματα γενικά, χρειάζεται η δικτατορία του προλεταριάτου, η εξουσία μιας τάξης ισχυρής με την οργάνωση και την πειθαρχία της, μιας τάξης που να επωφελείται όλες τις καταχτήσεις του πολιτισμού, της επιστήμης και της τεχνικής των καπιταλιστών, να συγγενεύει με τη νοοτροπία κάθε εργαζόμενου, ν’ απολαβαίνει ένα αδιαμφισβήτητο κύρος στα μάτια των εργαζομένων του χωριού ή των μικροπαραγωγών που είναι διασπαρμένοι, λιγότερο αναπτυγμένοι, λιγότερο σταθεροί στην πολιτική».
«Η τάξη που πήρε την πολιτική εξουσία, την πήρε έχοντας συνείδηση πως την έπαιρνε μόνη αυτή. Αυτή είναι η βαθύτερη ουσία της δικτατορίας του προλεταριάτου. Αυτή η αντίληψη τότε μονάχα έχει μια έννοια, όταν μια τάξη ξέρει ότι παίρνει αυτή μόνη την πολιτική εξουσία, όταν δεν αυταπατάται και δεν εξαπατά τους άλλους μιλώντας για μια εξουσία «εθνική και εκλεγμένη από όλο το λαό».
«Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η ειδική μορφή (δηλ. δεν υπάρχει καμιά άλλη αυτού του είδους δικτατορία Π.Π.) μιας συμμαχίας ταξικής του προλεταριάτου, πρωτοπορίας των εργαζομένων, με τα πολυάριθμα εργαζόμενα μη προλεταριακά στρώματα (μικρομπουρζουαζία, μικροϊδιοχτήτες, αγρότες, διανοούμενοι κλπ.), συμμαχία που κατευθύνεται ενάντια στο κεφάλαιο με σκοπό να το κατανικήσει ολοκληρωτικά, να τσακίσει κάθε αντίσταση της μπουρζουαζίας, κάθε απόπειρά της να παλινορθωθεί: με σκοπό την εγκαθίδρυση του Σοσιαλισμού. Είναι η συμμαχία των αποφασισμένων οπαδών του Σοσιαλισμού με τους δισταχτικούς και πολλές φορές «ουδέτερους» συμμάχους».
(Ν. Λένιν, Πρόγραμμα ΚΚΡ 1919 – Τα σημερινά καθήκοντα της σοβιετικής εξουσίας – Λόγος του στο Πανρωσικό Συνέδριο των εργατών μεταφοράς – Παιδική αρρώστια του κομμουνισμού – Πρόλογος στο λόγο του: Πως εξαπατούνε το λαό με τα συνθήματα της ελευθερίας και της ισότητας – Οικονομία και πολιτική στην εποχή της δικτατορίας του προλεταριάτου).

Είναι φανερό πως περισσότερο από κάθε τι άλλο η απόφαση της σταλινικής Ολομέλειας είναι απάρνηση του «λενινισμού» όπου λέει πως στηρίζεται.
Είναι κλασική η αποτυχία του συντάχτη και επίσημου ερμηνευτή της απόφασης στην προσπάθειά του να σκεπάσει τη ριζική αντίθεσή της με ό, τι πιο θεμελιακό εδίδαξε ίσαμε τώρα ο Επαναστατικός Μαρξισμός και η Ιστορική Πείρα. Ο Λένιν μέσα στο ντοκουμέντο αυτό του ελληνικού Κεντρισμού μεταμορφώνεται στο αντίθετό του, από προλεταριακός επαναστάτης παρουσιάζεται σα μεταμφιέσεις με «μαρξιστικά» μπιχλιμπίδια ναρόντνικος και σοσιαλεπαναστάτης. Το αλύγιστο principe του έγινε εκλεχτικό κράμα από θεωρητικά αποδιαλεγούδια, ο επαναστατικός ρεαλισμός του πολιτικάντικος ελιγμός και η σταθερή «τάση του προς το σκοπό» έγινε «ρομαντισμός». Την καρπερή επιστήμη του την αντικατάστησε το στείρο αναμάσημα ευαγγελικών περικοπών, το θησαυρό της μετριόφρονης σοφίας του η κούφια «κομμουνιστική μεγαλαυχία» που τα ξέρει όλα μα δεν ξέρει τίποτα και που τόσο την είχε στηλιτέψει στα χρόνια του ο Λένιν. Η ταξική ξαστεριά εκτοπίστηκε από τερατουργηματικά εργατοφτωχομεσαία αμαλγάματα, η αποφασιστικότητα έγινε δισταγμός και η επαναστατική αδιαλλαξία συμβιβασμός, ο ταχτικός συμβιβασμός αρχή και η αρχή νεκρό δόγμα, το κόκκινο αστέρι της προλεταριακής επανάστασης θαμπός γαλαξίας και ο Σκοπός της τωρινής περιόδου αόριστη μουσική του μέλλοντος. Ο Λένιν Κάμενεφ κι ο Μαρξ Λουΐ Μπλαν!...

Συμπέρασμα:
Με το «πρόγραμμα» που βάλανε στην «επικείμενη ελληνική δημοκρατική επανάσταση και δικτατορία» οι ήρωες της 6ης Ολομέλειας δεν προσπαθήσανε μόνο να «ξετινάξουνε» τον «αντιλενινισμό» της μαρξιστικής αριστεράς. Θελήσανε να ασκήσουνε την πνευματική τους πρωτοβουλία και στο πεδίο των πιο τολμηρών θεωρητικών σκέψεων. Οπορτουνιστικούς αδάμαντες πρώτου μεγέθους χρωστάμε σ’ αυτή την πρωτοβουλία. Οι «θεωρητικοί» της σταλινικής γραφειοκρατίας στην Ελλάδα είναι «επαναστατικοί» μόνο κατά το μέτρο που αναδημοσιεύουνε στα όργανά τους αυτούσιες παραθέσεις από μαρξιστικά και λενινικά έργα. Όπου ριψοκινδυνεύουνε να βάλουνε σε κίνηση τη δική τους σκέψη, δεν καταφέρνουνε να σκαρώσουνε παρά μόνο χοντροκομμένες αντιμαρξιστικές ανοησίες. Όλο το περιεχόμενο της απόφασής τους και οι αναλύσεις που της κάνουνε με τις εξηγητικές διατριβές τους, αποδείχνουνε πως στην αντιμετώπιση των πιο βασικών προβλημάτων του επαναστατικού μας κινήματος σκάβουνε μονάχοι το θεωρητικό τους λάκκο. Η πράξη αυτού του κινήματος θ’ ανοίξει οριστικά, με αναπότρεπτη αναγκαιότητα, και τον πολιτικό τους τάφο.
Τα ράκη της μαρξιστικής και λενινικής φρασεολογίας, που διανθίζουνε την απόφαση της 6ης Ολομέλειας, με πολλή δυσκολία κατορθώνουνε να παίξουνε τον ίδιο ρόλο που αριστοτεχνικά τόνε χαραχτήρισε ο θεωρητικός της διαρκούς επανάστασης στην κριτική του για το μπουχαρινοσταλινικό κεντριστικό πρόγραμμα του 6ου Παγκόσμιου Συνέδριου της Κ.Δ.:

«Είναι σαν ένα πλοίο που, εφοδιασμένο με άφθονα μαρξιστικά μηχανήματα και μηχανισμούς, έχει τα πανιά του ανοιχτά σ’ όλους τους ρεβιζιονιστικούς και ρεφορμιστικούς ανέμους. Όποιος χρησιμοποίησε την πείρα των τελευταίων δεκαετιών και γνώρισε την ισχυρή διαλεκτική αλληλεξάρτηση ανάμεσα στην πάλη των τάξεων και στα κομματικά προγράμματα, αυτός θα μας καταλάβει όταν λέμε ότι η καινούργια ρεβιζιονιστική αρματωσιά μπορεί να εκμηδενίσει όλη τη λειτουργία των ασφαλιστικών δικλείδων και μηχανισμών του μαρξισμού και λενινισμού». (L. Trotsky, L’ Internationale Communiste apres Lenine, Paris 1930, p. 116).

Με μόνη τη διαφορά πως η ελληνική αρματωσιά του κεντριστικού προγράμματος, όπως μας την έδωσε η 6η Ολομέλεια της Κ.Κ. του ΚΚΕ με τις αστειότατα χοντροκομμένες αντιφάσεις της, δεν είναι καν από πανιά, μα από τσιγαρόχαρτο. Φτάνει ένα ελαφρό φύσημα της μαρξιστικής κριτικής για να ξεσχιστεί και έτσι ν’ απογυμνώσει τους κούτβηδές μας από τη «λενινιστική» λεοντή τους.



ΧΙΙ. ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ

ΟΤΑΝ ΠΑΡΟΥΝΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


(Το άμεσο πρόγραμμα της

σοσιαλιστικής επανάστασης στην Ελλάδα)


Στο κεντριστικό κομφούζιο των σταλινικών η μαρξιστική αριστερά οφείλει ν’ αντιτάξει ένα άμεσο πρόγραμμα της ελληνικής προλεταριακής επανάστασης.
Να μιλήσουμε με τη γλώσσα της κομμουνιστικής αλήθειας και ευθύτητας, που τη νοιώθει κάθε εργάτης, κάθε εργαζόμενος χωρικός και κάθε βιοπαλαιστής. Ένα πρόγραμμα πραγματικά δίχως ρομαντισμούς. Ρεαλιστικό και βασισμένο στην επιστημονική μαρξιστική ανάλυση των διεθνικών και εθνικών συνθηκών. Ένα πρόγραμμα που να δείχνει στην προλεταριακή πρωτοπορία το μοναδικό κ’ έξω από αντιδραστικές «εργατοφτωχομεσαίες» ουτοπίες δρόμο για να καταχτήσουμε στην Ελλάδα την υποστήριξη των φτωχών χωρικών και την ευμενή τουλάχιστο ουδετερότητα των μεσαίων στο γκρέμισμα της μπουρζουαζίας, κ’ ύστερα τη συμμετοχή τους στην πάλη για το σοσιαλισμό. Δηλαδή ένα πρόγραμμα που να περιλαμβάνει μια σειρά από καλά μελετημένα αποφασιστικά μέτρα, που μπορούνε να βγάλουν αμέσως και δίχως αναβολή τις εργαζόμενες λαϊκές μάζες από τη σημερινή αθλιότητα και από την καταστροφή.

1. Άμεση απαλλοτρίωση δίχως αποζημίωση σε όλα τα μεγάλα εργοστάσια, μεγάλες βιομηχανικές, ναυτιλιακές και μεταφορικές επιχειρήσεις – κοινωνικοποίηση της βιομηχανίας, της ναυτιλίας, της μεταφοράς. Άμεση απαλλοτρίωση σε όλες τις τράπεζες δίχως εξαίρεση, συνένωσή τους σε μια Κρατική Τράπεζα – κοινωνικοποίηση της πίστης.


2. Άμεση απαλλοτρίωση στις μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις, καταστήματα και αποθήκες. Δημιουργία, με τη βοήθεια  του σοσιαλιστικού κράτους, πολύ ισχυρών συνεταιρισμών κατανάλωσης που θα οργανώσουνε σε πλατειά κλίμακα το φτηνό εφοδιασμό όλου του εργαζόμενου πληθυσμού με τρόφιμα, ρούχα, υποδήματα και με κάθε είδος καθημερινής χρήσης, κ’ έτσι αυτός θ’ απαλλαχτεί από τα νύχια του εμπορομεσιτικού παράσιτου.


3. Άμεση καθιέρωση  του εφταώρου με ίσο μεροκάματο για όλους τους εργάτες, άμεση καθιέρωση του εξαώρου στις εξορυχτικές και όλες τις ανθυγιεινές εργασίες και για τους νέους. Ειδική φροντίδα για την εργαζόμενη γυναίκα. Με βάση τους διαθέσιμους πόρους μας ύψωση  των μισθών, απόλυτα δυνατή, για τους εργάτες σε όλους ανεξάρτητα τους κλάδους και για όλους τους κατώτερους υπάλληλους, για ν’ ανεβεί έτσι η αγοραστική δύναμη των μαζών και να γίνει δυνατή γι’ αυτές μια ζωή διαφορετική από κείνη που ζούνε με το σημερινό σύστημα. Απορρόφηση γοργή των ανέργων από την παραγωγή με την ελάττωση του εργάσιμου χρόνου και με μεγάλης αχτίνας δημόσια έργα.


4. Από κανέναν καλλιεργητή δε θ’ αφαιρεθεί η γη που καλλιεργεί. Ανακήρυξη όλης της γης σε εθνικό χτήμα και παραχώρηση της χρήσης της στους καλλιεργητές δωρεάν για την παραγωγή. Απαλλοτρίωση δίχως αποζημίωση στα υπολειπόμενα μεγάλα αγροχτήματα σ’ όποιονε κι αν ανήκουνε και στις περίσσιες εχτάσεις των πλουσιότερων χωρικών. Διανομή τους για καλλιέργεια, διατήρηση των χτημάτων στην κατοχή των μισοπρολεταρίων, φτωχών χωρικών και των μεσαίων, όσων τα καλλιεργούνε μόνοι ή με την οικογένειά τους. Αφαίρεση της γης από κείνους που την εκμεταλλεύουνται με ξένη μόνο εργασία. Απαλλαγή όλων των εργαζομένων στα χωριά από κάθε σημερινό φορολογικό βάρος, τόκους, ενοίκια, χρέη κλπ. καθιέρωση ενός απλού φόρου σε είδος πάνω στο περίσσευμα ύστερ’ από την αφαίρεση του ποσού που χρειάζεται για την καλή συντήρηση της οικογένειας του καλλιεργητή και του χτήματος, φόρου που θα καθορίζεται προοδευτικά από τα εργατικά και αγροτικά συμβούλια των χωριών, απαρτισμένα από αγροτικούς προλετάριους, μισοπρολετάριους, φτωχούς χωρικούς και μεσαίους, όσους δε θα εκμεταλλεύουνται ξένη εργασία. Δωρεάν παραχώρηση της χρήσης όλων των εθνικών, κοινοτικών κ.ε. μεγάλων χτημάτων, λιβαδιών, δασών, υδρονομικών έργων κλπ. συστηματική βοήθεια του σοβιετικού κράτους για την ιδιαίτερη οργάνωση των μισοπρολεταρίων και φτωχών χωρικών.


5. Διατήρηση των μοντέρνων, ιδιωτικών και άλλων μεγάλων αγροτικών επιχειρήσεων, αλυκών, δασικών, βιομηχανικής κατεργασίας αγροτικών προϊόντων κλπ. που θα υπάρχουνε στη χώρα, μαζί με όλο τους τον τεχνικό εφοδιασμό, μετατροπή τους σε πρότυπες σοβιετικές επιχειρήσεις. Συστηματικός προσανατολισμός της αγροτικής πολιτικής του σοβιετικού κράτους προς την υποβοήθηση των οργανώσεων (σοβιετικές αγροτικές επιχειρήσεις, συνεταιρισμοί αγροτικής παραγωγής κλπ.) που, με τον καλύτερο τεχνικό εφοδιασμό, τη διάδοση των αγρονομικών γνώσεων και το ζωντανό παράδειγμα της κολλεχτιβιστικής παραγωγής θα πείσουμε το φτωχό και μεσαίο χωρικό για την υπεροχή της μεγάλης κολλεχτιβιστικής καλλιέργειας, που θ’ ανυψώσει το υλικό και πολιτιστικό επίπεδο του αγροτικού πληθυσμού.


6. Καθιέρωση μιας καλά μελετημένης κοινωνικής πολιτικής που θα περιλαμβάνει όλα τα στρώματα του εργαζόμενου λαού ανάλογα με τις ανάγκες τους, άρρωστους, ανάπηρους, ανίκανους για εργασία, θύματα πολέμου, γέρους, παιδιά, έγκυες γυναίκες. Ούτε μια πεντάρα επιβάρυνση των εργαζομένων στις εισφορές. Όλα τα έξοδα για την κοινωνική πολιτική θα τα καταβάλουν οι επιχειρήσεις και ο προϋπολογισμός της σοβιετικής δημοκρατίας.


7. Άμεση εγκατάλειψη της αστικής δημοτικής και κοινωνικής πολιτικής. Δωρεάν φως, νερό, φωταέριο, ηλεχτρικό ρεύμα για τα φτωχά στρώματα του πληθυσμού. Εισιτήρια δωρεάν γι’ αυτά στα τραμ, σιδηροδρόμους, πλοία. Εθνικοποίηση και δημοτικοποίηση στις μεγάλες κατοικίες και στον περίσσιο κατοικήσιμο χώρο, παραχώρηση της χρήσης τους στους εργαζόμενους δωρεάν ή με φτηνά ενοίκια καθορισμένα από τα εργατικά σοβιέτ ανάλογα με τα διαθέσιμα μέσα, και επιστασία των κατοικιών από τις οργανώσεις των εργαζομένων, νέες εργατικές συνοικίες και πόλεις υγιεινές και άνετες κλπ.


8.  Η εκκλησία υπόθεση ιδιωτική του κάθε πολίτη, καμιά σχέση με το εργατικό κράτος. Προσανατολισμός της πολιτικής του εργατικού κράτους προς την απελευθέρωση των εργαζομένων από το ζυγό των θρησκευτικών προλήψεων, δίχως διοικητική πίεση και προσβολή του αισθήματος των πιστών, αλλά με συστηματική εκλαΐκευση των φώτων της επιστήμης και αντιθρησκευτική μόρφωση των μαζών. Εισαγωγή της καθολικής, υποχρεωτικής πολυτεχνικής εκπαίδευσης για τους νέους και των δυό φύλων ίσαμε το 17ο έτος δωρεάν (παιδαγωγική σύνθεση της θεωρητικής μόρφωσης με τις βασικές μορφές των διαφόρων παραγωγικών εργασιών). Ολοκληρωτική πραγματοποίηση του ενιαίου σχολείου εργασίας. Τα ανώτερα εκπαιδευτήρια προσιτά και δωρεάν στους νέους πάνω από 17 χρόνων που θέλουν να σπουδάσουνε, σε συνδυασμό με τη γενική πολυτεχνική τους μόρφωση. Οι θησαυροί της τέχνης προσιτοί σε όλους τους εργαζόμενους. Πλατειά παραχώρηση υλικής δυνατότητας για την καλλιέργεια του αφανούς ταλέντου και της ιδιοφυΐας, που χάνουνται κάτω από το καθεστώς του πνευματικού μονοπώλιου της πλουτοκρατίας κλπ.


9. Απόλυτη ισοπολιτεία και αυτοδιάθεση όλων των εθνικών μειονοτήτων που ζούνε στη χώρα, από κάθε άποψη, πολιτική, γλωσσική, εκπαιδευτική και πολιτιστική γενικά.


10.  Εφαρμογή  ενός επαναστατικού προλεταριακού προγράμματος οικονομικού και δημοσιονομικού. Αυτό θα μπορεί σίγουρα να εξοικονομήσει δισεκατομμύρια, για να διατεθούνε στην πραγματοποίηση της μισθολογικής και κοινωνικής πολιτικής μας και στη βαθμιαία ανάπτυξη της παραγωγής πάνω σε σοσιαλιστικές βάσεις:


α) Κατάργηση του εξωτερικού χρέους και κάθε πληρωμής από χρέη στο ξένο κεφάλαιο.
β) Κατάργηση κάθε επιχειρηματικού κέρδους των καπιταλιστών, κάθε τραπεζικού κέρδους, μερισμάτων, ποσοστών και των υπέρογκων παρασιτικών αμοιβών που δίνουνε σήμερα οι μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις.
γ) Κατάργηση της πολυδάπανης πολυτέλειας των εκμεταλλευτών. Κατάπαυση του φαινομένου της σπάταλης ζωής των εκατομμυριούχων και μεγάλων πλουτοκρατών.
δ) Κατάργηση της ασυλλόγιστης σπατάλης που γίνεται σήμερα για μια ανώτερη υπαλληλοκρατία, πολλές φορές αργόμισθη, της τεράστιας δαπάνης για αστυνομία, πολεμικές δαπάνες, Εκκλησία κλπ. Η πολιτοφυλακή θα αντικαταστήσει τη σημερινή αστυνομία, και το σημερινό ιμπεριαλιστικό στρατό θ’ αντικαταστήσει ο αμυντικός κόκκινος. Έτσι θ’ απαιτείται άπειρα πιο λίγη δαπάνη από σήμερα.


11. Στην αντίρρηση των εχθρών της εργατικής τάξης ότι με την κατάργηση των δανείων θα έχουμε πόλεμο, διακοπή των εξωτερικών πιστώσεων και φυγάδευση του ντόπιου κεφάλαιου θ’ απαντήσουμε:


α) Είναι ψέμα πως οι κομμουνιστές ζητάνε να προκαλέσουνε πολέμους. Ζωντανό παράδειγμα οι Ρώσοι κομμουνιστές. Ήτανε στα 1917 το μόνο πολιτικό κόμμα στον κόσμο που πρώτο τερμάτισε τον ευρωπαϊκό πόλεμο και έδωσε την ειρήνη στη χώρα του. με την αλληλεγγύη του διεθνικού προλεταριάτου ύστερα και με την ειρηνική πολιτική της η ΕΣΣΔ κατόρθωσε, μ’ όλες τις προκλήσεις των καπιταλιστικών κυβερνήσεων, να προφυλαχτεί από πολεμικές επιδρομές.
β) Ένα προλεταριακό κράτος είναι χίλιες φορές πιο ισχυρό από το αστικό στο πεδίο της εθνικής άμυνας. Τα εκατομμύρια εργαζόμενες μάζες δεν έχουνε καμιά αγάπη ούτε ενθουσιασμό για να υπερασπιστούνε τη σημερινή καπιταλιστική κοινωνία. Κάτω από τον καπιταλισμό δεν έχουνε πατρίδα. Όταν όμως η χώρα ελευθερωθεί και πάρει την εξουσία η εργατική τάξη με την υποστήριξη και των χωρικών, τότε οι μάζες αυτές θα υπερασπίσουνε τη δική τους πια εργατική πατρίδα και με την τελευταία στάλα του αίματός τους, αν χρειαστεί. Στρατός ξένης χώρας που θα έστελναν οι καπιταλιστές για να πνίξει τις ελευθερίες της νικηφόρας εργατιάς και τη σοσιαλιστική της επανάσταση, δε θα ήτανε σίγουρος, θα δεχότανε με συμπάθεια το επαναστατικό μας κήρυγμα. Εστασίασε ενάντια στους κυριάρχους του ο γαλλικός στόλος της Μαύρης Θάλασσας που στάλθηκε για να πνίξει τη Ρωσική Επανάσταση του 1917. Μα είναι πλάνη ν’ αντικρίζουμε την επανάσταση και το ενδεχόμενο ενός αντεπαναστατικού πολέμου απομονωμένα για την Ελλάδα. Η σύγκρουση και η επαναστατική εξέλιξη σε μια τέτοια περίπτωση θα ξαπλωνότανε σε πλατύτερη, βαλκανική και ευρωπαϊκή, κλίμακα. Θ’ αγκάλιαζε και τη Μεγάλη Δύναμη της πρώτης Εργατικής Δημοκρατίας, της ΕΣΣΔ. Οι προϋποθέσεις της νίκης μέσα στην σύγκρουση των δυό κόσμων. Σοσιαλισμού και Καπιταλισμού, είναι όχι με τον εξαρθρωμένο και καταρρέοντα Καπιταλισμό, αλλά με το Σοσιαλισμό, ακόμα και σε περίπτωση που θα μας αποκλειότανε η δυνατότητα να πραγματοποιήσουμε δίχως πόλεμο τα αναγκαία μέτρα της προλεταριακής οικονομικής πολιτικής.
γ) Έτσι, και τα προβλήματα των διεθνικών δανείων τελικά δε θα λυθούνε μόνο από τους δικούς μας εργάτες. Θα λυθούνε με την επαναστατική συνεργασία των προλεταρίων όλων των βαλκανικών και ευρωπαϊκών χωρών, με τον κοινό αγώνα για την ίδρυση της Βαλκανικής Σοσιαλιστική Σοβιετικής Ομοσπονδίας, όπου μέσα θα πραγματοποιηθεί και η εθνική απελευθέρωση όλων των καταπιεζομένων εθνοτήτων της Βαλκανικής και η αυτοδιάθεση, μέχρι και του κρατικού αποχωρισμού, της μακεδονοσλαβικής εθνότητας, που ένα τμήμα της βρίσκεται στο ζυγό της ελληνικής μπουρζουαζίας. Σε όλη την Ευρώπη η κοινή αυτή πάλη θα τείνει στις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης* . Αυτή  θάναι και η τελειωτική απελευθέρωση των λαών από τις φρίκες των πολέμων, αντίθετα με την καπιταλιστική «Πανευρώπη» που είναι μια απραγματοποίητη ουτοπία και ένα αισχρό ψέμα στα χείλη των αστών διπλωματών, απατηλό για τις μάζες και κάλυμμα των νέων πολεμικών παρασκευών.


*Είναι κεντρικό σύνθημα του 5ου Παγκόσμιου Συνέδριου της Κ.Δ., που επισφραγίζει το Αντιπολεμικό Μανιφέστο του Συνέδριου προς το παγκόσμιο προλεταριάτο, συνταγμένο με εντολή του Συνέδριου από τον Τρότσκι. Η σταλινική διοίκηση εγκατέλειψε το διεθνιστικό αυτό σύνθημα για να επιδιώξει το «σοσιαλισμό σε μια μόνο χώρα».



δ) Το κεφάλαιο που θα φυγαδευτεί θάναι μονάχα χάρτινες αξίες στις θυρίδες των τραπεζών, αποδείξεις και πιστωτικοί τίτλοι πάνω στην υπεραξία που θα βγάλουν οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις από την εργασία του ελληνικού προλεταριάτου. Για την αστική κοινωνία η φυγάδευση αυτή σημαίνει πραγματικά: νέα δισεκατομμύρια χρέη στο εξωτερικό, πληθωρισμός χαρτονομίσματος, κρίση και καταστροφή οικονομική. ΄Οταν όμως εγκαθιδρυθεί η εργατική δημοκρατία, τότε ας πάρουν οι ντόπιοι και ξένοι καπιταλιστές τους χάρτινους τίτλους τους, τις μετοχές και τις ομολογίες τους, και ας ντύσουνε μ’ αυτές τους τοίχους των μεγάρων τους στο εξωτερικό. Σε μας θα μείνουνε τα εργοστάσια, οι οικοδομές, τα προϊόντα, οι σιδηρόδρομοι, τα βαπόρια κλπ. στην εξουσία και την κοινή εκμετάλλευση των εργαζομένων.

 


12. Η εργατική μας δημοκρατία δε θα είναι δικτατορία καμιάς οπλισμένης μειονοψηφίας, παρά θα στηρίζεται στα Συμβούλια των Αντιπροσώπων που θα τους εκλέγουνε και θα τους ανακαλούν, ελεύθερα και με τον ανώτατο βαθμό δημοκρατικής συμμετοχής στη διοίκηση των κοινών, οι εργάτες και όλοι όσοι δε ζουν από εκμετάλλευση ξένης εργασίας στην πόλη και στο χωριό, - με θεληματική αναγνώριση της ουσιαστικής και τυπικής ηγεμονίας για την ιστορικά επαναστατική και πρωτοπόρα τάξη της κοινωνίας, το προλεταριάτο.



ΧΙΙ. ΟΙ ΔΙΕΘΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΝΤΟΠΙΕΣ ΡΙΖΕΣ

ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

 


Η θεωρία της «αστικοδημοκρατικής επανάστασης» στην Ελλάδα και το σύνθημα της «δημοκρατικής δικτατορίας» βγαίνουνε κατευθείαν από το εθνικορεφορμιστικό και εκλεχτικό πνεύμα, που μ’ αυτό η δεξιά και το κέντρο (Μπουχάριν – Στάλιν) διαποτίσανε τις αποφάσεις του 6ου Παγκόσμιου Συνέδριου της Κ.Δ. Συνδέουνται αναπόσπαστα με την αντιδραστική ουτοπία της εγκαθίδρυσης μιας ολοκληρωτικής («πλέριας», λέει η 6η Ολομέλεια) σοσιαλιστικής αταξικής κοινωνίας στα εθνικά πλαίσια μιας μόνο ξεχωριστής χώρας, ουτοπία που αποτελεί άρνηση της αρχής του επαναστατικού προλεταριακού διεθνισμού.
Η υιοθέτηση της νέας στρατηγικής σήμερα από τη σταλινική ομάδα του ΚΚΕ έχει το λόγο της άμεσα στην αποξένωση της ομάδας αυτής από τη μάζα και τη ζωή του ελληνικού προλεταριάτου, στην αναπότρεπτη αποτυχία των προσπαθειών της να τραβήξει μάζες με την κεντριστική της πολιτική και με τις αποσυνθετικές της μέθοδες, αποτυχία που εκδηλώνεται κυρίως με την κατά το μεγαλύτερο μέρος διαλυμένη συνδικαλιστική βάση του κόμματος, με την ανικανότητά του να κινητοποιήσει την εργατική τάξη, με το ρόλο της ουράς που παίζει στα περιοδικά φουρκώματα και ξεφουσκώματα του αυθορμητισμού των μαζών, με τους τριγμούς του νέου γραφειοκρατικού μηχανισμού (μόνο μια πρώτη αρχή τους είναι η περίπτωση Ασημίδη). Απελπισμένη πια τώρα η σταλινική ομάδα να εμπεδώσει μια σταθερή βάση της μέσα στο εργατικό κίνημα, στρέφεται τυχοδιωχτικά στην παρδαλή «φτωχομεσαία» ποικιλία του μικροαστισμού της πόλης και του χωριού, όπου ελπίζει να βρει, με τα συνθήματα της διταξικής, αταξικής και υπερταξικής σύγχυσης, μια φαρδιά βάση. Ταυτόχρονα περισπάει την προσοχή των επαναστατών μέσα στο Κόμμα από τα φλέγοντα ζητήματα της κομμουνιστικής κρίσης σε ατέλειωτες «θεωρητικές» αιθεροβασίες και σχολαστικές βυζαντινολογίες πάνω σε κακοποιημένες περικοπές από τα έργα του Λένιν.

 

ΧΙV. ΚΑΤΕΥΘΕΙΑΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΛΥΣΗ

ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ

 


Μέσα στο σημερινό συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων, η νέα στρατηγική μπορεί να οδηγήσει στις ακόλουθες συνέπειες, που είναι πάνω στη γενική γραμμή της διάλυσης του κομμουνισμού (λικβινταρισμός).
1. Σκορπίζει μέσα στην προλεταριακή πρωτοπορία πρωτοφανή σύγχυση, όση κανένα άλλο αντικομμουνιστικό σύνθημα στο παρελθόν. Θολώνει τον καθάριο ορίζοντα της επαναστατικής προλεταριακής προοπτικής. Θέτει σε αμφιβολία και κλονίζει την πεποίθηση σε βασικές αρχές του Κομμουνισμού, που είναι με μεγαλοφυΐα διατυπωμένες από το Μαρξ και Ένγκελς στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», από το Λένιν στις ιδρυτικές θέσεις της 3ης Διεθνούς, και είχανε βρει μια μεγαλοπρεπή – νικηφόρα στη Ρωσία, τραγική σ’ άλλες χώρες, Κίνα, Γερμανία, Ισπανία – επαλήθευση από την ιστορική πείρα. Διακινδυνεύει αυτό τον ανεξάρτητο ταξικό χαραχτήρα του ΚΚΕ και, από λογική ανάγκη, τείνει στη διάλυσή του μέσα σ’ ένα «εργατοαγροτικό» σχηματισμό, που θα τον συγκρατεί η αντιδραστική ουτοπία της πολιτικής συγκυβέρνησης του σοσιαλιστικού προλεταριάτου μαζί με τους μικροϊδιοχτήτες και ακόμα με εκμεταλλευτικά στρώματα του χωριού (μεσαίοι χωρικοί).
2. Διαπαιδαγωγεί τους εργάτες με το στενό εθνικορεφορμιστικό πνεύμα μιας «εργατοαγροτικής» μεταβολής στα πλαίσια του εθνικού αστικού συστήματος κ’ έτσι τους ευνουχίζει το ταξικό επαναστατικό και διεθνιστικό πνεύμα. Κι αυτό μάλιστα μέσα σε μια ατμόσφαιρα αναζωπύρωσης του εθνικισμού από τη φασιστική Αντίδραση.
3. Υπονομεύει μέσα στα χωριά τις βάσεις του κομμουνισμού και της ηγεμονίας του προλεταριάτου μέσα στη συμμαχία του με την αγροτική φτωχολογιά. Γιατί καλλιεργεί το έδαφος της πολιτικής σύγχυσης και του τραβήγματος των αγροτών προς τις παρατάξεις διαφόρων αντιδραστικών τυχοδιωχτών. Τέτοιοι σα μανιτάρια αρχίσανε να φυτρώνουνε με ένα ριζοσπαστικό δημαγωγικό πρόγραμμα «εργατοαγροτικής» κι αυτοί αστικής δημοκρατίας.
4. Διακηρύχνοντας το δήθεν «ανωρίμαστο ακόμα του ελληνικού προλεταριάτου για τη σοσιαλιστική επανάσταση» και βάζοντάς του καθήκοντα αστικοδημοκρατικά, βοηθάει τη δουλειά για την αποτελεσματική καλλιέργεια σοσιαλδημοκρατικών ρεφορμιστικών αυταπατών, που μέχρι σήμερα μονάχες τους δε μπορέσανε να βρούνε σοβαρό έδαφος μέσα στην ελληνική εργατική τάξη. Είναι πολύ συμπτωματικό ότι όλα τα δεξιά στοιχεία που εγκαταλείψανε τον κομμουνισμό και απομακρύνθηκαν από το Κόμμα και από την αριστερή του Αντιπολίτευση, με μεγάλη χαρά δεχτήκανε τη σταλινική «αστικοδημοκρατική» επανάσταση σαν «προοδευτικό» σημάδι, μόνο που ζητάνε από τους σταλινικούς να τραβήξουνε όλες τις μενσεβίκικες συνέπειες από τη νέα, «πραγματικά ιστορική» και «ορθή κατ’ αρχήν θέση του Κόμματος».
Να πως αντικρίζει τη σταλινική απόφαση ακόμα και η παλιά δεξιά φρουρά του Σοσιαλεργατικού, η γνωστή από τη Φεβρουριανή της Πλατφόρμα (1922) με την ανάγκη της «μακράς νομίμου υπάρξεως» και τον «απλώς ιστορικόν χαρακτήρα των αποφάσεων της Κ.Δ.» για το ελληνικό κίνημα: «Με ικανοποίηση είδαμε πως το Κόμμα φαίνεται προσανατολιζόμενο σε μια νέα αντίληψη των ελληνικών προβλημάτων, ιδίως ως προς το χαρακτήρα και τα κινητηρίους δυνάμεις της επαναστάσεως στη χώρα μας. Το γεγονός θεωρούμε ιστορικής σημασίας και αποτελεί ομολογουμένως μια ενθαρρυντική ένδειξη ανόδου του Κόμματος και διαμορφώσεως κάποιου κομματικού ιδεολογικού πυρήνα, ο οποίος παρ’ όλη τη γνωστή αδυναμία του κομματικού περιβάλλοντος, και την ιδεολογική αποτελμάτωση που επικρατούσε επί χρόνια, μπόρεσε να συλλάβει το σχήμα του μαρξισμού – λενινισμού από την ελληνική άποψη. Τονίζουμε το γεγονός αυτό όχι για να εξάρουμε την ύπαρξη μιας ακόμη μαρτυρίας υπέρ των απόψεών μας, αλλά γιατί πιστεύουμε πως από την αφομοίωση, ανάπτυξη των νέων αντιλήψεων του Κόμματος θα εξαρτηθεί όχι μόνο ο ιδεολογικός  και πολιτικός σχηματισμός του Κόμματος κλπ.» (Πρόσφατο γράμμα τους από τη Θεσσαλονίκη). Οι σύντροφοι αυτοί της παλιάς σοσιαλιστικής δεξιάς του Κόμματος – κατά τα άλλα άξιοι για κάθε εχτίμηση με την πολιτική ευθύτητα και καλοπιστία τους και με τις μεγάλες υπηρεσίες που προσφέρανε άλλοτε στο κίνημα – είναι φυσικό να συνδέουνε στενά το «νέο προσανατολισμό του Κόμματος» με τη δική τους φεβρουριανή πλατφόρμα στην οποία, δυστυχώς πάντα επιμένουν. Η σύνδεση είναι απόλυτα ορθή και αντικειμενική. Διαισθάνουνται σίγουρα ένα σύμμαχό τους και μια «δικαίωσή» τους στο δεξιό στρατηγικό κατρακύλισμα του κεντρισμού. Να και η αποστροφή που αισθάνεται η ίδια τάση για τη μαρξιστική αριστερά: «Καταπολέμηση όλων των στείρων, υπεραριστερών και σεχταριστικών υποδιαιρέσεων των προλεταριακών δυνάμεων». Και για να πάρουμε τους ομοϊδεάτες τότε μα αντίποδες των συντρόφων της Θεσσαλονίκης από την άποψη της πολιτικής ηθικής, νομίζετε πως είναι τυχαία η προσχώρηση ενός από τους συντάχτες της φεβρουριανής πλατφόρμας και κατόπι βουλευτή του καφανταρικού κόμματος κ. Γ.Α. Γεωργιάδη στους παρδαλόχρωμους κύκλους των πιστών «συμπαθούντων» της σταλινικής διοίκησης; Ο άλλος από τους επιφανείς συναρχηγούς του Σοσιαλεργατικού ο κ. Αριστ. Σίδερις, αφού στα 1921 ευαγγελιζότανε στην Ελλάδα τη δικτατορία του προλεταριάτου (πρόλογός του στη δεύτερη έκδοση του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» 1921), είχε μια προοδευτικότερη «εξέλιξη»: σε λίγα χρόνια έγινε καθηγητής της... Πολιτικής Οικονομίας σε ανώτατο εκπαιδευτήριο της μπουρζουαζίας και το 1932 υπουργός των Οικονομικών της! Βλέπουμε έτσι ότι, μαζί με τον αστικοδημοκρατικό της μετασχηματισμό, δε λείψανε στην Ελλάδα από το σχετικά καθυστερημένο εργατικό κίνημα της ούτε και οι Μπριάν, Μιλλεράν και Μπονκούρ του. Μόνο που εδώ οι σχετικές «εξελίξεις» παίρνουνε άλλοτε μωραΐτικο κι’ άλλοτε κερκυραίικο τοπικό χρώμα. Για να συμπληρώσουμε όμως την εικόνα που παρουσιάζει στο καθαρά ιδεολογικό πεδίο η εξέλιξη της παλιάς σοσιαλεργατικής δεξιάς, πρέπει να προσθέσουμε ένα ακόμα χαραχτηριστικό φαινόμενο. Παρουσιάζεται σήμερα όχι μόνο στην παλιά αυτή πτέρυγα του Σοσιαλεργατικού, που σαν ιδεολογικός αντίπαλος του κομμουνισμού έχει μια αναμφισβήτητη σοβαρότητα, μολονότι ιστορικά είναι πια νικημένη μέσα στην εργατική τάξη. Παρουσιάζεται ακόμα και σε μερικούς «νέους μαρξιστές» των γλυκέων υδάτων, καθώς επίσης και σε μερικούς από τους φαιδρότερους και ιδεολογικώς αποσυντεθειμένους πια προ πολλού αποστάτες του κομμουνισμού. Οι δυό τελευταίες κατηγορίες προσωπικοτήτων επιθυμούνε να ενδιατρίβουνε τον τελευταίο καιρό με πολύ φουσκωμένη μαρξιστοφάνεια και μαρξολογία από τις στήλες διαφόρων περιοδικών, που, κερδοσκοπώντας πάνω στις αόριστες ριζοσπαστικές ανησυχίες των διανοουμένων μας – οι ταξικά συνειδητοί εργάτες έχουνε σχετική πείρα για να μη θαμπωθούνε -, φιλολογούνε πολιτικώς και πολιτεύουνται φιλολογικώς, φιλοσοφούν όχι άνευ μαλακίας και πολιτεύουνται μετ’ ευτελείας (λ.χ. «Σοσιαλιστική Επιθεώρηση» των γνωστών κ.κ. Σ. Σωμερίτη και Δ. Στρατή, η βελτιωμένη «αριστερή» της έκδοση «Νέα Επιθεώρηση» και τα τέτοια). Όλοι αυτοί οι κύκλοι, που γενικότερα είναι κυριολεχτικά μπαξές θεωρητικού εκλεχτικισμού, κατακόβουνται σήμερα να βεβαιώνουν ούρμπι ετ όρμπι, απαράλλαχτα όπως και οι κεντριστές του ΚΚΕ, πως έπαψε πια η μπουρζουαζία νάναι προοδευτική κ’ επαναστατική. Και το τονίζουν αυτό με τόσο πιο μεγάλο ζήλο, με όση περιφρόνηση ελεεινολογούνε την ανικανότητα και το «ανωρίμαστο» του ελληνικού προλεταριάτου για «τη στρατηγική της άμεσης σοσιαλιστικής επανάστασης». Σημάδια του καιρού. Ξέρουμε πως, όταν οι ρεφορμιστές ακόμα αναγκάζουνται από τα πράματα να φρασεολογούν έτσι, θα πει ότι χάσανε το έδαφος κάτω από τα πόδια τους. Και ο κεντρισμός μπορεί να σκεπάσει για λίγο καιρό το ρεφορμισμό με τη σύγχυση, μα να του ξαναδώσει ζωή, όταν αυτός ιστορικά σβήνει, είναι αδύνατο.
5. Το σπουδαιότερο: Η σταλινική στρατηγική βοηθάει έμμεσα τη φασιστική προπαγάνδα μέσα στις μικροαστικές μάζες. Κι αυτή άρχισε κιόλα να εμφανίζεται, όπως στις φασιστικές χώρες της Ευρώπης, με το δημαγωγικό σχήμα μιας «λαϊκής» («εργατοαγροτικής») επανάστασης όλων των «εργαζομένων» ανθρώπων που θα «χτυπήσει την πλουτοκρατία» κλπ.
6. Στρέφει στην ουσία το κέντρο της προσοχής της προλεταριακής πρωτοπορίας στα χωριά, ενώ το μεγάλο, το ζωτικό, το κεντρικό πρόβλημα του κομμουνισμού στην Ελλάδα είναι σήμερα να ριζώσει γερά μέσα στην πλειονοψηφία του προλεταριάτου και πρώτ’ απ’ όλα του βιομηχανικού. Ο Πειραιάς, το μεγαλύτερο βιομηχανικό κέντρο της Βαλκανικής με πάνω από 100.000 προλεταριάτο, βιομηχανικό στο μεγάλο του μέρος, είναι ολότελα απρόσιτος στον κομμουνισμό 15 χρόνια τώρα, ενώ η βάση του κόμματος είναι μικροαστική, αγροτική στην πλειονοψηφία, και ο επίσημος κομμουνισμός εμφανίζεται πολιτικά τις περισσότερες φορές με τη μορφή ποικίλων οργανώσεων πολιτιστικών κ.α. («Πρωτοπόροι», «Κοινωνική Αλληλεγγύη»)* που είναι απλά δευτερεύοντα βοηθητικά όργανα επαφής με την αμφίβολη συνοδοιπορούσα μικρομπουρζουαζία και ιντελιγκέντσια. Ποτέ ο κομμουνισμός δε θα εμπεδωθεί σταθερά μέσα στην αγροτική φτωχολογιά, ούτε μπορεί να γίνει λόγος σοβαρός για ηγεμονία του προλεταριάτου πάνω στους συμμάχους μικροαστούς του χωριού, ενόσω αυτοί θα βλέπουνε το κόμμα το επαναστατικό ανίσχυρο μέσα στην πόλη κι ανίκανο να στηριχτεί στη μαζική δύναμη των εργατών της πόλης. Ο ισχυρότερος μέσα στην πόλη μπορεί να καταχτήσει την εμπιστοσύνη της αμφιρρέπουσας πάντοτε και δύσπιστης χωριάτικης μικροπαραγωγής. Όσο κι αν επιμένει κουτοπόνηρα ο Κούτβης να κατακεραυνώνει τον «τροτσκισμό» για «εξτρεμιστική» δήθεν εγκατάλειψη της σοφής λενινικής ταχτικής της συμμαχίας με την αγροτική φτωχολογιά, απαραίτητης προϋπόθεσης για την επικράτηση της προλεταριακής επανάστασης σ’ όλο τον κόσμο και ειδικά στη χώρα μας – η νέα στρατηγική του ωστόσο είναι κείνη που οδηγεί ίσα-ίσα στην εξαφάνιση των όρων για την πραγματοποίηση της συμμαχίας αυτής και για την ηγεμονία του προλεταριάτου. Ας το σκεφτούν αυτό καλά οι αγροτικοί ιδίως προλετάριοι, μέλη και οπαδοί του κόμματος.


* Η μικροαστική σύγχυση που σκορπίζεται από την κεντριστική ομάδα βρίσκει την έκφρασή της ακόμα και στις ονομασίες που διαλέγει για τις βοηθητικές εξωκομματικές οργανώσεις (λ.χ. «Κοινωνική! Αλληλεγγύη»! – θυμόμαστε σολινταρισμό α λα Λεόν Μπουρζουά). Για το φοιτητικό κίνημα επινοήθηκε στα 1927 ο ανόητος όρος... «μισόφτωχοι» φοιτητές! Στη σφαίρα της φιλολογικής και πολιτιστικής γενικότερα δράσης των Ελλήνων κεντριστών ο «φτωχομεσαίος» επαναστατισμός καλλιεργείται από καιρό με τη βοήθεια λογής-λογής μπλαζέδων της ζωής, χθαμαλών καιροσκόπων κολάκων της γραφειοκρατίας και ερασιτεχνών του κομμουνισμού, ψευτοδιανοουμένων που, δίχως καμιά επιστημονική πεποίθηση στις αρχές του κομμουνισμού, ασκούν ένα είδος επαναστατικού σνομπισμού. Ένα χαραχτηρισμό για την ψυχολογία και νοοτροπία αυτών των κύκλων, μαζί με τη σωστή θέση των μαρξιστών απέναντι στην κίνηση των «Πρωτοπόρων», προσπαθεί να δώσει το άρθρο: Π. Σαρκάτου, «Πρωτοπόροι της πισινής ή επαναστάτες;» («Σπάρτακος», Απρίλη 1932). Ο ρόλος του φιλολογικού «πρωτοπόρου» είναι σήμερα προσφιλές καταφύγιο και των ραμπαγάδων. «Ραμπαγάς» ήτανε τίτλος μιας πολύ λαϊκής αντιδυναστικής σατιρικής εφημερίδας που έβγαλε στην Αθήνα το 1878 ο Κλεάνθης Τριανταφύλλου μαζί με το Βλάση Γαβριηλίδη. Στο εργατικό κίνημα πρωτομεταχειρίστηκε τη λέξη αυτή ο  Γιώργης Νίκολης, από τους πρωταγωνιστές του ΚΚΕ και του Σπάρτακου (σκοτώθηκε στις 27 Φλεβάρη 1929 πάνω στο γκρέμισμα του «Πανελλήνιου», για να χαραχτηρίσει την κατηγορία των κίβδηλων «κομμουνιστών» που, δίχως καμιά πίστη σε αρχές και δίχως ανεξαρτησία σκέψης, είναι πρόθυμοι να προσαρμοστούνε στην οποιαδήποτε ομάδα που διοικεί κάθε φορά το Κόμμα.



Η παλιά πείρα του Κόμματος πείθει τον καθένα πόσο λίγο ωφελούν οι φανφαρονίστικες τυμπανοκρουσίες των σταλινικών γύρω από ασταθείς κι αυθόρμητες σποραδικές εκδηλώσεις των εργατών υπέρ του κομμουνισμού (λ.χ. τοπικές δημοτικές επιτυχίες στη Μακεδονία – με ταυτόχρονη εκλογική πανωλεθρία στον Πειραιά, Αθήνα κλπ.), όταν η γενική κατάσταση του επαναστατικού προλεταριακού κινήματος βρίσκεται σε τόσο χαμηλό βαθμό από ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική άποψη. Οι φαμφαρονισμοί μπορεί να σώζουνε – προσωρινά – τη γραφειοκρατία από την εξέγερση της βάσης του Κόμματος, μα δε σώζουνε το κίνημα από τους κίνδυνους που το απειλούνε.

 



XV. Η ΝΕΑ «ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟ»*


Ο αντιδραστικός χαραχτήρας της νέας στρατηγικής συνδυάζεται – και ταυτόχρονα πάει να σκεπαστεί – με μια υποτροπή πληθωρικών τυχοδιωχτικών συνθημάτων «τρίτης περιόδου», που παίρνουνε τη μορφή της «όλο νέας και πάντοτε παλιάς) «θελλώδικης άμεσης επαναστατικής ανόδου», μιας «επικείμενης επανάστασης», της «κατάληψης των εργοστασίων», «κατάληψης τσιφλικίων», της ξεκάρφωτης «γενικής απεργίας» του αλήστου μνήμης Χαϊτά κττ. Από την άποψη αυτή οι αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας συμβαδίζουνε πραγματικά με της 13ης Ολομέλειας της διεθνικής σταλινικής γραφειοκρατίας, που παραγνωρίζοντας ολότελα την αντεπαναστατική άνοδο ύστερ’ από τη καταστροφική ήττα του Κ.Κ. Γερμανίας και την αναπόφευγη παράλληλη εξασθένηση του εργατικου κινήματος, διαπιστώνουνε σήμερα ένα «διαρκώς και ορμητικότερο φούσκωμα του επαναστατικού κύματος». Μ’ όλη όμως την ένταση της παγκόσμιας κρίσης που μπήκε στον πέμπτο χρόνο της και δε σημείωσε ουσιώδη ύφεση, μ’ όλη την υπονόμευση των βάσεων του διεθνικού καπιταλιστικού συστήματος και μ’ όλη τη λυσσασμένη επίθεση του κεφάλαιου στους εργαζόμενους και μ’ όλη την προοδευτική αγανάχτηση του προλεταριάτου, οι πρωτοποριακές οργανώσεις, παραλυμένες από την κεντριστική διοίκηση, εμποδιστήκανε μέχρι σήμερα να εφαρμόσουνε την αληθινή ταχτική του ενιαίου μετώπου όλης της εργατικής τάξης ενάντια στην αντίδραση και στο φασισμό. Έτσι, ξαναζωντανέβοντας την εμπιστοσύνη των μαζών στα όργανα της  πάλης τους, θα μετατρέπανε την υπόκωφη αγανάχτηση και τις σποραδικές εκρήξεις σε μια μαζική κινητοποίηση για μεγάλους αγώνες οικονομικούς και πολιτικούς, που θα προετοιμάζανε την αυριανή αληθινή επαναστατική άνοδο. Η γραφειοκρατία, αφού ετοίμασε με όλη την κεντριστική πολιτική της τη χτεσινή ήττα, κρύβει την ευθύνη της με φαμφαρονισμούς και άναρθρες κραυγές, που δέχουνται κάθε μέρα μπάτσους από την πραγματικότητα.


* «Τρίτη περίοδο». Σχολαστικός χαραχτηρισμός που οφείλεται στο Ν. Μπουχάριν, θεωρητικό της μπολσεβίκικης δεξιάς ύστερ’ από το θάνατο Λένιν και δράστη του αντιδραστικού συνθήματος «πλουτίστε κουλάκοι!». Δόθηκε από το 6ο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κ.Δ. στην περίοδο από το 1928 κ’ ύστερα, που θα ήτανε τάχα η «τελευταία» του παγκόσμιου καπιταλισμού.(«Πρώτη», η άμεσα μεταπολεμική περίοδο των επαναστάσεων ίσαμε το 1921. Δεύτερη, η μερική σταθεροποίηση). Το καπιταλιστικό καθεστώς θα κατέρρεε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και μπαίναμε «με τα δυό πόδια στην επαναστατική κατάσταση» (Μολότωφ). Συνέπεια, η τυχοδιωχτική ταχτική των ετών 1928-1931, των «μαχητικών διαδηλώσεων», των ξεκάρφωτων «γενικών απεργιών», «καθόδων επαναστατικών» κττ. δίχως καμιά εχτίμηση της αντικειμενικής κατάστασης σε κάθε χώρα και του πνεύματος των μαζών, η περιφρόνηση της συνδικαλιστικής εργασίας κλπ. Αποτέλεσμα, η εξάρθρωση των κομμουνιστικών κομμάτων και η απομόνωσή τους από την εργατική τάξη. Στα 1931 η σταλινική γραφειοκρατία με τη 12 Ολομέλειά της ήρθε ν’ αναγγείλει στο κατάπληχτο προλεταριάτο, ότι μόλις τώρα «φτάνει στο τέλος της η σταθεροποίηση του καπιταλισμού»! Ζενίθ αλλοπροσαλλισμού!



Τα τυχοδιωκτικά επαναστατικοπαλληκαρίστικα  συνθήματα της 6ης Ολομέλειας είναι περιορισμένα ν’ αποξενώσουν ακόμα περισσότερο το Κόμμα από τις εργατικές μάζες, να εξαντλήσουνε τις δυνάμεις της επαναστατικής πρωτοπορίας, οδηγώντας σε νέες απογοητεύσεις και αποτραβώντας τη σήμερα από τα άμεσα καθήκοντα μιας αληθινά επαναστατικής πολιτικής, που θα προωθούσε θετικά την εργατική τάξη πιο κοντά στην προλεταριακή επανάσταση.

 



ΧVI. Η ΝΕΚΡΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ

«ΑΡΙΣΤΕΡΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ» ΤΟΥ 1926

 


Το σύνθημα της «δημοκρατικής δικτατορίας» δεν έχει ούτε και για το ΚΚΕ το προσόν του νεωτερισμού. Την ίδια «μεγαλεπήβολη» στρατηγική είχε ζητήσει να επιβάλει στο Κόμμα, με άλλη μορφή, γραφειοκρατική πάλι, το πρώτο σταλινικό συγκρότημα στο 1926, με την «Αριστερή» (κι’ ύστερα «Πραγματική») Δημοκρατία. Υποστηριχτής του συνθήματος ήτανε και τότε πάλι, μαζί με τον «άνευ αρχών οππορτουνιστή» Ευτυχιάδη, ο ηγέτης του σημερινού γραφειοκρατικού συγκροτήματος Κούτβης.
Η πρώτη εκδήλωση της μαρξιστικής αριστεράς μέσα στο Κόμμα στάθηκε η πάλη της στη Διάσκεψη του Σεπτέμβρη 1926 ενάντια στην «Αριστερή Δημοκρατία» των κούτβηδων. Εκεί, την πολεμική της αντιπολίτευσης την αντίκρουσε ο Κούτβης κρατώντας στα χέρια τις ρωσικές εκδόσεις των άρθρων του Λένιν από τα 1905, των ίδιων ακριβώς που αρχίσανε πάλι να δημοσιεύουνε τώρα οι σταλινικοί στα όργανά τους. Με πάθος υποστήριξε τη στρατηγική της «αριστερής δημοκρατίας» αναλύοντας ώρες πολλές ότι αυτή είναι η «επαναστατική δημοκρατική δικτατορία εργατών και αγροτών». Την πολιτική εκείνη δε μπορέσανε να την εφαρμόσουνε τότε οι σταλινικοί, γιατί σύσσωμο σηκώθηκε το Κόμμα ενάντιά της.
Ο Σπάρτακος* με όλη τη μαρξιστική αριστερά καλέι και τώρα, όπως και τότε, του τίμιους επαναστάτες πούναι μέσα στο Κόμμα ή το ακολουθάνε, να σκεφτούνε καλά, να μελετήσουνε το ζήτημα και να ξεσηκωθούνε για να κάνουνε κουρελόχαρτο τη νέα αντιπρολεταριακή στρατηγική των σταλινικών, όπως κάνανε και την παλιά τους στα 1926.


* Σπάρτακος. Μεγάλη ιστορική φυσιογνωμία της αρχαίας Ρώμης. Αρχηγός των δούλων που επαναστατήσανε για ν’ αποτινάξουνε το ζυγό των Ρωμαίων κυρίων τους στον πρώτο αιώνα της χρονολογίας μας. Οργάνωσε στρατό από 80.000 άντρες και απείλησε να καταλάβει τη Ρώμη, μα βρέθηκε μπροστά σε ανώτερες εχτρικές δυνάμεις και νικήθηκε στο έτος 71, σκοτώθηκε πάνω στη μάχη αφού έδειξε ηρωική γενναιοψυχία. Η «΄Ενωση Σπάρτακος» (Spartakusbund) ήτανε παράνομη γερμανική οργάνωση που ιδρύθηκε στις αρχές του μεγάλου ιμπεριαλιστικού πολέμου του 1914 από τους αρχηγούς της μαρξιστικής αριστεράς Ρόζα Λούξεμπουργκ, το  Λέο Γιόγκεχες (L. Tychka) και τον Καρλ Λίμπκνεχτ. Στα 1916 ένα «Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα» με επικεφαλής το Λέντεμπουρ και Χάαζε αποσχίστηκε από τη Σοσιαλδημοκρατία. Ο Σπάρτακος προσχώρησε σ’ αυτό για λόγους ταχτικής, μα κράτησε την οργανωτική του αυτονομία. Η Κλάρα Τσέτκιν και ο ιστορικός της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας Φραντς Μέρινγκ ανήκανε στα στελέχη του Σπάρτακου. ΄Υστερ’ από τη γερμανική επανάσταση του Νοέμβρη 1918 και το σχηματισμό σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης από την επίσημη πλειονοψηφία και τους ανεξάρτητους, ο Σπάρτακος χωρίστηκε από τους τελευταίους. Το Δεκέμβρη 1918 μετατράπηκε σε Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανία. Σ’ αυτό προσχώρησε και η αριστερά των ανεξαρτήτων.
Στην Ελλάδα Σπάρτακος ονομάστηκε η αριστερή πλειονοψηφία που χωρίστηκε, με τις «Θέσεις του Σπάρτακου 1929», από τη διαλυτική οπποτουνιστική τάση της παλιότερης «Ενωμένης Αντιπολίτευσης του ΚΚΕ» (Νοέμβρη 1927). Οι πολιτικές θέσεις της Σπαρτατιστικής Αριστεράς και της διαλυτικής δεξιάς, που πάνω σ’ αυτές έγινε ο ιδεολογικός ξεχωρισμός μέσα στην ελληνική κομμουνιστική αντιπολίτευση, είναι δημοσιευμένες στο «Σπάρτακο» 13-20 Γενάρη 1929.



Αντίθετα όμως με το 1926, οπότε μόλις είχε αρχίσει να υφαίνει τους πλοκάμους της η γραφειοκρατία και δεν είχε προφτάσει να κυριαρχήσει στο Κόμμα, σήμερα η επιβολή της προλεταριακής ταξικής γραμμής είναι πολύ δυσκολότερη και δε μπορεί να γίνει παρά μόνο με μια προϋπόθεση:  Να εκμηδενιστεί ολοκληρωτικά ο σταλινικός κεντρισμός. ΄Αλλος δρόμος δεν υπάρχει.

 

 

ΙΣΤΟΡΙΚΗ  ΥΠΟΜΝΗΣΗ

 

«Κάθε σοβαρός επαναστάτης οφείλει να υπερασπίζει τις αντιλήψεις που θεωρεί σπουδαίες για την υπόθεση της προλεταριακής επανάστασης, ακόμα και στην περίπτωση που θάμενε μειονοψηφία. Και πρέπει να βαδίζει ενάντια στο ρεύμα που τυχόν θα επικρατούσε για μια ορισμένη περίοδο. Αν δεν το κάνει αυτό, είναι όχι επαναστάτης, παρά ένας αξιοθρήνητος υπαλληλίσκος».

Οι σταλινικές ομάδες δε δημοσιέψανε ποτέ τα πραχτικά της Διάσκεψης του Σεπτέμβρη 1926 («Διάσκεψη Παραγόντων»), πούγινε στην Αθήνα μόλις ξαναγύρισαν οι εξόριστοι αγωνιστές του Κόμματος από τα νησιά. Τα έχουν εξαφανίσει ή τα κρύβουν από το κόμμα, για να διασώσουνε το γραφειοκρατικό τους γόητρο. Στην πολιτική της «αριστερής δημοκρατίας» συνέπεσε τότε και διασταυρώθηκε ο δεξιός οπορτουνισμός του κατόπι καφανταρικού Σταυρίδη, πούβλεπε στην κονδυλική μεταβολή ένα ρεφορμιστικό δημοκρατικό ειδύλλιο, με τον τυχοδιωχτικό οπορτουνισμό της κεντριστικής ομάδας των σταλινικών. Η τελευταία έβλεπε στην «αριστερή δημοκρατία» το ενδιάμεσο καθεστώς της «δημοκρατικής δικτατορίας εργατών και χωρικών», που θα το διαδεχόταν αργότερα η προλεταριακή δικτατορία. Και κοπιάσανε ν’ αποδείξουνε το «λενινισμό» της θέσης αυτής.
Είναι δύσκολο να βρεθεί στο ελληνικό κίνημα πιο αδιάντροπη και πιο άτιμη διαστρέβλωση της ιστορίας, από κείνη που κάνουνε σήμερα οι κούτβηδες πάνω στις γνώμες της αντιπολίτευσης μέσα στη Διάσκεψη του 1926, και συγκεκριμένα πάνω στη θέση που κράτησε εκεί μέσα ο τότε Γενικός Γραμματέας του Κόμματος Π. Πουλιόπουλος.
Κάτω από τις  σφοδρότατες διαμαρτυρίες όλου του πρώτου σταλινικού συγκροτήματος Ευτυχιάδη, Χαϊτά, Κούτβη, αποκρούσανε στη βάση του όλο το σταλινικό στρατηγικό κατασκεύασμα σα «μηχανική μεταφορά στην Ελλάδα των συνθημάτων του ρωσικού 1905». Υπενθυμίσαμε πως το Κόμμα, αν θέλει νάναι ένα αληθινό κομμουνιστικό κόμμα, πρέπει να διδαχτεί από τα πρώτα του λάθη απέναντι στο παγκαλικό κίνημα του 1925 και να μη τα ξανακάνει απέναντι στο κυνδυλικό του 1926. Ο κομμουνισμός, τόνισε η αντιπολίτευση, δεν έχει προσανατολισμό για καμιά «αριστερή» ή άλλη δημοκρατία, παρά μόνο για την προλεταριακή σοβιετική.
Η πολιτική ανωριμότητα όλων των στελεχών του Κόμματος την πρώτη φορά και η άκριτη πίστη τους στην ορθότητα του στρατηγικού προσανατολισμού της 7ης Βαλκανικής Συνδιάσκεψης και του 5ου Παγκόσμιου Συνέδριου («για μια άμεση εργατοαγροτική επανάσταση στη Βουλγαρία»), είχανε σπρώξει αρχικά το Κόμμα στη σφαλερή ιδέα πως εύκολα μπορούσε να καταχτήσει πολλούς «αριστεροποιούμενους» δημοκρατικούς αξιωματικούς, αν ξεμασκάρεβε απλώς τον αρχικό δημαγωγικό ψευτοριζοσπαστισμό του Πάγκαλου τόσο μπρος στις μάζες όσο και στους δημοκρατικούς αξιωματικούς, προβάλλοντας διεκδικήσεις πραγματικά ριζικές – εξοπλισμός εργατών, συμμαχία με την ΕΣΣΔ, φορολογία, ελευθερίες στο προλεταριάτο κλπ. Από δω, είπαμε, βγήκανε τα άρθρα του «ερυθρού ταγματάρχη», το «Κάτω οι μάσκες, ιδού η Ρόδος» κττ. (Ότι το Κόμμα με την πολιτική του εκείνη καλούσε τάχα τον Πάγκαλο να ανατρέψει την κεφαλαιοκρατία επικεφαλής των εργατών, αυτό είναι μια ηλίθια συκοφαντία των σταλινικών, που την καταλαβαίνουν και τα μικρά παιδιά)*. Αν όμως – τονίζαμε στη Διάσκεψη – το Κόμμα, από τις πρώτες κιόλα μέρες της παγκαλικής δικτατορίας, βγήκε το σωστό προσανατολισμό και μπήκε επί κεφαλής μιας αληθινά ηρωικής πάλης εναντίο της (λ.χ. η διαλυμένη με τα όπλα μεγάλη αντιπαγκαλική προσφυγική συγκέντρωση του Πειραιά την επαύριο της ανακήρυξης της δικτατορίας, νέοι διωγμοί, δίκες «αυτονομιστών» κλπ.), αντίθετα οι «λενινιστές» βαθύνανε περισσότερο τα λάθη: Ο Χαϊτάς εισηγείται στην Ανάφη την υποστήριξη του Πάγκαλου από το ΚΚΕ στις προεδρικές εκλογές, και ο Κούτβης τον Απρίλη 1926 έρχεται σε ατιμωτικές για το Κόμμα συνεννοήσεις με τους υπασπιστές του Διχτάτορα (Βλέπε στο «Σπάρτακο» αποκαλύψεις υπευθύνων τότε στελεχών του Κόμματος, Κούστα, Μοναστηριώτη κλπ.αριθ. 40, 41, 42, 43 του 1933).


*Κανένας σταλινικός δεν το πιστεύει αυτό. Ότι είναι ένα αδιάντροπο ψέμα, ότι είναι μια άτιμη πολιτική συκοφαντία, καθαρότατα φαίνεται κι από μόνο το γεγονός ότι γίνεται από τα 1926, οχτώ ολάκερα χρόνια, μια λυσσωδέσταση ενδοκομματική πάλη των τάσεων, όπου ενάντια στην μαρξιστική αντιπολίτευση επιστρατεύτηκανε λογής-λογής ασημαντότητες και βρωμιές – και όμως για ένα τόσο μεγάλο έγκλημα οι σταλινικοί πρώτη φορά κάνουνε λόγο σήμερα στα 1934! Τόχανε... ξεχάσει πριν! Κι αυτό τώρα, έτσι στα πεταχτά. Σκέφτουνται: ας το πούμε κι ό, τι κολλήσει στη συνείδηση των ανιστόρητων νέων μελών. Calomniez, calomniez, il en testera toujours.



Οι αγωνιστές της, ασχημάτιστης ακόμα τότε, κατοπινής αντιπολίτευσης, υπενθυμίζοντας όλα αυτά στη Διάσκεψη του 1926 έλεγαν ότι η πολιτική ανωριμότητα των νεαρών στελεχών του Κόμματος αιτιολογούσε βέβαια τα λάθη στα 1924 και 1925 (Αργότερα αποκαλύφτηκε ότι ώριμη ηγεσία ανδρωμένου Κ.Κ., όπως του σταλινικού Βάρσκι στο Πολωνικό Κόμμα, όταν το Μάη 1926 ο στρατηγός Πιλσούδσκη έκανε το πραξικόπημά του, κάλεσε τους αγρότες να τον υποστηρίζουνε – πράμα που δεν έγινε ποτέ στο ΚΚΕ, σε πείσμα της σχετικής αρχειομαρξιστικής συκοφαντίας, που από φατριαστική τύφλα την ξαναμασήσανε και μερικοί από τους πιο ανόητους σταλινικούς μας). Ωστόσο – υπογραμμίζαμε μέσα στη Διάσκεψη με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο – θα ήταν ασυγχώρητο λάθος να παρασυρθεί τώρα το Κόμμα μας, ύστερ’ από πλούσια διετή πείρα στη στρατηγική της «αριστερής δημοκρατίας» των δήθεν «λενινιστών». Υπενθυμίσαμε τα λόγια του Λένιν από την «Παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού».

 

«Η ανοιχτή αναγνώριση των λαθών, η αποκάλυψη των αιτίων τους, η ανάλυση της κατάστασης που τα γέννησε και η προσεχτική συζήτηση για τα μέσα της διόρθωσής τους – είναι ένα κριτήριο για τη σοβαρότητα ενός κόμματος, για το ότι αυτό το κόμμα εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις του, δηλαδή διαπαιδαγωγεί και μορφώνει την τάξη και τη μάζα».

Το 3ο Ταχτικό Συνέδριο του Κόμματος καταδίκασε την πολιτική του πρώτου σταλινικού συγκροτήματος για την «αριστερή» και την «πραγματική»  δημοκρατία. Μα οι πρώτοι αντιπολιτευόμενοι που είχαν αντιταχτεί ενάντιά τους, εκδηλώσανε αρνητικά την εξέγερσή τους για τις γραφειοκρατικές δολοπλοκίες και στη συνεχιζόμενη σφαλερή γραμμή των σταλινικών, έπεσαν αρχικά σε σπασμωδικές ενέργειες (παραιτήσεις στα 1926 του γραμματέα Π. Πουλιόπουλου και της «μαρξιστικής» μειονοψηφίας του Πολιτικού Γραφείου στα 1927). Σωστά η 1η Εθνική Συνδιάσκεψη του Σπάρτακου, «επιδοκιμάζοντας τους αγώνες των αντιπολιτευτικών ομάδων της προσπαρτακικής περιόδου ενάντια στο γραφειοκρατικό εκφυλισμό του Κόμματος», χαραχτήριζε ταυτόχρονα τις αρχικές εκείνες σπασμωδικές ενέργειες σα μια «απαράδεχτη ταχτικής αποχής και παθητικής αντίστασης».
Αυτή η «παθητική αντίσταση» δε βάσταξε για την πρώτη αντιπολιτευτική ομάδα (του «Νέου Ξεκινήματος») παρά μόνο τρεις μήνες. Το Γενάρη 1927 άρχισε την πάλη της ενάντια στο γραφειοκρατικό συγκρότημα και διατύπωσε τις πρώτες, ακαταστάλαχτες ακόμα, αντιπολιτευτικές απόψεις, αποκρούοντας το  χαραχτηρισμό «λικβινταριστική» που δόθηκε από τον κεντρισμό στη ρωσική αριστερά των μπολσεβίκων – λενινιστών (Βλέπε 4 συζητητικά άρθρα Π. Πουλιόπουλου στο «Ριζ.» Γενάρη 1927). Υποστήριξε η ομάδα εκείνη τις ιδέες της μέσα στο 3ο Ταχτικό Συνέδριο ανοιχτά ενάντια στο σταλινικό αντιπρόσωπο της Διεθνούς Ρέμελε. Και ύστερα αναδιοργάνωσε την κομματική οργάνωση του Πειραιά (μέχρι το Νοέμβρη του 1927) και την ανάπτυξε σε σημείο που για πρώτη φορά σήμερα είδε το μεγαλύτερο βιομηχανικό μας κέντρο μια γερή κομμουνιστική οργάνωση, με εκατοντάδες μέλη, με βάσεις σοβαρές στο Εργατικό Κέντρο, που πραγματικά ήταν η πρωτοπορία του Κόμματος, καθώς από όλους ομολογήθηκε, κι απ’ αυτή τη γραφειοκρατία. Ενάντιά μας η σταλινική διοίκηση χρησιμοποίησε την πολιτική συκοφαντία με μέσα χυδαία και φαυλοκρατικά. Τον πολιτικό εκβιασμό στο  Κόμμα ήρθανε σε λίγο να βοηθήσουν οι πιο πατενταρισμένοι οπορτουνιστές της δεξιάς από τη Διεθνή. Ο Ν. Μπουχάριν και ο Γ. Κολάρωφ πληροφορούσανε τη 7η Ολομέλεια της Ε.Ε. της Διεθνούς ότι, ούτε λίγο ούτε πολύ, εμείς είχαμε τάχα «απαιτήσει τη διάλυση του ΚΚΕ» και είμαστε «σοσιαλενθιστές (Κολάρωφ). Η μάρκα ντεποζιτάτα κάθε οπορτουνιστικής παράδοσης και τάσης μέσα στην Κ.Δ., που γι’ αυτόνε τόσες φορές ο Λένιν είχε ειρωνικά εκφραστεί, ο Τσέχος ηγέτης Σμέραλ, πασίγνωστος στους κομμουνιστές του κόσμου ελέφαντας της καιροσκοπίας, δημοσίευε άρθρο στο όργανο της Διεθνούς (αναδημοσιεύτηκε στο «Ριζοσπάστη» 26-10-1927), όπου μας εχαραχτήριζε... «μικροαστούς αναρχικούς», που τάχα είχαμε ζητήσει να μεταβάλουμε το πολιτικό κόμμα των Ελλήνων εργατών σε... λέσχη επιστημόνων! Με τέτοιες «ιδεολογικές» εφεδρείες, η γραφειοκρατία διάλυσε τη μεγάλη αντιπολιτευτική οργάνωση του Πειραιά – και την κρατάει ίσαμε σήμερα στη διάλυση. Από τον Αύγουστο ίσαμε το Δεκέμβρη 1927 μας είχε μηχανικά εχτοπίσει από όλες τις κομματικές οργανώσεις όλους τους αντιπολιτευόμενους κομμουνιστές. Είναι συκοφαντικός μύθος ότι η αντιπολίτευση έφυγε από το κόμμα. Διαγράφηκε γραφειοκρατικά, δουλεύοντας και πολεμώντας μέσα σ’ αυτό για τις ιδέες της. Τα μέσα της συκοφαντίας και της γραφειοκρατικής βίας πείθουν ότι αυτοί που τα μεταχειρίστηκαν και τα μεταχειρίζουνται ενάντιά μας δε μπορεί να υπερασπίζουνε δίκαια υπόθεση.
Κάποτε η μέθοδο της πολιτικής συκοφαντίας παίρνει εκδηλώσεις ολότελα αστείες που τις καταλαβαίνουνε και οι πιο αμόρφωτοι εργάτες. Λ.χ. αδυνατώντας ν’ απαντήσουνε με επιχειρήματα πολιτικά στη συντροφική κριτική της μαρξιστικής αριστεράς, οι γραφειοκράτες γεμίζουνε τις ευρύχωρες στήλες των οργάνων τους με χυδαία υβρεολόγια ενάντια στα πρόσωπα διαφόρων αγωνιστών της. (Με ιδιαίτερη, κυριολεχτικά υστερική, λύσσα, βρίζουνε σχεδόν κάθε μέρα τον Πουλιόπουλο «χαφιέ», «πράχτορα της αστυνομίας»). Όταν στην αντιπολεμική συγκέντρωση στο Βαρδάρι Θεσσαλονίκης την 1 Αυγούστου 1932 είχανε συλληφτεί οπαδοί και στελέχη του Σπάρτακου και κρατηθήκανε από την αστυνομία για να εμποδιστεί ο σπαρτακιστής ρήτορας να μιλήσει, - όταν στην κάθοδο των ΕΕΕ (Ιούνη 1933) στην Αθήνα είχανε πάλι συλληφτεί και κρατηθεί από την Αστυνομία μαζί με πολλούς άλλους επαναστάτες, κομματικούς και σπαρτακιστές, στελέχη της οργάνωσης του Σπάρτακου – η γραφειοκρατία από το «Ριζοσπάστη» έλεγε ότι οι συλλήψεις αυτές γίνανε για... «φιλοξενία» και «περιποίηση» τους στην αστυνομία! Φυσικό είναι για όλους τους συκοφάντες, όταν η αντίθεσή τους με την πραγματικότητα γίνεται κατάφωρη, να μην έχουνε παρά ανοησίες μόνο να πούνε για δικαιολόγησή τους. Η μαρξιστική πτέρυγα σ’ αυτή την εκστρατεία του βούρκου δεν έχει άλλο ν’ απαντήσει από τα λόγια του ποιητή που ο Δάσκαλός της μεταχειρίστηκε ξανά, αντί για απάντηση στις χυδαίες συκοφαντίες των  αντιπάλων του: Segui il tuo corso e lascia dir le genti (τράβα το δρόμο σου κι άσε τον κόσμο να λέει). Γιατί φυσικά σε τέτοιας λογής «επιχειρήματα» δεν αξίζει τον κόπο ν’ απαντήσει κανείς. Υποθέτουμε πάντα ένα μίνιμουμ νοημοσύνης στα μέλη της προλεταριακής πρωτοπορίας γενικά: Και όταν με λύσσα ο υπουργός και η αστυνομία στον Πειραιά εμποδίζανε τις διαλέξεις του Σπάρτακου τον Απρίλη του 1933, και όταν προχτές ακόμα το υπουργείο Συγκοινωνίας με τις 225425)1928, 348601)1934, 170206)1934 διαταγές του απαγορεύει την κυκλοφορία του «Σπάρτακου» και όταν διώκουνται και φυλακίζουνται και δέρνουνται και εξορίζουνται σπαρτακιστές και άλλοι αριστεροί κομμουνιστές, είναι φανερό πως αυτά δε γίνουνται επειδή η μαρξιστική αριστερά δέχεται «περιποιήσεις» και «ασυλίες» από τον ταξικό εχθρό.

Η επικράτηση του κεντρισμού ίσαμε σήμερα οφείλεται κυρίως στα μηχανική μέσα, στην πολιτική συκοφαντία και στην εκμετάλλευση του κύρους της Ρωσικής Επανάστασης από τη διεθνική σταλινική γραφειοκρατία ανάμεσα σε εργάτες, που τους βαστάει σε χαμηλό επίπεδο πολιτικής διαπαιδαγώγησης, κολακεύοντας ταπεινά ό, τι πιο καθυστερημένο και αντιπρολεταριακό άφηνε στην ψυχολογία του εργάτη η επίδραση του αστικού και μικροαστικού περιβάλλοντός του. Η χυδαιότητα όπου έπεσαν οι δράστες της στρατηγικής της 6ης Ολομέλειας στην αμηχανία τους ν’ αντικρύσουνε την κριτική της αριστερά, στάθηκε μοναδική. Τα επιχειρήματά τους στη συζήτηση είναι ό, τι μπορεί να φανταστεί κανείς πιο διαμετρικά αντίθετο με κείνο που λέγεται: ιδέες και ιδεολογική συζήτηση. Είναι κυρίως δυό τα «επιχειρήματά» τους που γεμίζουνε κάθε μέρα πολύστηλες απαντήσεις στο «Ριζοσπάστη»: Πρώτο και κυριότερο, μια ολοφάνερη και στα μικρά παιδιά παραποίηση των γνωμών μας. Από τα αναρίθμητα παραδείγματα, να ένα τυπικό: Εμείς είπαμε ότι δεν έχει καμιά σχέση με το φεουδαρχικό σύστημα ο καπιταλιστικός ΑΣΟ, ούτε η Αγροτική κλπ. Μα ωστόσο η Τράπεζα σήμερα είναι ο πιο μεγάλος τοκογλύφος που απομυζάει τους χωρικούς και ο ΑΣΟ, ο Καπνικός Οργανισμός κλπ. είναι  όργανα καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του πειναλέου σταφιδοπαραγωγού, καπνοπαραγωγού κλπ., που τους αφαιρούνε μέρος του προϊόντος τους απλήρωτο κττ. (Βλέπε πιο πάνω IV, 4) Ο Σκουφαίος (Κούτβης) «απαντάει»: Ο Πουλιόπουλος υποστηρίζει ότι «αυτό που γίνεται στον ΑΣΟ είναι πολύ σωστό για τους σταφιδοπαραγωγούς... ότι ο καπνικός οργανισμός θάναι προς όφελος του καπνοπαραγωγού... Ο Π. Είναι συνειδητό πουλημένο όργανο του ΑΣΟ και της Αγροτικής Τράπεζας». («Τυφλοπόντικας του Μαρξισμού». «Ριζ.» 10-3-1934, σελ. 2). Στην πρώτη ματιά η μέθοδο αυτή φαίνεται απίστευτη κι ανόητη. Αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό. Οι κούτβηδές μας, με όση «φτωχομεσαία» κουτοπονηριά διαθέτουν οι άνθρωποι, κερδοσκοπούνε πάνω σε μια, πολύ σπουδαία προς το παρόν, λεπτομέρεια: ότι η μακροχρόνια κατασυκοφάντιση, πούχουνε κάνει στη μαρξιστική αριστερά, φτάνει για να εμποδίσει τους αναγνώστες του «Ριζοσπάστη» από να μας διαβάσουν. Δεύτερο «επιχείρημα»: Η αριστερά είναι «χαφιέδες», «συνειδητοί πράχτορες της κεφαλαιοκρατίας», και «λικβινταριστές» (οι ιδεολογικοί και πολιτικοι διαλυτές του κομμουνισμού – βλέπε πιο πάνω IXV – βρίζουνε άλλους για διαλυτές, όμοια όπως οι άτιμοι συνήθως κόβουνται για την τιμή και οι  ανήθικοι για την ηθική). Περιοριστήκαμε, αντί γι’ άλλη απάντηση, στις προσωπικές  επιθέσεις που χαμηλώνουνε την απρόσωπη ιδεολογική πάλη μας, να πούμε με μια επιστολή μας ότι στο προλεταριακό επαναστατικό κίνημα παίρνει καθένας τη θέση που του ταιριάζει «ανεξάρτητα από κοινωνική θέση», φτάνει πραχτικά και ιδεολογικά νάχει αποδείξει την αφοσίωσή του στην προλεταριακή υπόθεση. Ο υποφαινόμενος έχει την τιμή να το πιστεύει για τον εαυτό του. Μαζί του κ’ ένας αριθμός από επαναστάτες προλετάριους, δοκιμασμένους αγωνιστές του κομμουνισμού. Μικρός, ναι. Μα αυτό δε θα πει πάντοτε πως έχουνε κι άδικο. Η ιστορική πείρα της πάλης λύνει πάντοτε αυτό το δύσκολο ζήτημα. Όσο για το αν είμαστε εμείς οι σπαρτακιστές, όλοι μαζί και ειδικά ο υποφαινόμενος,  «όργανα της μυστικής αστυνομίας», «χαφιέδες» κττ., θα εξακριβωθεί βέβαια το πράμα με έγκυρο τρόπο όταν η ελληνική προλεταριακή τουλάχιστο επανάσταση – δεν ξέρω, δηλαδή, αν επίσης και η «αστικοδημοκρατική» -  δημοσιέψει τα αρχεία της Ασφάλειας, όπως έκανε η Ρωσική για τα αρχεία της Οχράνας κι ανακαλύφτηκε ο Μαλινόφσκι. Ίσαμε τότε ωφέλιμο βέβαια είναι να δούμε πως μπορούνε να βγουν οι κομμουνιστές από τον ωκεανό του ιδεολογικού κομφούζιου, όπου τους έριξε η περιβόητη 6η Ολομέλεια. Προσπαθεί η Οργάνωση του Σπάρτακου να το κάνει συστηματικότερα με το βιβλίο που μου ανάθεσε η Κεντρική Επιτροπή του να γράψω... Συζητάμε μόνο για τον ιδεολογικό διαφωτισμό του αγωνιζόμενου προλεταριάτου. Εμείς συζητάμε τίμια για να πείσουμε και να πειστούμε. Όχι για να λερώσουμε και να λερωθούμε...
«Η μάχη θα συνεχιστεί. Η απόφαση της 6ης Ολομέλειας πρέπει να γίνει και θα γίνει κουρελόχαρτο. Δε θα σωθεί ο κεντρισμός. Είναι πιασμένος σε μάγγανα. Γι’ αυτό σκυλιάζει, βρίζει, λερώνει, και ασχημονεί. Αγωνιζόμαστε στο ιδεολογικό μέτωπο με αηδία μεν για τις χυδαίες συκοφαντίες, μα ψύχραιμα και  πεισματικά». («Σπάρτακος» 1-3-1934).

Πραγματικά δεν υπάρχει τερατώδης συκοφαντία και παραμόρφωση που να μην έκανε η γραφειοκρατία πάνω στην πολιτικά βιογραφία όλων των αγωνιστών της αντιπολίτευσης. Ένας ξεπεσμένος γραφειοκράτης, που έπαθε τα ίδια μόλις πέρασε στην αντιπολίτευση, είχε την αφέλεια ν’ απαντήσει με μια... αυτοβιογραφία του που προκάλεσε γενική θυμηδία. Είναι στην Ελλάδα πάρα πολύ μικροί οι προλεταριακοί επαναστάτες και έχουν ακόμα μπροστά τους  το σπουδαιότερο κομμάτι της πολιτικής τους δράσης, ώστε να μη μπορούνε να κάνουν ό, τι μπορούσε να κάνει ένας Τρότσκι με την απαράμιλλη «Αυτοβιογραφία» του. Μα, αντί για απάντηση στις βιογραφικές γελοιογραφίες, θάφτανε ν’ απευθυνθούμε μόνο στην τίμια συνείδηση όλων των Ελλήνων προλεταρίων που γνωρίσανε τους αγωνιστές της μαρξιστικής αντιπολίτευσης και την αφοσίωσή τους στην υπόθεση της εργατικής τάξης μέσα σε στιγμές θυελλώδεις και δραματικές, όπου ήτανε πολύ δύσκολο να παρασταίνει κανείς τον επαναστάτη δίχως να βάλει ταυτόχρονα άμεσα και το κεφάλι του κάτω από το μαχαίρι των δημίων της ελληνικής μπουρζουαζίας.
Η ικανότητα της γραφειοκρατίας στην πλαστογράφηση της ιστορίας είναι γεγονός από καιρό διαπιστωμένο διεθνικά. Τα σταλινικά εγχειρίδια για την ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης, όπου η δράση των προσώπων παρουσιάζεται όπως απαιτούνε τα συμφέροντα της πολιτικής αυτοσυντήρησης των γραφειοκρατών (λ.χ. ο  Τρότσκι ήτανε στα 1917 σχεδόν άγνωστος για την επανάσταση!), είναι ελεεινές γελοιογραφίες της αληθινής ιστορίας. Η πλαστογράφηση της ιστορίας είναι λογική ανάγκη για τη συντήρηση του διαρκώς κουρελιαζόμενου γοήτρου κάθε γραφειοκρατικού «αλάθητου». Η παραμορφωτική δραστηριότητα, φυσικά, στρέφεται ιδιαίτερα πάνω στη δράση των πιο συνεπών πολεμίων της γραφειοκρατίας. Και στο πεδίο τούτο οι δικοί μας σταλινικοί ξεπερνούνε και τα σύνορα του γελοίου. Ενώ όλος ο κομματικός τότε κόσμος ξέρει πως τη σταλινικοσταυριδική «Αριστερή Δημοκρατία» την πολέμησε πρώτος απ’ όλους η Αντιπολίτευση στη Διάσκεψη  του 1926, αυτοί, κρύβοντας τα Πραχτικά της από το Κόμμα, προσπαθούνε να κάνουνε και μας συνυπεύθυνους για την «Πραγματική» τουλάχιστο Δημοκρατία, αφού δυσκολεύουνται να το κάνουνε για την «Αριστερή». Είναι ψέμα χοντρό πως ταχτήκαμε εμείς ποτέ με οποιοδήποτε τρόπο υπέρ της «Πραγματικής» δημοκρατίας. Είναι ψέμα ότι συνεργαστήκαμε ποτέ στη σύνταξη τέτοιων θέσεων μέσα σε καμιά επιτροπή. Είναι ψέμα πως τάχα ο Σκλάβος μόνο και ο Θεός ταχτήκανε... κατά του συνθήματος αυτού στη Διάσκεψη 1926 (ισχυρισμός του Κούτβη «Ριζ.»  22-2-1934). Η αλήθεια είναι ότι με λύσσα πολεμήσαμε εμείς μονάχα, η αντιπολίτευση (Γιατσόπουλος, Πουλιόπουλος), ενάντια σε κάθε άλλη «Δημοκρατία», υπέρ του συνθήματος της «Προλεταριακής-Σοβιετικής» Δημοκρατίας. Και μόνο η ηλίθια ομολογία των επικριτών μας ότι ο Γιατσόπουλος κράτησε πραγματικά τη σωστή θέση, ξεσκεπάζει την πλαστογραφία τους. Γιατί μαζί με το Γιατσόπουλο, που από το δυστύχημά του αποχώρησε από την πολιτική ζωή, είναι γνωστό ότι εκπροσωπήσαμε την πρώτη αντιπολιτευτική τάση μέσα στο Κόμμα (3ο Ταχτικό Συνέδριο του Κόμματος – «Νέο Ξεκίνημα», α΄ εξάμηνο 1927). Η αλήθεια είναι ότι ο αρχηγός του πρώτου σταλινικού συγκροτήματος τότε Α. Χαϊτάς εσκάρωσε την «Πραγματική» σαν ψευδώνυμο της «Αριστερής» για να σκεπάσει το λάθος των ομοϊδεατών του. Η αλήθεια είναι ότι στην επιτροπή που βγήκε για τη σύνταξη θέσεων πραγματικά οι σταλινικοί – για να σκεπαστούνε, κατά τη δόλια συνήθειά τους, και με άλλων το κύρος – προτείνανε και τον Πουλιόπουλο για μέλος, με πλειονοψηφία δική τους, Χαϊτά και Ευτυχιάδη, του κύριου δράστη της «Αριστερής». Η αλήθεια είναι πως η επιτροπή αυτή δε συνεδρίασε ποτέ, ούτε ποτέ ο Πουλιόπουλος συνεργάστηκε μ’ αυτή, μα πως, βαθύτατα αηδιασμένος, έκανε το λάθος και παραιτήθηκε και αποχώρησε τότε ακριβώς από κάθε υπεύθυνη κομματική θέση, για να ξαναγυρίσει στην Αθήνα σε τρεις μήνες, όταν άρχιζε η ενδοκομματική συζήτηση για το 3ο Συνέδριο.
Η αλήθεια είναι ότι μέσα στην πρώτη συνεδρίαση της Διάσκεψης ο Χαϊτάς, αφού καιροσκοπικά περίμενε ν’ ακούσει τους καταιγισμούς της ενάντια στην πολιτική των  φίλων του, θέλησε να υποστηρίξει πως τάχα αυτοί εννοούσανε την πραγματική, (δηλαδή σοσιαλιστική δημοκρατία) κι αυτό θάπρεπε να τονιστεί από το Κόμμα (δηλαδή να δοθεί συγχωροχάρτι για το πολιτικό λάθος των κούτβηδων). Η αλήθεια είναι πως τότε ο Πουλιόπουλος, βλέποντας τον ελιγμό του γνωστού σ’ αυτές τις δουλιές Α. Χαϊτά, αναγκάστηκε να δευτερολογήσει και δήλωσε πως έχει  το Κόμμα πρώτ’ απ’ όλα ανάγκη να διαλύσει την πολιτική σύγχυση πούφερε στους εργάτες η προηγούμενη πολιτική κι όχι να σκεπάσει τους υπαίτιους με έμμεσο τρόπο. Ότι φυσικά στο πολιτειακό εμείς αγωνιζόμαστε για τη μόνη αληθινή, τη μόνη πραγματική Δημοκρατία, δηλαδή την Προλεταριακή, τη Σοβιετική. Μα ότι δεν πρόκειται το συνηθισμένο σ’ όλη τη μαρξιστική φιλολογίας μας χαραχτηρισμό «μόνη πραγματική, μόνη αληθινή» Δημοκρατία, να τόνε μετατρέψουνε σε... Σύνθημα Πολιτικό! Και θυμόμαστε πολύ καλά – ας το θυμηθούνε και όλα τα μέλη της Διάσκεψης τότε, όσα είναι τόσο έντιμα πολιτικώς, ώστε, ανεξάρτητα από τις σημερινές πολιτικές διαφωνίες μας, ν’ αποδίνουνε αδιαστρέβλωτη την ιστορία – εμείς οι ίδιοι προσπαθήσαμε τότε να αναπτύξουμε στη Διάσκεψη τη φύση και το ρόλο ενός πολιτικού συνθήματος για το επαναστατικό κόμμα  του προλεταριάτου, πράμα που οι σταλινικοί το ανακατώνανε σφαλερά, μπερδέβοντας φράσεις, επίθετα και επιστημονικούς όρους με τα πολιτικά συνθήματα του Κόμματος, που απευθύνουνται στο λαό. Η αλήθεια είναι ότι ο Χαϊτάς συνέγραψε θέσεις που δεν προφτάσανε καν να ψηφιστούνε σε μια δεύτερη κανονική συνεδρίαση της Διάσκεψης (στο Φάληρο), αφού οι αντιπρόσωποι των επαρχιών είχανε στο μεταξύ φύγει για τις έδρες τους, όλοι ή οι πιότεροι, δε θυμόμαστε καλά. Η αλήθεια είναι πως το ντοκουμέντο που συνέγραψε ο Χαϊτάς ανάφερε τη λέξη «πραγματική», μα ολότελα με την έννοια που είχε δεχτεί η Διάσκεψη σύμφωνα με την εισήγηση της αντιπολίτευσης. Ακόμα, και στο συγχυσμένο μυαλό του ίδιου του Χαϊτά – πρέπει να του δοθεί δίκιο – δεν υπήρχε σκοπός να πέσει σε υποτροπή «Αριστερής» Δημοκρατίας, αλλά μόνο να σκεπάσει με κάποιον τρόπο, από καθαρή φραξιονιστική αλληλεγγύη, τον Κούτβη και τον Ευτυχιάδη. Η «Πραγματική» έγινε κεντρικό πολιτικό σύνθημα και άρα λάθος όμοιο με την Αριστερή – με την ανοχή του κεντριστή Χαϊτά στη διοίκηση του Κόμματος – ύστερ’ από τη Διάσκεψη του Σεπτέμβρη, μέχρι τις εκλογές του Δεκέμβρη του 1926. Κύριος δράστης του κατορθώματος είναι ο πασίγνωστος πια τώρα – κάποτε αυταπάτες γι’ αυτόνε τρέφαμε και μεις οι ίδιοι – για τον οργανικό δεξιό καιροσκοπισμό του Κ. Σκλάβος. Με ωραίο πραγματικό ύφος εφιλοτέχτησε σειρά ολόκληρη άρθρα στο «Ριζοσπάστη», που αποτελέσανε και το κέντρο της πολιτικής καμπάνας του Κόμματος στις εκλογές τότε του Δεκέμβρη 1926. Σκρίπτα μάνεντ. Στο δρόμο αυτό ύστερα τον ακολούθησε ο Χαϊτάς κι ο Ευτυχιάδης, κι ο Κούτβης φυσικά πάλι, αδιόρθωτος «αριστεροδημοκράτης», όπως το φανερώνει σήμερα το όμοιο κατόρθωμά του στην 6η Ολομέλεια.
Αυτά όλα αποκαλυφτήκανε πλέρια και καταδικαστήκανε στο 3ο Συνέδριο του ΚΚΕ. Ο Σκλάβος ήτανε πάντα και εξακολουθάει νάναι ένθερμος θιασώτης και της «αριστερής» και της «λαϊκής» και της αστικοδημοκρατικοφτωχομεσαίας και γενικά κάθε άλλης δημοκρατίας και «επαναστάτης» φτάνει να μην είναι «άμεσα σοσιαλιστική»*.


* Κοντά 20 αντιπολιτευόμενοι σύντροφοι καταδιωχτήκανε στα 1928 ξανά για την πολιτική του Κόμματος στο μακεδονικό ζήτημα. Μόλο που διαφωνούσαμε, δηλώσαμε τότε όλοι οι καταδιωκόμενοι αγωνιστές της αντιπολίτευσης στην ταξική δικαιοσύνη, όπως και στα 1925-1926, ότι είμαστε προλεταριακοί διεθνιστές, αλληλέγγυοι  με το συκοφαντούμενο Κόμμα και ότι τις διαφωνίες τους θα τις λύσουν οι κομμουνιστές μέσα στην εργατική τάξη. Εξαίρεση σ’ όλους τους αντιπολιτευόμενους, που ξαναφυλακιστήκανε τότε: αποτέλεσε ο Κ. Σκλάβος. Δήλωσε στην ανάκριση ότι αυτός είχε διαφωνίσει με την πολιτική του Κόμματος στο μακεδονικό και γι’ αυτό ανήκε στην αντιπολίτευση. Μ’ αυτή τη δήλωση απόφυγε τη δίωξη. Εννοείται πως δεν είπε την αλήθεια. Γιατί ποτέ δεν είχε διατυπώσει καμιά διαφωνία γι’ αυτό το ζήτημα. Αντίθετα μάλιστα, είχε αρνηθεί να δεχτεί τις απόψεις της πρώτης αντιπολιτευτικής ομάδας πάνω σ’ αυτό. Το περίεργο είναι ότι, όταν σε λίγο, μετά την πολιτική και ιδεολογική του αποσύνθεση, τον απομάκρυνε η αντιπολίτευση από τις γραμμές της, αυτός μας κατηγόρησε για ...καιροσκόπους! Και τώρα, με διάφορα ψευδώνυμα, βρίζει την αριστερά και ειδικότερα τους σπαρτακιστές για ...»ψευτομαρξιστές μικροαστούς!» Ας διασκεδάζει κάπου-κάπου την ανία του «μαρξιστικώς» από διάφορα φιλολογικά περιοδικά. Τους προλετάριους, που τούτοι βέβαια δεν έχουνε τη δική του ανία, δεν τους εμποδίζει – δε μπορεί δηλαδή – να διαφωτιστούν από τον αληθινό μαρξισμό. Αν μας αποσχολεί εδώ, είναι μόνο γιατί τον ανακάτεψε ανόητα ο σταλινικός αρθρογράφος στις ιστορικές του ψευδολογίες.



Φαντάζεται ο καθένας πόσο πλαστογραφικό κυνισμό πρέπει νάχουν οι κούτβηδες της 6ης Ολομέλειας για να λένε από τις στήλες του ίδιου του «Ριζοσπάστη» ότι ο ...Σκλάβος μόνο τάχτηκε τάχα κατά της «Πραγματικής» και εμείς υπέρ της! Η αλήθεια επιτέλους είναι ότι προκαλέσαμε και προκαλούμε τους ανέντιμους αντιπάλους να δημοσιέψουνε τα κρυμμένα πραχτικά της Διάσκεψης εκείνης και ότι δεν θα τα δημοσιέψουνε, γιατί τότε θ’ αποκαλυφτεί η ιστορική τους πλαστογραφία. Το ίδιο κάνει η γραφειοκρατία με τα πραχτικά της Συνδιάσκεψης του Απρίλη 1917 των Ρώσων Μπολσεβίκων. Στην περίπτωση αυτή τα ντοκουμέντα εκείνα τα κρύβουνε για να μην αποκαλυφτεί η καιροσκοπική μουγγαμάρα που κράτησε ο Στάλιν στη Συνδιάσκεψη, όταν ο Λένιν μαχότανε ενάντια στη «δημοκρατική δικτατορία» του Κάμενεφ. Αν αληθινά είχε γίνει από μας και η παραμικρότερη υποχώρηση στην «πραγματική» δημοκρατία, κανέναν απολύτως λόγο δε θα είχαμε να το πούμε καθαρά και ανοιχτά, σαν κομμουνιστές, να διορθώσουμε το λάθος. Αυτό έγινε σ’ άλλες περιπτώσεις από την κομματική αντιπολίτευση. Δεν εστηρίχτηκε αυτή ποτέ σε «ηρωικούς» μύθους, όπως οι σταλινικές ομάδες που θα χάνανε τα δεκανίκια του «αλάθητου» και θα καταποντίζονταν αν την παχυλή άγνοια της ιστορίας του κόμματος την αντικαθιστούσε στα νέα αισθηματικά μέλη η γνώση για τους οπορτουνιστικούς ελέφαντες των κούτβηδων στα 1926. η αριστερά δεν επρέσβευε ποτέ το αλάθητο κανενός. Τα συμφέροντά της ήτανε και είναι πάντοτε τα ίδια τα συμφέροντα του κινήματος γενικά. Η κριτική της δεν υπηρετάει προσωπικά γόητρα οποιωνδήποτε, αλλά το διαφωτισμό της πρωτοπορίας του κινήματος αυτού. Γι’ αυτό ίσα-ίσα το μοναδικό συμπέρασμα που θάβγαζε ένας αντικειμενικός κριτής και από την τωρινή συζήτησή μας είναι σε τελευταία ανάλυση ένα:
Η νέα περιπέτεια της «δημοκρατικής δικτατορίας», που μπορεί νάναι καταστρεφτική για το ΚΚΕ, αποδείχνει ακόμα μια φορά τη σοφία της λενινικής σκέψης, ότι δηλαδή έχει τεράστια σημασία για την εξέλιξη ενός κομμουνιστικού κόμματος η σωστή θέση απέναντι στα σφάλματά του. Σκεπάζοντας το παλιό της λάθος της «αριστερής δημοκρατίας» η κεντριστική ομάδα για  λόγους γοήτρου και γραφειοκρατικής αυτοσυντήρησης, ξαναπέφτει σήμερα σε ένα πολύ χειρότερο λάθος. Αντλώντας η μαρξιστική αριστερά, με κομμουνιστική ευθύτητα, όλες τις συνέπειες από τα παλιά λάθη του Κόμματος, είναι σε θέση σήμερα να διακρίνει τον ορθό στρατηγικό προσανατολισμό της επαναστατικής πρωτοπορίας μας.

 


Ας διαλέξουν οι επαναστάτες προλετάριοι.                

 

ΠΟΥΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ

Αθήνα 2 Μάρτη 1934

Δεκάτη πέμπτη επέτειο της Κ.Δ.

 

 

Τελευταία Ενημέρωση στις Κυριακή, 08 Μάιος 2016 09:04
 
 

Τελευταίο έντυπο φύλλο...

Κατεβάστε εδώ το τελευταίο έντυπο φύλλο της Εργατικής Δημοκρατίας σε PDF

Ειδικές εκδόσεις...

Συνδεδεμένοι...

Έχουμε 31 επισκέπτες συνδεδεμένους